H πολιτική του «σκληρού ευρώ» που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να ωφελεί την ευρωπαϊκή οικονομία στον βαθμό που έχει κρατήσει τον πληθωρισμό κάτω από το όριο 2%, επηρεάζει όμως αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Σε ένα σημαντικό βαθμό επηρρεάζει και το πορτοφόλι μας: Ορισμένα εισαγώμενα προϊόντα από χώρες της ζώνης του δολαρίου (Κίνα, Νότια Κορέα, Ταϊλάνδη κλπ) όπως επίσης και το αργό πετρέλαιο πού τιμολογείται σε δολάρια αναμένεται να γίνουν φθηνότερα. Φθηνότερα επίσης θα γίνουν και τα ταξίδια στις χώρες αυτές, όπως και τα δίδρακτρα στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Εκεί όμως όπου αναμένεται να υπάρξουν αλλαγές είναι στις επενδύσεις, καθώς η ισοτιμία ευρώ – δολαριου επιδρά στις κεφαλαιαγορές, ενώ μια πιθανή αυξομείωση των επιτοκίων σε Αμερική και Ευρώπη θα έχει άμεση επίδραση στα επιτόκια δανεισμού.


Ωστόσο, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. N. Γκαργκάνας τάσσεται υπέρ της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ευνοεί ένα ισχυρό και σταθερό ενιαίο νόμισμα. Με δηλώσεις του στο «Βήμα» τονίζει χαρακτηριστικά: «Δεν κατανοώ τη νευρικότητα που υπάρχει σε μερικούς κύκλους για την ανατίμηση του ευρώ. Το συμφέρον της χώρας είναι να έχουμε ένα ισχυρό και σταθερό ενιαίο νόμισμα. H ανατίμηση επιβεβαιώνει την εμπιστοσύνη του κόσμου προς το ευρώ. Ιστορικά ένα ισχυρό νόμισμα – κατά κανόνα – συνδεόταν με μια ισχυρή οικονομία μακροχρόνια».


Δίνει, έτσι, μια έμμεση απάντηση στις πιέσεις που υπάρχουν προς τους τραπεζίτες να προχωρήσουν σε μείωση του βασικού επιτοκίου του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος προκειμένου να ισορροπήσουν την ισοτιμία με το αμερικανικό νόμισμα σε χαμηλότερα επίπεδα. Ως φαίνεται, η προτεραιότητά του είναι η αντιμετώπιση του πληθωρισμού αλλά και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των ευρωπαίων και των ελλήνων καταναλωτών στο ενιαίο νόμισμα, ώστε να δοθεί χρόνος να αντιμετωπιστούν τα μακροχρόνια και διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας.


Τον μεγάλο κίνδυνο για την περαιτέρω διάβρωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας επεσήμανε η Alpha Bank, η οποία στο εβδομαδιαίο δελτίο της τονίζει ότι «η χειροτέρευση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, που προέρχεται από την ανατίμηση του ευρώ το 2003, είναι της τάξεως του 3%».


H τράπεζα, αναλύοντας τις εξελίξεις, επισημαίνει ότι «η μεγάλη ανατίμηση του ευρώ που ση΅ειώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια του 2003 και ιδιαίτερα τους τελευταίους δύο μήνες του έτους, όπου το ευρώ έφθασε τα 1,227 δολάρια, έχει σημαντικές επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία».


Τα συν: Οι ευνοϊκές συνέπειες αφορούν κυρίως την πτωτική επίδραση στον πληθωρισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι τιμές του αργού πετρελαίου που τιμολογείται σε δολάρια (έναντι του οποίου το ευρώ είχε τη μεγαλύτερη ανατίμηση) και μετατρέπεται σε προϊόντα πετρελαίου που πωλούνται στο ανατιμημένο ευρώ στην εγχώρια οικονομία.


Τα πλην: Οι δυσμενείς συνέπειες αφορούν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών, διεθνώς εμπορεύσιμων, προϊόντων που εξάγονται ή που είναι ανταγωνιστικά εισαγόμενων προϊόντων από χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ. H ανατίμηση του ευρώ δεν έχει επίδραση όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγώγιμων ή εισαγώγιμων προϊόντων που ανταγωνίζονται προϊόντα άλλων χωρών της ευρωζώνης. Δηλαδή δεν επηρεάζεται το 50% περίπου των εισαγωγών και των εξαγωγών της χώρας. Για τα εξαγώγιμα και εισαγώγιμα προϊόντα που είναι ανταγωνιστικά εισαγομένων από χώρες εκτός ευρωζώνης η Alpha Bank σημειώνει τα εξής:


– H ανατίμηση του ευρώ έναντι πολλών από αυτές τις χώρες είναι σημαντική. Τέτοιες χώρες είναι αυτές που έχουν προσδέσει το νόμισμά τους στο δολάριο, όπως π.χ. η Πολωνία, η Νότια Κορέα, η Κίνα και άλλες χώρες της NA Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Εναντι αυτών των χωρών η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων μειώνεται ουσιαστικά τους τελευταίους 12 μήνες, εξαιτίας της σημαντικής ανατίμησης του ευρώ.


Αντίθετα, υπάρχει μια άλλη κατηγορία χωρών, ιδιαίτερα εκείνες που έχουν ουσιαστικά προσδέσει το νόμισμά τους στο ευρώ, έναντι των οποίων η ανατίμηση του ευρώ δεν είναι σημαντική. Τέτοιες χώρες είναι η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Ιαπωνία, η Τουρκία, κ.ά. Εναντι αυτών των χωρών, η πτώση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων λόγω της ανατίμησης του ευρώ δεν είναι σημαντική.