Υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα αποδείχθηκαν όσα έταξε στους τριτέκνους ο πρωθυπουργός κ. Κ. Καραμανλής. Ανώτεροι δικαστικοί λειτουργοί και εκπρόσωποι του νομικού κόσμου, οι οποίοι επικαλούνται αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια μέσα στα 3,5 χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, επισημαίνουν ότι «οι τρίτεκνες οικογένειες κρατήθηκαν σε ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρείας, αναμένοντας την πλήρη εξομοίωσή τους με τους πολυτέκνους, που δεν ήρθε ποτέ». Σύλλογοι των τριτέκνων κάνουν λόγο για «εμπαιγμό» από την κυβέρνηση αναφερόμενοι τόσο στις παλιές εξαγγελίες όσο και στις καινούργιες, εν όψει των σημερινών εκλογών, περί παροχής στις τρίτεκνες οικογένειες του πολυτεκνικού επιδόματος. Και αυτό διότι, όπως επισημαίνουν και νομικοί, η παροχή οποιουδήποτε επιδόματος, ακόμη και αν αυτό ονομάζεται «πολυτεκνικό», δεν σημαίνει ότι αυτομάτως οι τρίτεκνοι εξομοιώνονται με τους πολυτέκνους.


Μία από τις αποφάσεις που επικαλούνται ο νομικός κόσμος και οι τρίτεκνοι είναι αυτή που εκδόθηκε το 2006 από το Α´ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας που ασχολήθηκε με την επίλυση της διαφοράς ανάμεσα σε μια μητέρα, η οποία διεκδικούσε το επίδομα τρίτου παιδιού, και του ΟΓΑ. Συγκεκριμένα ο αρμόδιος κρατικός οργανισμός αρνούνταν να καταβάλει το επίδομα υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη τρίτεκνη μητέρα δεν το δικαιούται, επειδή το ετήσιο εισόδημά της υπερέβαινε το εισοδηματικό όριο που ορίζει ο νόμος.


Το Α’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας στην απόφασή του (2036/2006) επισήμαινε ότι η ειδική φροντίδα που απαιτεί το Σύνταγμα για τους πολυτέκνους αφορά τους γονείς εκείνους που έχουν τουλάχιστον τέσσερα παιδιά. Και επικαλούνταν παλαιότερη απόφασή του, του 2001, σύμφωνα με την οποία η συνταγματικά προβλεπόμενη ειδική φροντίδα για τους πολυτέκνους δεν μπορεί να εξαρτάται από εισοδηματικά κριτήρια.


Συνεπώς, κατέληγε το ΣτΕ, η κατάργηση του πλαφόν έχει να κάνει με τη χορήγηση επιδομάτων στους πολυτέκνους και όχι στους τριτέκνους. Οι τελευταίοι, σύμφωνα με το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, ελλείψει σχετικής νομοθετικής διάταξης δεν θεωρούνται πολύτεκνοι και άρα γι’ αυτούς μπορούν να τίθενται από την πολιτεία εισοδηματικά κριτήρια ως προς τη χορήγηση επιδομάτων.


* Δικαστική μάχη ΟΓΑ-τριτέκνων


Μια άλλη δικαστική «μάχη» μεταξύ του κρατικού ΟΓΑ και ενός τρίτεκνου πατέρα κατέληξε στη νίκη του δεύτερου, ακριβώς διότι στη δική του περίπτωση ο νόμος τον κατέτασσε ρητά για ειδικό λόγο στην κατηγορία των πολυτέκνων.


