28 Απριλίου 1937: Γεννιέται σε ένα χωριό του Τικρίτ, βόρεια της Βαγδάτης.
1957: Γίνεται μέλος του παράνομου Σοσιαλιστικού Κόμματος Μπάαθ.
1958: Συλλαμβάνεται για τον φόνο του κομμουνιστή κουνιάδου του. Παραμένει στη φυλακή έξι μήνες.
7 Οκτωβρίου 1959: Είναι μέλος του αποσπάσματος θανάτου του Μπάαθ, το οποίο έστησε ενέδρα στον ισχυρό άνδρα του Ιράκ στρατηγό Αμπντέλ Καρίμ Κασέμ στη Βαγδάτη, τραυματίζοντάς τον. Ο Σαντάμ, έχοντας τραυματιστεί στο πόδι, φεύγει για τη Συρία και κατόπιν για την Αίγυπτο.
8 Φεβρουαρίου 1963: Επιστρέφει έπειτα από πραξικόπημα του Κόμματος Μπάαθ στη διάρκεια του οποίου ανατρέπεται και δολοφονείται ο Κασέμ.
30 Ιουλίου 1968: Αναλαμβάνει επικεφαλής εσωτερικής ασφαλείας επί προεδρίας του ανιψιού του Αχμέντ Χασάν αλ Μπακρ.
16 Ιουλίου, 1979: Αναλαμβάνει καθήκοντα προέδρου μετά τον Χασάν αλ Μπακρ και αρχίζει μεγάλο διωγμό εναντίον μελών του Μπάαθ.
22 Σεπτεμβρίου 1980: Αποστέλλει στρατό στο Ιράν. Ο πόλεμος διαρκεί οκτώ έτη.
28 Μαρτίου 1988: Επιτίθεται με χημικά όπλα κατά της κουρδικής πόλης Χαλάμπια. Σκοτώνονται περίπου 5.000 πολίτες.
2 Αυγούστου 1990: Εισβάλλει στο Κουβέιτ. Πέντε μήνες αργότερα ωστόσο ο στρατός του θα εκδιωχθεί από τις δυνάμεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.
20 Φεβρουαρίου 1996: Δίνει εντολή να φονευθούν δύο γαμπροί του, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Ιορδανία αλλά είχαν επιστρέψει στη Βαγδάτη, κατόπιν εγγυήσεων για την ασφάλειά τους.
27 Νοεμβρίου 2002: Υστερα από απειλές του ΟΗΕ για «σοβαρές συνέπειες», επιτρέπει την επιστροφή των επιθεωρητών όπλων των Ηνωμένων Εθνών στο Ιράκ.
17 Μαρτίου 2003: Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους τού δίνει 48ωρη προθεσμία για να εγκαταλείψει την εξουσία και να φύγει από το Ιράκ. Ο πόλεμος αρχίζει τρεις ημέρες αργότερα. Ο Σαντάμ εκδιώκεται από τη Βαγδάτη στις 9 Απριλίου.
22 Ιουλίου 2003: Οι γιοι του Κουσάι και Ουντάι σκοτώνονται από αμερικανούς στρατιώτες.
13 Δεκεμβρίου 2003: Συλλαμβάνεται στο υπόγειο κρησφύγετο κοντά στο Τικρίτ.
1 Ιουλίου 2004: Αρνείται ενώπιον του δικαστηρίου τις κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου και γενοκτονία.
19 Οκτωβρίου 2005: Παραπέμπεται σε δίκη – μαζί με επτά συγκατηγορουμένους – με την κατηγορία της δολοφονίας 148 σιιτών μουσουλμάνων το 1982 στο Ντουτζάιλ, μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του.
1 Μαρτίου 2006: Παραδέχεται ότι διέταξε να προσαχθούν σε δίκη οι 148 σιίτες οι οποίοι τελικώς εκτελέστηκαν. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι η συγκεκριμένη ενέργεια ήταν νόμιμη.
4 Απριλίου 2006: Αντιμετωπίζει νέες κατηγορίες και μια δεύτερη δίκη μαζί με άλλους έξι για γενοκτονία των Κούρδων στο Βόρειο Ιράκ μεταξύ 1987-88.
19 Ιουνίου 2006: Ο εισαγγελέας ζητεί την ποινή του θανάτου για τη δίκη του Ντουτζάιλ, υποστηρίζοντας ότι ο Σαντάμ «δεν έδειξε έλεος» όταν σκότωνε γυναίκες και παιδιά.
21 Αυγούστου 2006: Στην έναρξη της δεύτερης ακροαματικής διαδικασίας επιτίθεται λεκτικά στους δικαστές και αρνείται να καταθέσει ένσταση για τις κατηγορίες της γενοκτονίας και των εγκλημάτων πολέμου.
5 Νοεμβρίου 2006: Αν και εμφανώς ταραγμένος, παραμένει εριστικός όταν το δικαστήριο τον κρίνει ένοχο για τις εκτελέσεις των σιιτών, τιμωρώντας τον με απαγχονισμό.
26 Δεκεμβρίου 2006: Το ανώτατο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση για ανατροπή της καταδικαστικής απόφασης και διατάσσει τον απαγχονισμό του Σαντάμ εντός 30 ημερών.
30 Δεκεμβρίου 2006: Ο Σαντάμ απαγχονίζεται σε ηλικία 69 ετών.



