Η ρήση του Μαρξ ότι «η ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων» είναι, όπως μας λένε, ξεπερασμένη. Οι σημερινές «μεταβατικές» κοινωνίες δεν αντιστοιχούν «πια» στη διπολική μαρξιανή αντιπαράθεση ανάμεσα σε αστούς και προλεταρίους. Τα προαιωνίως συγκρουσιακά κοινωνικοπολιτικά λεξιλόγια θα πρέπει λοιπόν να εγκαταλειφθούν. Χωρίς περαιτέρω συζήτηση, οι «μεταβιομηχανικές», «μεταφορντικές» ή «μεταμοντέρνες» κοινωνίες θα αναγορευθούν σε ενεργεία «μετα-ταξικές» ή δυνάμει «υπερταξικές», και κατ’ επέκτασιν σε κατ’ επιταγήν «συναινετικές».
Ολοι μπορούμε και οφείλουμε να συνυπάρχουμε στους κόλπους μιας κοινωνίας που, και αν ακόμη επιδέχεται βελτίωση, εμφανίζεται βαθύτατα ορθολογική και πειστική. Και έτσι, ξορκίζοντας την αντιπαράθεση και τη ρήξη, επιχειρούμε να εξαλείψουμε το πρόβλημα των οποιωνδήποτε κοινωνικών αντιθέσεων.
Μαζί με το αλήστου μνήμης φόβητρο της ταξικής σύγκρουσης που όλοι μας ξέρουμε δα πού οδήγησε απαλλασσόμαστε ταυτόχρονα και από το αγκάθι των οδυνηρών αντιξοοτήτων της εκμετάλλευσης, της ανισότητας και της αθλιότητας. Η ηθική μας ευθύνη σε σχέση με το υπό αίρεσιν γίγνεσθαι μπορεί εφεξής να αναχθεί σε πραγματιστικούς συναινετικούς υπολογισμούς. Αρκεί βέβαια οι υπολογισμοί αυτοί να κατατείνουν προς την εξασφάλιση της τάξης και την προαγωγή της ανοχής, με οποιουσδήποτε όρους και με οποιοδήποτε τίμημα.
Το μη ανήκειν στον κοινωνικό ιστό
Με επαναπαυμένη τη διαφωτισμένη συνείδησή μας, δικαιούμαστε και οφείλουμε λοιπόν να δρούμε απλώς αποσπασματικά, πυροσβεστικά και ευκαιριακά. «Μεταβαίνοντας» προς μιαν «άγνωστη πρόοδο» και θύοντας στον βωμό του άγνωστου θεού της «ελεύθερης» εκδίπλωσης των πεπρωμένων μας, αρκούμαστε στην απλή συμπτωματολογική διαχείριση των ασθενειών του παρόντος. Αφού ως σεμνοί αγνωστικιστές δεν δικαιούμαστε να προγραμματίζουμε την αρετή, δεν μπορούμε και να μετασχηματίζουμε την κοινωνία. Και έτσι, οι κοινωνικές μας πεποιθήσεις μπορούν να ανάγονται στο αίτημα του πολιτικού και αξιακού μινιμαλισμού που αποδόθηκε εύστοχα με τον όρο disjointed incrementalism, ήγουν αποδιαρθρωμένη ψηγματολογία.
Δεν νομίζω βέβαια ότι η δεσπόζουσα ανάλυση για τον «θάνατο» του προλεταριάτου ευσταθεί, ούτε κατά μείζονα λόγο πιστεύω πως οι αριθμολάγνες αναλύσεις των μετανεωτερικών κοινωνικών δομών αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Ασχέτως όμως από αυτό, εκείνο που εν πάση περιπτώσει χαρακτηρίζει τις κοινωνίες μας κατά τρόπο εξόφθαλμο είναι ο πολλαπλασιασμός των αποκλήρων, των εκτός Πολιτείας, εκτός τάξεων και κατηγοριών, εκτός ηθικής, εκτός των τειχών. Αυτών δεν επιδιώκεται καν η συναίνεση ή η ανοχή, δεν αναγνωρίζεται καν η δυνάμει συγκρουσιακή σχέση με τους άλλους, δεν ονοματίζεται καν η λειτουργία. Σαν τους θήτες της αρχαίας Ελλάδας, σημαίνονται από την έλλειψη οποιασδήποτε οργανωμένης κοινωνικής σήμανσης. Σφραγίζονται όχι από τη συμμετοχή τους στην ίδια με τους άλλους κοινωνία αλλά από το μη-ανήκειν στον κοινωνικό ιστό. Οπως γράφει ο διαπρεπής αρχαιοελληνιστής Moses Finlay που υπήρξε ο ίδιος θήτης και θύμα του γερουσιαστή Μακάρθι οι θήτες ήταν πάντα κατώτεροι από τους δούλους: «δεν ανήκαν πουθενά, ούτε στην κοινωνία, αλλά ούτε και στον “οίκο”, από τον οποίο εξαρτούνταν όχι μόνο η ικανοποίηση των υλικών αναγκών, και της ασφάλειάς τους, αλλά επίσης και οι κανόνες και οι ηθικές αξίες, οι απασχολήσεις, τα καθήκοντα και οι ευθύνες, οι κοινωνικοί δεσμοί και οι σχέσεις με τους θεούς». Ηταν δηλαδή εκτός «πραγματικότητας», αλλά και «εκτός συμβολικής». Και συνεπώς μπορούσαν να θεωρούνται και «εκτός των κεκανονισμένων συγκρούσεων».
