Στον τελευταίο αιώνα δουλείας του μητροπολιτικού Ελληνισμού γιατί ένας μέρος του οικουμενικού Ελληνισμού του Βυζαντίου θα παραμείνει υπό ξένη κυριαρχία και τον επόμενο αιώνα τον 18ο αιώνα, λοιπόν, μεγαλώνει ο αριθμός των ζωγράφων, που ιστορούν εκκλησίες και εικόνες ανεπιτήδευτα και απλά, όπως κελαηδούν τα πουλιά, ταπεινοί και μακάριοι.
Ξεκινώντας συχνά από τα κακοτράχαλα βουνά της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας ζωγραφίζουν εκκλησίες στην ηπειρωτική Ελλάδα και κυρίως στον αγιασμένο Αθωνα, το φημισμένο σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο Αγιον Ορος. Ο ιερομόναχος Γαβριήλ και ο Γρηγόριος, από τη φημισμένη για τις τοιχογραφημένες εκκλησίες πόλη της Καστοριάς, ζωγραφίζουν στις 16 Οκτωβρίου του σωτηρίου έτους 1779 το ανακαινισμένο καθολικό της Μονής του Οσίου Γρηγορίου στο Αγιον Ορος, κτισμένο πάνω στα βράχια να αγναντεύει τη θάλασσα του Αιγαίου.
Η ζωγραφική τους στιβαρή, μνημειακή, θεολογούσα με λίγα αλλά δυνατά και εκφραστικά χρώματα ακολουθεί ή συνηχεί όσα ο αγιορείτης ιερομόναχος Διονύσιος. από τον Φουρνά της Ευρυτανίας, περιέλαβε στο βιβλίο, που έγραψε πριν από 50 χρόνια, την «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης» (1728-32), οδηγό για τους ζωγράφους της ορθοδόξου τέχνης και πολύτιμο βοήθημα για τους μελετητές της.
Εκεί, στη θαλασσινή αυτή βίγλα της μοναστικής ζωής, οι καστοριανοί ζωγράφοι έζησαν μαζί με τους γρηγοριάτες μοναχούς τη χαρά της Ανάστασης και την ιστόρησαν δύο φορές αλλά και επιβεβαίωσαν την αλήθεια του γεγονότος ζωγραφίζοντας τις εμφανίσεις του Χριστού στους μαθητές Του μετά την Ανάσταση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει εντάξει τις ευαγγελικές περικοπές που αναφέρονται σε αυτά τα γεγονότα στις ορθρινές ακολουθίες των Κυριακών, όπου ο αναστάσιμος τόνος κυριαρχεί.
Παρατακτικές συνθέσεις
Δεσπόζει μέσα στο καθολικό ψηλά η παράσταση της Ανάστασης, ζωγραφισμένη στον εικονογραφικό τύπο τής Εις Αδου Καθόδου, τον καθιερωμένο από την ορθόδοξη παράδοση τύπο, συμβολικό για να εκφράζει αυτό το, πέρα από την ανθρώπινη εμπειρία, μέγα και θεμελιακό για την πίστη γεγονός.
Η σύνθεση στο πρώτο επίπεδο έχει τριγωνική διάταξη, με τον Χριστό να βγαίνει θριαμβευτής από τον Αδη όπου είχε κατέβει για να φέρει το σωτήριο μήνυμα στους κεκοιμημένους και να τραβάει με δύναμη τους προπάτορες Αδάμ και Εύα. Καθώς όμως οι καστοριανοί ζωγράφοι αγαπούν τις παρατακτικές συνθέσεις, παρατάσσουν στο δεύτερο επίπεδο τους Δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης και τους ευσεβείς βασιλείς, ενώ στο τρίτο Αγγελοι με σκήπτρα, ζωγραφισμένοι σε ισοκεφαλία, συνιστούν ισχυρό οριζόντιο συνθετικό στοιχείο.
Η Ανάσταση εικονίζεται και στην ανατολική κεραία του ναού, ακολουθώντας όμως την εικονογραφία που ήλθε από τη Δύση μέσω της χαλκογραφίας του Comelis Cort (1569) και που την έφερε στον ελλαδικό χώρο ο Ηλίας Μόσκος (1657). Ο τύπος αυτός διαδόθηκε σιγά σιγά, για να κυριαρχήσει στην εκκλησιαστική τέχνη της νεότερης Ελλάδας ως την εμφάνιση της γενιάς του ’30, οπότε ζωγραφίστηκε ξανά η Εις Αδου Κάθοδος (Φ. Κόντογλου, Αγ. Λουκία στο Ρίο, 1935· Σπ. Βασιλείου, Αγ. Διονύσιος Αρεοπαγίτης, 1936-39 κ.ά.).
