Η ισότητα είναι συνυφασμένη με τη νεωτερικότητα, σε αντίθεση με την ιδέα της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων, η οποία δικαιώνει τα προνόμια που ίσχυαν σε προνεωτερικές κοινωνίες. Είναι γνωστό ότι η νεωτερικότητα συνδέεται με τον πολιτισμό του Διαφωτισμού, που αντιτίθεται σε οτιδήποτε αντιβαίνει στον ορθολογισμό. Και η αρχή της ισότητας συνδέεται άμεσα με τον ορθολογισμό κατά τούτο: ότι η λειτουργία του τελευταίου προϋποθέτει την ύπαρξη ίσων φορέων ορθολογικότητας. Κάθε άτομο λογίζεται ως ίσο με κάθε άλλο, όχι σε σχέση με τη δύναμη, την ικανότητα ή τις γνώσεις που έχει, αλλά επειδή είναι λήπτης και χειριστής του ορθού λόγου.
Επί πλέον, στον δικό μας πολιτισμό, κάθε άτομο θεωρείται ίσης ηθικής αξίας με κάθε άλλο, ανεξάρτητα από την (πραγματική ή υποτιθέμενη) χρησιμότητα που έχει για την κοινωνία. Αυτή η ιδέα ξεκινάει μάλιστα σε προνεωτερική εποχή, με τη γένεση του χριστιανισμού. Ο τελευταίος δεν εξίσωσε μόνο τους δούλους με τους κυρίους αλλά και τους αμαρτωλούς με τους ενάρετους, τους πιστούς με τους άπιστους, τους πτωχούς τω πνεύματι με τους οξυδερκείς κτλ. Αργότερα, όταν γεννιέται η ιδέα του συμβολαίου και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτό, είτε στο πεδίο των ιδιωτικών συναλλαγών είτε σε θεωρίες «κοινωνικού συμβολαίου» από τον 17ο αιώνα και έπειτα, η προϋπόθεση της ισότητας των συμβαλλομένων μερών είναι λογικά αναγκαία. Ο καθένας είναι ίσος με τον καθένα εφόσον αποτελεί έλλογο άτομο, φορέα ίσων δικαιωμάτων, υπεύθυνο για τις πράξεις του και τις αποφάσεις του. Πάνω σε αυτές τις παραδοχές στηρίζεται η σύγχρονη δημοκρατία.
Η ισότητα είναι, επομένως, βαθύτατα ριζωμένη στον δυτικό πολιτισμό, που σήμερα απλώνεται σε όλον τον κόσμο. Μπορεί μάλιστα να υποστηριχθεί ότι αποτελεί τη θεμελιακή οργανωτική αρχή της νεωτερικότητας, γι’ αυτό και ο ανθρωπολόγος Louis Dumont αντιδιαστέλλει τον homo aequalis του σύγχρονου πολιτισμού με τον homo hierarchicus της προνεωτερικής κοινωνίας. Στον πολιτισμό αυτόν το άτομο είναι μοναδικό υποκείμενο δράσης, ευθύνης και δικαιωμάτων. Η ηθική και πολιτική του ισότητα με άλλα άτομα είναι αλληλένδετη με την αναγνώριση αυτής της αρχής και την παράλληλη απόρριψη οποιασδήποτε ιδέας περί συλλογικής οντότητας, συλλογικών δικαιωμάτων ή συλλογικής βούλησης.
Είναι φανερό ότι αυτή η ιδέα της ισότητας μεταξύ δικαιωματούχων ατόμων δεν έχει καμιά σχέση με τον εξισωτισμό, δηλαδή την προτασσόμενη ανάγκη πολιτικής παρέμβασης με σκοπό την εξασφάλιση της οικονομικής ισότητας. Η ιδέα αυτή προβάλλεται από τους υποστηρικτές της ως προέκταση και συμπλήρωση της αρχής της ισότητας δικαιωμάτων, την οποία απαξιωτικά αποκαλούν «απλώς τυπική». Και συσχετίζουν την πολιτική εξισωτισμού εισοδημάτων με την ανάγκη αντιμετώπισης κοινωνικών προβλημάτων που σχετίζονται με την οικονομική αθλιότητα μεγάλης μερίδας του κοινωνικού συνόλου.
Ας μην παραβλέπουμε τη σημασία αυτής της ανάγκης, η οποία είναι πριν απ’ όλα πολιτιστική: στο πλαίσιο του δικού μας πολιτισμού γεννιέται και η ευαισθησία που δεν επιτρέπει ανοχή της ένδειας ή της οικονομικής ανισότητας πέρα από ορισμένα όρια τα οποία συνεχώς αναθεωρούνται και μετακινούνται. Η αναγνώριση αυτής της ανάγκης όμως δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζεται ως σκοπός της κοινωνίας η ισότητα αποτελεσμάτων.
Ας υποθέσουμε όμως ότι μια ανοιχτή, δημοκρατική κοινωνία συνειδητά επιλέγει την ισότητα στην κατανομή οικονομικών πόρων ως μια απόλυτη αξία, ως σκοπό που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση και να κατοχυρώνεται ενδεχομένως και στους θεσμούς. Η πολιτική εξισωτισμού θα πρέπει να εφαρμόζεται, για να εξασφαλίζει την ισότητα ως δημόσιο αγαθό, κατά απόλυτη προτεραιότητα άλλων αγαθών και ανεξαρτήτως κόστους. Το κόστος όμως αυτό δεν είναι μικρό. Συνίσταται στην αποποίηση της δυνατότητας αύξησης της ευημερίας της κοινωνίας, αν πρόκειται να αυξηθεί η ανισότητα. Σε μια ανεπτυγμένη κοινωνία αυτό είναι αναπόφευκτο: προϋπόθεση της οικονομικής ανάπτυξης είναι η αύξηση της ανισοκατανομής των περιουσιών και των εισοδημάτων. Ή λοιπόν θα πρέπει να εφαρμόσουμε την «αρχή της διαφοράς» του φημισμένου πολιτικού φιλοσόφου John Rawls, που θεωρεί ευκταία μια αύξηση της ανισοκατανομής αν πρόκειται να βελτιωθεί έστω και λίγο το επίπεδο του φτωχότερου τμήματος του πληθυσμού, ή θα πρέπει να αρνηθούμε αυτή τη δυνατότητα, εφόσον αναγνωρίζουμε την αξία της ισότητας ως απόλυτη.
Με άλλα λόγια, η πολιτική του εξισωτισμού, που θέλει να είναι συνεπής με τον εαυτό της, πρέπει να πληρώσει το τίμημα που είναι η μείωση (ή η μη αύξηση) της ευημερίας και μάλιστα των φτωχότερων, ακόμη και αν οι ίδιοι προτιμούν να αυξηθεί η ανισότητα, προκειμένου να βελτιώσουν την οικονομική τους θέση. Και αυτό το τίμημα σήμερα κανένας δεν θέλει να το πληρώσει είτε λογιζόμενο ως οικονομικό κόστος για οποιοδήποτε άτομο είτε ως πολιτικό κόστος για οποιαδήποτε κυβέρνηση.
Ο κ. Δημήτρης Δημητράκος είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