Ηθική αχρωματοψία
Σε αυτό ακριβώς συνίσταται λοιπόν ίσως η μείζων «ηθική αχρωματοψία» των μεταβατικά αυτάρεσκων κοινωνιών μας. Μη αναγνωρίζοντας καν τις «τάξεις», χάνουμε εντελώς από τον οπτικό μας ορίζοντα τα φαιά περιθώρια που περιβάλλουν την εσκεμμένα αχνή εικόνα των «εκτός τάξεων» άλλων. Και βέβαια παραβλέπουμε ότι, αν μπορούμε να επαιρόμαστε ότι έχουμε εντάξει στο σύστημα και συνεπώς «βολέψει» τους δικούς μας εργαζομένους, αμειβόμενους και σχετικά ικανοποιημένους παρίες και «δούλους», αυτό συμβαίνει επειδή παράγουμε όλο και περισσότερους άχρηστους θήτες. Πράγματι, αν έχουμε κατορθώσει να απολιτικοποιήσουμε την πολιτική, αυτό συμβαίνει διότι τους έχουμε όλους πείσει για το ότι, αντίθετα με τους «κανονικούς» πολίτες και εργαζομένους, οι σύγχρονοι θήτες δεν μπορούν και δεν δικαιούνται να ελπίζουν πια τίποτε από αυτήν. Οι άμαχοι της Βαγδάτης, οι πρόσφυγες της Ρουάντα, τα παιδιά του Καζακστάν, οι υπάνθρωποι του Μπρονξ και οι απεγνωσμένοι Βορειοηπειρώτες βρίσκονται έξω από το σύστημα παραγωγής ή μπαινοβγαίνουν σε αυτό όσο τους επιτρέπεται , έξω από τους νόμους, έξω από τα πρότυπα, έξω από την ελπίδα και έξω από τις ονοματισμένες κοινωνικές αντιθέσεις. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει με τις δεκάδες εκατομμύρια ανέργων που εξωθούνται όλο και περισσότερο έξω από την κοινωνία και από το «κοινωνικό κράτος» που κάποτε κατασκευάστηκε στο όνομά τους. Οι «άλλοι» είναι παντού, αλλά ταυτόχρονα και πουθενά.
Οι σύγχρονοι θήτες είναι λοιπόν συμβολικά ανύπαρκτοι, αφού ως «αρνούμενοι» την κοινωνία και το κράτος που τους έχουν ήδη απαρνηθεί καθίστανται και ένοχοι του εσχάτου εγκλήματος. Υπάρχουν μόνο ως αριθμοί, ως κενά, ως μνήμες, εκάστοτε ως θέαμα, και ίσως καμιά φορά ως φαντάσματα μιας πεπαλαιωμένης κοινωνικής αλληλεγγύης. Στο βάθος όμως ταξινομούνται αδυσώπητα ως εξ αντικειμένου παρεκκλίνουσες εξωκοινωνικές μορφές. Οσο και αν λυπόμαστε για αυτούς, αυτό δεν τους εξομοιώνει με εμάς, που έχουμε τα θεμιτά συμφέροντα που δικαιούμαστε να διεκδικούμε δημοκρατικά, συναινετικά και κόσμια. Είναι «ένοχοι» διότι εξακολουθούν να υπάρχουν έξω από εμάς, παρ’ όλο που δεν τους χρειαζόμαστε. Και είναι διπλά ένοχοι διότι, ακόμη και εάν το ήθελαν, δεν μπορούν να συμβάλουν στην τρέχουσα τάξη των πραγμάτων. Αντίθετα βλάπτουν, όχι όμως για αυτό που κάνουν, για αυτό που λένε ή για αυτό που θέλουν, αλλά για αυτό που «είναι».