Η υπόθεση αυτή αφορούσε τον πατέρα τριών παιδιών ο οποίος ήταν χήρος. Οσο τα παιδιά του ήταν ανήλικα ο πατέρας ελάμβανε επίδομα, καθώς με νόμο που ισχύει από το 1944 και τροποποιήθηκε το 1978 πολύτεκνοι θεωρούνται και οι πατέρες τριών παιδιών στην περίπτωση που η μητέρα πεθάνει. Οταν τα παιδιά ενηλικιώθηκαν ο πατέρας ζήτησε από τον ΟΓΑ να του χορηγήσει ισόβια σύνταξη με βάση νόμο του 1990 που προβλέπει ότι όταν πάψει να χορηγείται το επίδομα πολυτεκνίας στη μητέρα πρέπει να της δοθεί ισόβια σύνταξη ίση με το τετραπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη. Ο οργανισμός αρνήθηκε το αίτημά του υποστηρίζοντας ότι ο νόμος προβλέπει ισόβια σύνταξη μόνο για την πολύτεκνη μητέρα.


Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας λαμβάνοντας υπόψη και τη συνταγματική διάταξη που ορίζει ότι οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, έκρινε με την 314/2007 απόφασή της ότι «δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό να χορηγείται μόνο στη μητέρα η παροχή». Και έκανε δεκτά τα επιχειρήματα του αιτούντα θεωρώντας ότι και ο πατέρας πρέπει να λαμβάνει τη σύνταξη, η οποία μαζί με το επίδομα έχει χαρακτήρα κινήτρου «προς τους νέους γονείς για τη δημιουργία πολύτεκνων οικογενειών, με στόχο την αντιμετώπιση του οξέος δημογραφικού προβλήματος της χώρας».


Οι τρίτεκνοι, όπως φάνηκε από τις υποθέσεις επί των οποίων έκριναν τα δικαστήρια, δεν βρήκαν μόνο τον ΟΓΑ απέναντί τους. Σε κάποιες περιπτώσεις οι προσφεύγοντες κατά των αποσπασματικών μέτρων για τους τριτέκνους ήταν μέλη πολύτεκνων οικογενειών που θεώρησαν ότι θίγονται κατοχυρωμένα δικαιώματά τους.


Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση νεαρού γιου πολύτεκνης οικογένειας ο οποίος προσέφυγε στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Ο αιτών συμμετείχε στις γενικές εξετάσεις του 2006 και μεταξύ των σχολών προτίμησής του δήλωσε και τη Σχολή Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας. Ο νεαρός συγκέντρωσε 13.849 μόρια και δεν συμπεριελήφθη στον πίνακα των επιτυχόντων των ειδικών κατηγοριών οι οποίες, σύμφωνα με τη νομοθεσία, καλύπτουν το 10% των εισαγομένων στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας.


* Ανεπίτρεπτοι οι περιορισμοί


Στην υπόθεση αυτή η «πλάστιγγα» της δικαστικής κρίσης έγειρε υπέρ του νεαρού προσφεύγοντος, καθώς το Διοικητικό Εφετείο διαπίστωσε «ανεπίτρεπτο περιορισμό» της ειδικής φροντίδας του κράτους που δικαιούνται σύμφωνα με το Σύνταγμα ( άρθρο 21, παρ. 2) οι πολύτεκνες οικογένειες. Ποιο ήταν το πρόβλημα για τους δικαστές; Μια διάταξη νόμου του 2006 (Ν. 3454/2006), η οποία πρόσθετε και τα μέλη των τρίτεκνων οικογενειών στις ειδικές κατηγορίες που καλύπτουν το 10% των εισαγομένων στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας. Πριν από τη ρύθμιση αυτή, που τροποποιούσε το ως εκείνη τη χρονική στιγμή ισχύον νομοθετικό καθεστώς, το ποσοστό του 10% καλυπτόταν κυρίως από τους πολυτέκνους και κατά δεύτερο λόγο από κάποιες άλλες ειδικές κατηγορίες.


