Ο Νάρκισσος αντίκρισε την αντανάκλαση της μορφής του στο νερό και ερωτεύτηκε τον εαυτό του. Ο Ρούντολφ Νουρέγεφ επινόησε την περσόνα του, κατέκτησε τα υψίπεδα της φήμης, ήπιε το αίμα των υποστηρικτών του, περιφρόνησε όσους τον αγάπησαν, αυτοθαυμάστηκε υπέρμετρα και θεώρησε ότι ήταν βασιλιάς του κόσμου. Για κάποιο διάστημα υπήρξε. Αλλά, δυστυχώς, όχι και την ώρα του τραγικού τέλους του.


Η πλούσια βιογραφία της Τζούλι Κάβανα «Rudolf Nureyev: The life» φέρνει στο προσκήνιο νέα στοιχεία για τον κορυφαίο χορευτή του 20ού αιώνα: ανακάλυψε τα ερασιτεχνικά φιλμ του Τέζα Κρέμκε, που βοηθούσαν τον νεαρό Νουρέγεφ στη Ρωσία να βελτιώσει την τεχνική του. Κατάφερε να διεισδύσει στα αρχεία της πρώην Σοβιετικής Ενωσης και να ανασύρει από εκεί τη λίστα όλων των ερωμένων του χορευτή, με ενδελεχείς περιγραφές των σεξουαλικών συνευρέσεών τους. Η έρευνά της δεν αγνόησε ούτε τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, όπως τα τετραγωνικά μέτρα του φτωχικού σπιτιού στο οποίο γεννήθηκε (1938) και μεγάλωσε ο Ρούντολφ Νουρέγεφ στην Ουφά, της σοβιετικής Δημοκρατίας της Μπασκιρίας: 16 τ.μ.


Τραγικός ήρωας


Αν δεν τον ευχαριστούσε η παρτενέρ του, θα την άφηνε αδίσταχτα να πέσει στο έδαφος. Κάποτε έσυρε μια μπαλαρίνα από το κολιέ της, γδέρνοντας βάναυσα τον λαιμό της. Προκάλεσε κάταγμα στο σαγόνι ενός χορευτή. Εφτυνε φωτογράφους, κλωτσούσε αστυνομικά οχήματα, έσκιζε κοστούμια. Σε μια εκδήλωση στη βίλα του Φράνκο Τζεφιρέλι πέταξε μια καρέκλα πάνω στον οικοδεσπότη και εν συνεχεία έσπασε το κουρτινόξυλο, καταστρέφοντας μια συλλογή από πολύτιμες πορσελάνες. Τον πέταξαν έξω, βέβαια, και αυτός για να τους εκδικηθεί στάθηκε για μια στιγμή στα σκαλοπάτια του σπιτιού, κατέβασε τα παντελόνια του και… αφόδευσε. Ηταν ο κλασικός, αυτοκαταστροφικός «ροκ» σταρ της δεκαετίας του 1960. Ο Μικ Τζάγκερ μιμήθηκε την ελικοειδή στροφή του κορμιού του Νουρέγεφ, εμπνευσμένη από την καλλιτεχνική παράδοση της Ανατολής. Διέκριναν σε αυτόν την «καταραμένη» ποιότητα των ηρώων του Σαίξπηρ, του Λόρδου Βύρωνα, του Γκαίτε. Η βιογράφος πλάθει ένα ισορροπημένο πορτρέτο του φαινομένου Νουρέγεφ, στρογγυλεύοντας τις ακρότητες, υποστηρίζοντας ότι η βίαιη, ακραία, πρωτόγονη πλευρά της προσωπικότητάς του ήταν αυτή που τροφοδοτούσε την «τερατώδη», ιδιοφυή, καλλιτεχνική φύση του.


Υπερφυσική μορφή


Το 1958, σε ηλικία 20 ετών, ο Νουρέγεφ έγινε μέλος των μπαλέτων Κίροφ. Θεωρούσε, ωστόσο, ότι η εκπαίδευσή του ήταν ατελής. «Αιχμάλωτος» στην Μπασκιρία, η φοίτησή του στην Ακαδημία Βαγκάνοβα των μπαλέτων Κίροφ άρχισε σε ηλικία 17 ετών. Τότε γνώρισε τον πρώτο του μέντορα διάσημο δάσκαλο χορού Αλεξάντρ Πούσκιν. Ο Πούσκιν δίδασκε την κλασικότητα της ερμηνείας. Συγχρόνως, όμως, εμφυσούσε στους φοιτητές του την ατομικότητα την οποία ώθησε στα άκρα ο «εκλεκτός» του.