Οι παρείσακτοι των κοινωνιών
Αυτή η ανονόμαστη αντικειμενική «ενοχή» τούς καθιστά και «φυσικά» αναλώσιμους. Τους ανθρώπους που εγκλείονται σε γκέτο, ως επικίνδυνοι, διαφορετικοί και ακατανόητοι, τους ανθρώπους που δεν μπορούμε βέβαια (ακόμη) να τους εξοντώσουμε απροσχημάτιστα, αλλά από τους οποίους δικαιούμαστε και οφείλουμε να προφυλαχθούμε ως εξ αντικειμένου βλαπτικούς, τους ανθρώπους που κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους ξεχάσουμε, τους παρακολουθούμε συνεχώς. Οχι όμως σαν τις «επικίνδυνες τάξεις» του περασμένου αιώνα, που παρέμεναν οχληρές μεν, αλλά και αναγκαίες καθ’ ότι παραγωγικές. Το ασυγχώρητο έγκλημα των δικών μας θητών είναι ότι είναι «περιττοί». Και γίνονται μάλιστα ολοένα και πιο επικίνδυνα περιττοί όσο περισσότερο πληθύνονται. Και σαν τέτοιους θα τους θυμηθούμε και θα τους αντιμετωπίσουμε αν παρ’ ελπίδα «χρειασθεί». Τότε, για να παραμείνουμε άρτιοι, οι σώφρονες θα ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να κάνουμε τα πρέποντα ενάντια στους ανονόμαστους παρείσακτους των ευκατάστατων κοινωνιών μας. Αυτό ακριβώς κάνει, ρητά ή σιωπηρά, η πάντοτε «εν νομίμω αμύνη» ευρισκομένη Πολιτεία, αυτό κάνει και η οργανωμένη διεθνής κοινωνία που καλείται ολοένα και συχνότερα να παρέμβει εναντίον όσων αμφισβητήσουν την άρτια τάξη της. Αυτό κάνουμε και εμείς όλοι όταν αναγκάζοντας τους θήτες να διαφοροποιηθούν τους επιβάλλουμε και τις κυρώσεις της ακούσιας διαφοροποίησής τους.
Ισως βέβαια αυτό να γινόταν πάντα. Ο Θουκυδίδης καταγράφει, χωρίς βέβαια να εκπλήσσεται, ότι, εν μέσω Πελοποννησιακώ Πολέμω, το 421 π.Χ., Αθηναίοι και Σπαρτιάτες συμφωνούσαν να αλληλοβοηθηθούν σε περίπτωση εξέγερσης των καταφρονεμένων. «Ην δε η δουλεία επανίστηται, επικουρείν Αθηναίους Λακεδαιμονίοις παντί σθένει κατά το δυνατόν». Σε σχέση με τους θήτες, οι θύτες θα βρίσκουν πάντα τον τρόπο να παραμένουν ενωμένοι και ομό-φωνοι. Οταν απειληθούν με ανατροπή, οι κρατούντες, μόνιμοι ή απλώς «μεταβατικοί», δεν δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τα άλλως δυσδιάκριτα θύματά τους, και να επιλέξουν τον λυσιτελέστερο τρόπο δράσης. Ευθύς η «αποδιαρθρωμένη ψηγματολογία» εγκαταλείπεται και ο επικίνδυνος εχθρός ονομάζεται απερίφραστα. Πράγματι, ακόμη και αν οι τάξεις δεν επιτρέπεται κατ’ αρχήν να ονοματίζονται, ορισμένες επιμένουν εκάστοτε να φωνασκούν ως εάν «υπήρχαν» με διαφορετικούς όρους από εκείνες που αρέσκονται στην αποσιώπηση της ταξικής τους λειτουργίας. Είναι εκείνες ακριβώς που επιβιώνουν κατ’ παρέκκλισιν των κατεστημένων σημασιών, εκείνες επομένως που επιτρέπεται και να θυσιάζονται κατά παρέκκλισιν των κατεστημένων κανόνων. Οταν βέβαια χρειασθεί.
Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



