Επί 15 ημέρες οι Ταλιμπάν πολυβολούσαν το τεράστιο άγαλμα του Βούδα χωρίς επιτυχία ώσπου τελικά το ανατίναξαν. Οταν καταλάγιασε η σκόνη της έκρηξης, από το μνημείο απέμεινε μόνο η «νεκροκεφαλή» του Βούδα να κοιτάζει από ψηλά, ενώ η ανθρωπότητα παρακολουθούσε σε ζωντανή μετάδοση τη βάνδαλη καταστροφή ενός μνημείου που συμπληρώθηκε με την είδηση ότι ανάλογη τύχη είχαν και άλλες αρχαιότητες ανάμεσά τους και ελληνιστικά έργα. Αν και όλα έγιναν στο όνομα του Αλλάχ, εύκολα κατανοείται ότι πίσω από το θρησκευτικό πρόσχημα κρύβεται η πρόθεση να δηλωθεί δυναμικά η ισχύς μιας νέας πολιτικής εξουσίας. Ετσι εμείς γίναμε θεατές μιας κυρίως πολιτικής ενέργειας αλλά και μιας αρχαιολογικής πράξης με την αρνητική έννοια που έχει η καταστροφή αρχαίων μνημείων. Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα τέτοιων αρχαιολογικών καταστροφών όταν ένας νέος πολιτισμός ή πολιτική κατάσταση καταργεί τα έργα μιας προηγούμενης. Πολύ συχνά επίσης βλέπουμε τη θετική πλευρά της ίδιας προσέγγισης του παρελθόντος, η οποία ουσιαστικά είναι επίσης μια αρχαιολογική πράξη που επιτυγχάνεται άλλοτε θεωρητικά, με αναζήτηση παλαιών συμβόλων, και άλλοτε πρακτικά, με ανασκαφές για να βρεθούν τα αρχαία που θα επιβεβαιώσουν την καταγωγή και θα νομιμοποιήσουν τη νέα κατάσταση.
* Η επιβεβαίωση της καταγωγής
Ο καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης κ. Θανάσης Καλπαξής, ο οποίος διευθύνει και το ερευνητικό πρόγραμμα του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών για την «Επίδραση των πολιτικών σκοπιμοτήτων στην εξέλιξη της αρχαιολογικής επιστήμης στην Ελλάδα», μιλάει στο «Βήμα» γι’ αυτό το θέμα και μέσα από μια γρήγορη σταχυολόγηση μαρτυριών προσεγγίζει την ευρύτερη έννοια του όρου αρχαιολογία και την πολιτική διάστασή της.
Μας θυμίζει ότι η αναζήτηση των αρχαίων λειψάνων και των τάφων των προγόνων που συναντάμε συχνά στις αρχαίες κοινωνίες είναι μια μορφή αρχαιολογίας που γινόταν με πολιτικούς στόχους προκειμένου να νομιμοποιηθεί μια νέα πολιτική κατάσταση. Για να λειτουργήσει π.χ. η πόλη της Αθήνας έπρεπε να βρεθούν τα οστά του Θησέα και για να σταματήσουν οι καταστρεπτικοί πόλεμοι ανάμεσα στη Σπάρτη και στην Τεγέα έπρεπε να βρεθούν τα λείψανα του Ορέστη. Σε αυτό ενυπάρχουν σε αρχέγονη μορφή όλες οι διαδικασίες της αρχαιολογίας: το ξέθαμα, η μεταφορά και η φύλαξη, που γίνονται για να επιβεβαιωθεί μια ένδοξη καταγωγή ή για να σταματήσει κάποιο κακό. Γιατί η καταγωγή και επομένως και η διαδοχή του παρελθόντος είναι ένα σημαντικό στοιχείο που νομιμοποιεί μια νέα πολιτική κατάσταση.
Την ίδια ανάγκη επιβεβαίωσης της καταγωγής, με μεθόδους όμως που βρίσκονται κοντύτερα στη σύγχρονη αρχαιολογική επιστήμη, συναντούμε στον Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση όταν οι πάπες κάνουν συστηματικότερες ανασκαφές για να φέρουν στο φως ρωμαϊκά γλυπτά που θα επιβεβαιώσουν την απευθείας καταγωγή τους από τη Ρώμη. Και μάλιστα τότε με παπικές εγκυκλίους προστατεύονται οι αρχαιότητες και δημιουργούνται οι πρώτες αρχαιολογικές συλλογές. Βλέπουμε δηλαδή πως η νέα εξουσία επιλέγει εκείνο το παρελθόν που την εξυπηρετεί περισσότερο, το ξεθάβει και το προστατεύει αποδίδοντας σημασία τόσο στο ότι το αρχαίο βγαίνει από το χώμα όσο και στην προστασία του. Αυτές οι δύο αρχέγονες έννοιες (ανασκαφή – προστασία) επιβιώνουν ως πρόσφατα. Οταν βρέθηκαν οι Κόρες στην Ακρόπολη στα τέλη του 19ου αιώνα, ο τότε διευθυντής Αρχαιοτήτων Π. Καββαδίας κάλεσε τον Γεώργιο Α´ σε ειδική τελετή όπου συμβολικά τον άφησε να ξεθάψει το κεφάλι μιας Κόρης και του έδωσε έναν σπόγγο για να καθαρίσει εκείνος τα πρόσωπα των αγαλμάτων από τα χώματα ώστε να επιβεβαιωθεί έτσι η άμεση σχέση που έχει το αρχαίο με τη γη.