Σύμφωνα όμως με τους δικαστές του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών η νέα διάταξη έχει ως αποτέλεσμα «να περιορίζεται και να υποβαθμίζεται σε υπερβολικό βαθμό η αδιαστίκτως υπέρ των πολυτέκνων οικογενειών επιβαλλομένη από το Σύνταγμα ειδική φροντίδα του κράτους». Και αυτό διότι, όπως αναφέρεται στην απόφαση, «οι τρίτεκνες οικογένειες είναι πολύ περισσότερες αυτών των πολυτέκνων» και συνεπώς η διάταξη που προσθέτει τους γονείς και τα παιδιά των τρίτεκνων οικογενειών στο ποσοστό του 10% «είναι αντισυνταγματική και γι’ αυτό ανίσχυρη».


Με βάση αυτό το σκεπτικό το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 684/2007 απόφασή του ακύρωσε ως μη νόμιμη την παράλειψη της διοίκησης να θεωρήσει τον αιτούντα ως επιτυχόντα υποψήφιο στη Σχολή Αστυφυλάκων. Επίσης διέταξε να καταρτιστεί νέος πίνακας επιτυχόντων των ειδικών κατηγοριών χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτόν οι γονείς και τα παιδιά των τρίτεκνων οικογενειών και να ληφθεί υπόψη η σειρά στην οποία θα κατατασσόταν ο νεαρός αιτών. Και στην περίπτωση που η βαθμολογία του επιτρέπει την εισαγωγή του, να κληθεί για κατάταξη στη Σχολή Αστυφυλάκων.


Μόνη λύση η νομοθετική ρύθμιση


Ενας τρόπος, λένε οι νομικοί, για να τεθεί τέρμα στην ομηρεία των τριτέκνων είναι η προώθηση νομοθετικής ρύθμισης για την έννοια της πολύτεκνης οικογένειας. Αυτή τη θέση εκφράζει και ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου – Διοικητικών Θεσμών στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, ο οποίος αφού αναφέρει τα όσα ορίζει το Σύνταγμα περί «ειδικής φροντίδας του κράτους» για την πολύτεκνη οικογένεια, επισημαίνει: «Εν όψει της διατύπωσης και του περιεχομένου της εν λόγω συνταγματικής διάταξης αλλά και του προαναφερθέντος σκοπού της, η εξυπηρέτηση του οποίου συνιστά και λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, κρίθηκε νομολογιακώς ότι η θέσπιση εξαιρέσεων με κριτήρια αναγόμενα στο εισόδημα των πολυτέκνων οικογενειών δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή (ΣτΕ 1095/2001)».


Επιπλέον ο κ. Χρυσανθάκης τονίζει: «Ο νομοθέτης, στην προσπάθειά του να συμβάλει στην επίλυση του προβλήματος, πρόβλεψε με τον Ν. 1892/1990 (άρθρο 63 παρ.1) τη χορήγηση επιδόματος 34.000 δρχ. στις τρίτεκνες οικογένειες. Το επίδομα αυτό αυξήθηκε σε 40.000 δρχ. με το άρθρο 39 παρ. 1 του Ν. 2459/1997. Η προσπάθεια ωστόσο να εξομοιωθούν ερμηνευτικά οι τρίτεκνες οικογένειες με τις πολύτεκνες προσέκρουσε στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2036/2006). Η θέση της τελευταίας είναι ότι ο νομοθέτης έχει κατ’ αρχήν ευχέρεια να προσδιορίσει την έννοια της πολύτεκνης οικογένειας, στην οποία όμως κατά το ισχύον δίκαιο δεν περιλαμβάνεται η τρίτεκνη, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, προκειμένου για ειδικές περιπτώσεις». Και προσθέτει καταλήγοντας: «Η θέση αυτή της νομολογίας επιτρέπει τα ακόλουθα δύο συμπεράσματα, ότι δηλαδή: (ι) το Σύνταγμα αναγνωρίζει αρμοδιότητα στον νομοθέτη να ορίσει την έννοια της πολύτεκνης οικογένειας με τον περιορισμό βεβαίως των κανόνων της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και (ιι) για την αποτελεσματική-αδιαμφισβήτητη αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτείται σχετική νομοθετική ρύθμιση».