Το 1961 τα μπαλέτα Κίροφ επισκέφθηκαν το Παρίσι. Ο Νουρέγεφ έκλεψε την παράσταση στο Palais Garnier, επισκίασε, όπως άλλωστε θα συνέβαινε και πολλές φορές στο μέλλον, ολόκληρο τον θίασο. Η γνωστή ανταποκρίτρια του «New Yorker» στο Παρίσι Τζάνετ Φλάνερ έγραφε: «Αναμφισβήτητα, ο πιο χαρισματικός δεξιοτέχνης του μπαλέτου από την εποχή του Νιζίνσκι, με τον οποίον είναι ο πρώτος που μπορεί να αναμετρηθεί».


Τα υπόλοιπα βράδια συναναστρεφόταν την υψηλή κοινωνία του Παρισιού. Οταν ήρθε η ώρα της αναχώρησης των μπαλέτων για το Λονδίνο, έφτασε ένα μήνυμα για τον Νουρέγεφ ότι η μητέρα του ήταν άρρωστη και πως εκείνος έπρεπε να επιστρέψει στη Ρωσία. Ολοι κατάλαβαν ότι ήταν παγίδα της KGB. Ο Νουρέγεφ όμως δεν αποκαρδιώθηκε και χρησιμοποίησε ψυχρά τις νέες γνωριμίες του για να ξεφύγει. Η Κάβανα, περιγράφοντας λεπτομερώς την πυρετική διαδικασία διάσωσης της τελευταίας στιγμής, από τη γαλλική αστυνομία, «μαγειρεύει» το τέλειο κινηματογραφικό σενάριο.


Στην Ευρώπη έδωσε τα πάντα για να τελειοποιήσει την τεχνική του. Τελικά, όμως, ό,τι και αν του έλειπε από απόψεως τεχνικής, μπορούσε να το υπερκεράσει η έντασή του, η υπερφυσική μορφή του στη σκηνή, οι σαρωτικές, νευρώδεις φιγούρες του. «Εισέρχεται στη σκηνή και νομίζει ότι μπαίνει στην αρένα» είχε παρατηρήσει η φίλη του πρίμα μπαλαρίνα Βιολέτ Βερντί. «Θα τον καταβροχθίσει ο λέοντας ή όχι;». Μπορεί οι κλασικιστές συνάδελφοί του να ξίνιζαν τα μούτρα τους με αποστροφή, αλλά αυτός ο αβυσσαλέος αισθησιασμός του ήταν που μάγευε το κοινό.


Εκρηκτική χημεία


Ηταν το 1961 η γνωριμία του με τη Μάργκοτ Φοντέιν, την πρίμα μπαλαρίνα του Royal Ballet της Αγγλίας (και όλης της Δύσης), που εξύψωσε τη φήμη του στο απόγειο. Η ένωσή τους πάνω στη σκηνή δημιουργούσε έναν ανεπανάληπτο σπινθήρα, μια απροσδιόριστη ακτινοβολία, καθηλωτική. Η Φοντέιν, μάλιστα, χάρη σε αυτόν «αναστήθηκε» σε μια δεύτερη καριέρα, τη στιγμή που όντας 42 ετών προετοίμαζε την αποχώρησή της. Εκείνος ήταν 23. Ο κόσμος τους λάτρεψε. Πρώτη φορά δημιουργούνταν ουρές για εισιτήρια μπαλέτου. Εγινε λαϊκό θέαμα. Επί μία δεκαετία ήταν το πιο διάσημο ζευγάρι της σκηνής. Ολοι αναρωτιούνταν από πού προέρχεται αυτή η εκρηκτική χημεία, αν ο Νουρέγεφ και η Φοντέιν ήταν ζευγάρι και στη ζωή. Ευτυχώς, η Κάβανα αφήνει το ερώτημα να αιωρείται, επισημαίνοντας ότι είναι άνευ ουσίας.