«Νομίζω ότι από τότε που αρχίζει να διακρίνεται αυτή η σχέση της πολιτικής εξουσίας με το παρελθόν της ως σήμερα που ασκείται η επιστημονική αρχαιολογία οι μηχανισμοί δεν έχουν αλλάξει. Συχνά δηλαδή το αρχαίο έργο αναζητείται και ξεθάβεται προκειμένου να νομιμοποιήσει και να ενισχύσει την πολιτική εξουσία, η οποία από την πλευρά της έχει πολιτικό συμφέρον να στηρίξει την αρχαιολογία» λέει ο κ. Καλπαξής.
* Χαρακτηριστικά παραδείγματα
Και ο ίδιος προσθέτει ότι σε κάθε νέα πολιτική κατάσταση η διαδοχή έπαιζε και παίζει ρόλο και ο καλύτερος διάδοχος είναι βέβαια ο απόγονος που επιβεβαιώνει τη διαδοχή διαλέγοντας είτε άμεσα είτε έμμεσα το παρελθόν που τον εξυπηρετεί περισσότερο. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος από όλη την ελληνική αρχαιότητα προτίμησε την κλασική περίοδο αγνοώντας το Βυζάντιο και χαρακτηρίζοντας τα ελληνιστικά έργα έργα παρακμής. Λίγο νωρίτερα ο Ναπολέων, ακολουθώντας τα βήματα του Αυγούστου μετά την εκστρατεία της Αιγύπτου, μετέφερε και έστησε στο Παρίσι έναν οβελίσκο για να δηλώσει ότι εκεί ήταν πια η νέα Ρώμη, όπως έκανε και ο πάπας Σίξτος Ε´ τον 16ο αι., όταν πήρε από τον Ιππόδρομο τον ίδιο οβελίσκο που το 37 μ.Χ. είχε φέρει στη Ρώμη ο Αύγουστος και τον έστησε μπροστά στον Αγιο Πέτρο. Και στις τρεις περιπτώσεις βλέπουμε μια πολυδάπανη μεταφορά αρχαίου μνημείου που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για πολιτικούς σκοπούς, χωρίς ούτε ο Πάπας ούτε ο Ναπολέων ούτε και ο Αύγουστος να έχουν οποιαδήποτε άλλη σχέση με το φαραωνικό μνημείο και τα ιερογλυφικά του.
Μετά την εκστρατεία στην Αίγυπτο ο Ναπολέων έστειλε τους μηχανικούς του για να καταγράψουν τις αρχαιότητες της Αιγύπτου, ενώ κάτι ανάλογο έγινε λίγο αργότερα, όταν ξύπνησε το ενδιαφέρον της Αγγλίας για τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής και οι αγγλικές αρχαιολογικές ανασκαφές αναπτύχθηκαν κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που κατασκευάστηκε τότε. Σχέση με την πολιτική συναντάται όμως και στις άλλες μεγάλες ανασκαφές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα που διεξάγονται και χρηματοδοτούνται από τις μεγάλες δυνάμεις στις χώρες-πηγές των αρχαίων πολιτισμών της Μεσογείου. Η αρχαιολογία είχε ήδη αποκτήσει την επιστημονική μορφή της αλλά εξακολουθούσε να υποκρύπτει πολιτικούς στόχους.
«Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα» συνεχίζει ο κ. Καλπαξής «είναι η παρέμβαση του Μπίσμαρκ για να σταματήσει η χρηματοδότηση των ανασκαφών της Ολυμπίας τέσσερα μόλις χρόνια μετά την έναρξή τους με το επιχείρημα ότι δεν χρησιμεύουν πλέον παρά μόνο… για επιστημονικούς λόγους. Ασφαλώς στην έννοια της αρχαιολογίας υπάρχουν πολλές μορφές και διαστάσεις και η αρχαιολογία πάντα θα έχει το ρομαντικό στοιχείο με το κυνήγι του θησαυρού, ακόμη και όταν χρησιμοποιείται από την πολιτική. Και πάντα θα έχει το πολιτικό στοιχείο, ακόμη και όταν είναι ρομαντική. Και, τέλος, θα βρίσκουμε σ’ αυτήν πάντα την επιστημονική διάσταση (η επιστήμη για την επιστήμη), είτε είναι το ένα είτε το άλλο. Ας μην ξεχνάμε ότι την αρχαιολογία επιστράτευσε ο Μουσολίνι το 1932 όταν άνοιξε στο ρωμαϊκό Φόρουμ τη Via dei Fori Imperiali για να παρελαύνει ως νέος αυτοκράτορας της Ρώμης. Και ο ίδιος τις παραμονές του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, θεωρώντας την Αλβανία ιταλικό προτεκτοράτο, έστειλε ιταλούς αρχαιολόγους να μελετήσουν τα μνημεία της» κατέληξε ο ίδιος.
Και καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι πολλά μπορεί να αιτιολογηθούν με το παρελθόν, δεν είναι παράξενο να βλέπουμε στα διάφορα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται να αναζητείται… η κατάλληλη δόση παρελθόντος που θα εξυπηρετήσει τις όποιες πολιτικές ανάγκες.