Τους δύο εικονογραφικούς τύπους της Αναστάσεως καταχωρίζει στην «Ερμηνεία» ο Διονύσιος εκ Φουρνά. Τον δεύτερο συνιστά και ο Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο κορυφαίος πατήρ και θεολόγος και της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον 18ο αι. Στην τοιχογραφία της Μ. Γρηγορίου ο Χριστός εικονίζεται να πετάγεται περιβαλλόμενος από σύννεφα, από τη σαρκοφάγο του τάφου.
Υπάρχουν όμως και δύο εικονογραφικά θέματα από τη βυζαντινή παράδοση: «Ο Αγγελος επί του λίθου καθήμενος», που το περιλαμβάνει στην περιγραφή του και ο Αγ. Νικόδημος, και οι Μυροφόρες. Ο Χριστός είναι ζωγραφισμένος με αρκετή αδεξιότητα, καθώς φαίνεται ότι οι καστοριανοί ζωγράφοι δεν ήταν ιδιαιτέρως εξοικειωμένοι με αυτό το θέμα.
«Τα μετά την Ανάστασιν»
Ο αναστάσιμος εικονογραφικός κύκλος συνεχίζεται με «Τα μετά την Ανάστασιν» γεγονότα. Ο Χριστός εμφανίζεται στις δύο γονατισμένες Μυροφόρες ευλογώντας τες με τα δυο του χέρια (Ματθ., κη’ 8-9). Οι Απόστολοι όμως δεν πίστεψαν στα λόγια των γυναικών καθώς «εφάνησαν ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών» και έσπευσαν στον τάφο. Η τοιχογραφία παρουσιάζει τον Πέτρο και τον Ιωάννη απορημένους να κοιτάζουν το κενό μνημείο.
Στο αποκαλυπτικό δείπνο στους Εμμαούς ο άγνωστος Συνοδοιπόρος του Λουκά και του Κλεώπα αποκαλύπτεται, όταν παίρνει στα χέρια να μοιράσει το ψωμί, ότι είναι ο αναστημένος Χριστός (Λουκ., κδ’ 13-31). Η παράσταση, με υπερβολικά πλούσιο αρχιτεκτονικό βάθος, παρουσιάζει τον Χριστό και τους μαθητές να κάθονται γύρω από το τραπέζι.
Με την τροφή, πράξη ζωτική, συνδέεται και η επόμενη παράσταση. Οταν οι Μαθηταί δυσπιστούν ως προς την υπόσταση του Χριστού, Αυτός τους ζητεί «έχετέ τι βρώσιμον ενθάδε;» (Λουκ., κδ’ 41). Ο Πέτρος τού φέρνει ένα καρβέλι ψωμί και ο Χριστός, ανάμεσα στα ημιχόρια των Αποστόλων, παίρνει το ψωμί και «έφαγεν ενώπιον αυτών» κατά την επιγραφή της τοιχογραφίας.
Στον κύκλο των παραστάσεων των «Μετά την Ανάστασιν» εντάσσεται και η Παράσταση της Ψηλάφισης του Θωμά, που κατέχει από τη μεσοβυζαντινή περίοδο καίρια θέση στο εικονογραφικό πρόγραμμα των εκκλησιών (π.χ. Μονή Οσ. Λουκά).
Ο κύκλος της Μ. Γρηγορίου κλείνει με μια σκηνή υπαίθρου. Ροδόχρωμα σε τρυφερούς τόνους βουνά, που ανοίγουν προς το κέντρο, για να σταθεί σε μικρό λόφο ο Χριστός «φανείς τοις Αποστόλοις τω όρει της Γαλιλαίας». Ο Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι προσκυνούν τον Αναστάντα Χριστό. Σε αυτή την τοιχογραφία, με την ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα, τα ρόδινα και πράσινα χρώματα, οι Απόστολοι έχουν διώξει κάθε αμφιβολία και είναι χαρούμενοι και έτοιμοι πορευθέντες να μαθητεύσουν πάντα τα έθνη (Ματθ., κη’ 19).
Αυτή η χαρά, από τη βεβαιότητα της Ανάστασης, εμψυχώνει και σήμερα τους γρηγοριάτες μοναχούς, που γαντζωμένοι στα βράχια του Αθωνα συνεχίζουν να στέλνουν το μήνυμα της σταυραναστάσιμης ελπίδας στον σύγχρονο πολύπλοκο κόσμο.
Ο κ. Νίκος Ζίας είναι αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