Το πιο φημισμένο ντουέτο τους πραγματοποιείται το 1965 στο pas des deux του «Le Corsaire», όπου η Φοντέιν εμφανίζεται στα μπλε, ως ντελικάτη κόρη, και ο Νουρέγεφ, ως ανατολίτης σκλάβος. Και μόνος του, βέβαια, το ίδιο καλά τα κατάφερνε. Εφερε στη Δύση τη ρωσική «γλώσσα» χορού, το ρωσικό μεγαλείο και την πλαστικότητα της κίνησης σε παραστάσεις όπως η «Λίμνη των κύκνων», η «Ωραία κοιμωμένη», «Δον Κιχώτης». Το 1963 οι Ευρωπαίοι παρακολούθησαν πρώτη φορά την «Μπαγιαντέρα» και συγκεκριμένα την Τρίτη Πράξη, τις «Σκιές», η οποία εθεωρείτο σπουδή στο κλασικό μπαλέτο.


Τελευταίες ημέρες


Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε το ίδιο ακαριαία όσο και η άνοδος του Νουρέγεφ στο πάνθεον των διασημοτήτων. Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1960 άρχισε να γίνεται αισθητό ότι το αήττητο ντουέτο των Νουρέγεφ – Φοντέιν «απορροφούσε» το Royal Ballet, και καταδίκαζε σε αφάνεια ανερχόμενους, νεότερους χορευτές. Η Φοντέιν, που ένιωθε ενοχές απέναντι στη νέα γενιά, εγκατέλειψε τελικά τον χορό για προσωπικούς λόγους. Ο Ρούντι χόρεψε για άλλα θέατρα και σταδιακά άρχισε να χορογραφεί. Προσέθετε σεξ και βία στη θεματολογία κλασικών θεμάτων και τα μπόλιαζε με επιπλέον φιγούρες (ronds des jambes, petits battements), οι οποίες κατά πολλούς καθιστούσαν τη χορογραφία φλύαρη. «Είχε κάποιο ταλέντο ως χορογράφος, αλλά συνολικά όχι αξιοσημείωτο» είχε παρατηρήσει η Νινέτ ντε Βαλουά, καλλιτεχνική διευθύντρια του Royal Ballet. Υστερα περιόδευσε σε ολόκληρη την υφήλιο, προσδίδοντας σε μέτριους θιάσους ακτινοβολία. Χόρεψε στις 68 από τις 70 παραστάσεις στην αμερικανική περιοδεία του Αυστραλιανού Μπαλέτου από το 1970 ως το 1971.


Και σε αυτούς τους θιάσους, ωστόσο, δημιουργούσε προβλήματα: στη Στοκχόλμη άρχισε να κλωτσάει το πόντιουμ του μαέστρου ώσπου το έκανε θρύψαλα. Η ψυχή και το σώμα του άρχισαν να εμφανίζουν σημάδια εξάντλησης. Προσπάθησε να τη μετριάσει, βυθιζόμενος σε ακόμη περισσότερες υπερβολές και καταχρήσεις: αγόραζε βίλες σε όλο τον κόσμο – από το Παρίσι και το Λονδίνο ως τη Νέα Υόρκη και τη Βιρτζίνια, μεταξύ πολλών ακόμη. Η Νινέτ Ντε Βαλουά ισχυρίστηκε ότι η αίσθηση απεριόριστης ελευθερίας που βίωσε στη Δύση επέφερε την καταστροφή του. Η Κάβανα θεωρεί ότι προσπαθούσε να βρει τη λύτρωση.


Το 1984 διαγνώστηκε ότι έπασχε από AIDS, κατά τη διάρκεια της δεύτερης χρονιάς ως καλλιτεχνικού διευθυντή της Οπερας του Παρισιού. Εζησε τρία χρόνια ακόμη. Στη Δύση δεν τον ανέβαζαν πλέον στη σκηνή. Ετρεχε στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στις Σεϋχέλλες. Μια φορά χόρεψε με τον καθετήρα κρυμμένο στα κοστούμια του. Ο χορογράφος Ρούντι βαν Ντάντζιγκ παρομοίασε τότε τον Νουρέγεφ με άρρωστο σκυλί που σιωπηλά αποσύρεται στη φύση, περιμένοντας να έρθει το τέλος. Και η Κάβανα δικαιωματικά χρησιμοποιεί τον όρο «ιερό τέρας» ως υπότιτλο της διεξοδικής βιογραφίας της.