OΜπρους Σπρίνγκστιν αποτελεί περίπτωση ιδιαίτερη και σε αρκετούς- όπως και σε μένα- είναι αρεστός για έναν λόγο εντελώς διαφορετικό από εκείνους οι οποίοι συνήθως ορίζουν τα γούστα στη μουσική. Πίσω από την εικόνα την οποία παρουσιάζει ένας καλλιτέχνης πρέπει να υπάρχει κάτι πιο ουσιαστικό, ίσως σημαντικότερο και από την ίδια τη μουσική του. Κουράζει, για παράδειγμα, η απλότητα των Queen· ό,τι είχαν να πουν οι Μπιτλς- και είχαν πολλά βεβαίως- τα έβαζαν όλα επάνω στο τραπέζι. Δεν υπήρχε ο περφόρμερ ο οποίος θα μάγευε και θα αποπροσανατόλιζε. Τους έλειπε αυτό το μυστήριο που εξέπεμπε ο Πρίσλεϊ ή ο Μπάουι, οι Roxy Μusic, o Λου Ριντ, οι δουλειές των οποίων πάντα είχαν ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Ποτέ δεν με γοήτευαν τα παιδιά της διπλανής πόρτας που έγιναν ξάφνου αστέρες της ροκ. Και ο Σπρίνγκστιν θα μπορούσε με μια πρώτη ματιά να ενταχθεί σε μια τέτοια κατηγορία καλλιτεχνών. Ομως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι για το «Αφεντικό».

Αποτελεί ίσως και το μεγαλύτερο αγκάθι για τη μεγάλη συντηρητική πλειονότητα της αμερικανικής κοινωνίας. Ο Μπρους Σπρίνγκστιν δεν είναι μόνο το καλό παιδί που γράφει για τα προβλήματα της εργατικής τάξης, όπως και πολλοί άλλοι έκαναν, ίσως εξίσου καλά- Τζον Φόγκερτι και Τζον Μέλεκαμπ αργότερα. Με δούρειο ίππο τις υψηλές πωλήσεις του και την εξίσου υψηλή δημοτικότητά του, δεν δίστασε πολλές φορές να έλθει σε αντίθεση με την καθεστηκυία πολιτική αντίληψη σε θέματα που αφορούσαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τη συντηρητική πολιτική γενικότερα των τελευταίων κυβερνήσεων των ΗΠΑ αλλά και την επικρατούσα αντίληψη για την τρομοκρατία και να γίνει η φωνή των μεταναστών, την ίδια στιγμή που έβγαζε με τη μεγαλύτερη ευκολία τα εσώψυχά του σε μερικά από τα ομορφότερα τραγούδια της αμερικανικής μουσικής των τελευταίων 35 ετών. Αυτό είναι και το στοιχείο που συναρπάζει στο νέο άλμπουμ του «Μagic», στο οποίο ηχογραφεί για μία ακόμη φορά με τη μεγαλύτερη ροκ μπάντα του πλανήτη, την περίφημη Ε Street Βand.

Τι παρουσιάζει λοιπόν το «Μagic» το οποίο μας είχε λείψει με τα τελευταία «Τhe Rising» και «Devils & Dust»; Από το φερώνυμο τραγούδι του άλμπουμ ακόμη μας καλεί για ένα διαφορετικό ταξίδι: «Εχω ένα λαγό στο καπέλο μου./ Εάν θέλεις έλα να δεις. / Αυτό είναι που πρόκειται να γίνει». Ολόκληρο το «Μagic», και τα δώδεκα τραγούδια, ηχεί σαν μια ανθολογία της καριέρας του Σπρίνγκστιν μέσα όμως από νέες συνθέσεις. Το κυριότερο στοιχείο ωστόσο σε αυτή τη δουλειά είναι ότι ακόμη κι αν δεν συμφωνεί κάποιος ότι είναι το καλύτερο άλμπουμ του από το «Βorn in the USΑ», σίγουρα δεν θα έχει αντίρρηση ότι είναι το πιο δυνατό και εκείνο που θα δημιουργήσει γέφυρες με ένα νεότερο κοινό, που ακούει για ένα σπουδαίο ρόκερ αλλά δύσκολα μπορεί να τον ακολουθήσει μέσα από τα εσωστρεφή τελευταία άλμπουμ του.

Εχουμε ένα συγκρότημα θρύλο το οποίο παίζει πάντα το ίδιο δυνατά· με το ένα πόδι να πατά στην παράδοση του «Αφεντικού» του και με το άλλο στους ήχους της ροκ του σήμερα. Στοιχείο εμφανές από το πρώτο κιόλας τραγούδι «Radio Νowhere» όπου ο δυναμικός ήχος του συγκροτήματος θα μπορούσε να προέρχεται από οποιοδήποτε καλό νεοϋορκέζικο συγκρότημα τελευταίας εσοδείας. Το καλύτερο τραγούδι μάλλον είναι το «Last to Die», όπου το βιολί της Σούζι Ταϊρέλ απογειώνει το άλμπουμ, ενώ το «Livin΄ in the Future» θα βρει σίγουρα μια θέση δίπλα στα «Dancing in the Dark» και «Ηungry Ηeart». Στίχοι που αφορούν τις απώλειες από την επέμβαση στο Ιράκ και το άδικο του πολέμου, τη σχέση του και την Πάτι Σκιάλφα και φυσικά όπως πάντα τις αναφορές του στον μικρόκοσμο του Νιου Τζέρσι. Είναι πράγματι εντυπωσιακό αυτό το άλμπουμ για έναν καλλιτέχνη της ροκ ο οποίος πλησιάζει τα 60. Μπαίνει με ευκολία δίπλα στις μεγάλες στιγμές του Σπρίνγκστιν, έστω κι αν πιθανότατα του λείπει ο αυθορμητισμός του «Βorn to Run», η ανάγκη για εξομολόγηση «Darkness at the Εdge of Τown» ή ακόμη το επικό στοιχείο του «Τhe River».

Και όπως δείχνουν τα πράγματα, όλα αυτά τα αντιλαμβάνεται και το κοινό, το οποίο αγοράζει το «Μagic» κατά χιλιάδες δίνοντάς του την πρώτη θέση στα αμερικανικά τσαρτς από την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας, όπως επίσης και στη Βρετανία και σε αρκετές ακόμη χώρες.