«Κλασική Αθήνα σημαίνει πρωτίστως Μεσογαία και χωρίς αυτή δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε την πόλη της Παλλάδος να μεγαλουργεί». Ο καθηγητής κ. Χρήστος Ντούμας είναι σαφής: «Η Μεσογαία υπήρξε ο ζωτικός χώρος της Αθήνας. Το γόνιμο έδαφος και η φιλοπονία των κατοίκων της από την αρχαιότητα ως σήμερα την ανέδειξαν σε ένα είδος καρδιάς που αενάως τροφοδοτεί την αδηφάγο πόλη. Κατά συνέπεια το μερίδιό της είναι μεγάλο στον πολιτισμό που εξεπήγασε από την Αθήνα, στον πολιτισμό που σήμερα αποκαλούμε δυτικό».
Ο λόγος για τη Μεσογαία, λοιπόν, που επιστρατεύθηκε για μία ακόμη φορά να λύσει τα προβλήματα της Αθήνας με την κατασκευή του αεροδρομίου των Σπάτων. Η ευνοϊκή μορφολογία του εδάφους της και η γειτνίασή της με τη σύγχρονη πόλη ήταν οι λόγοι της επιλογής της, η οποία σήμερα, 2000 μ.Χ. αλλά 8.000 χρόνια από την αρχή της κατοίκησής της, τη φέρνει στην αυγή μιας νέας διαφορετικής περιόδου για την ιστορία της. Αυτή την ιστορία επιχειρεί να προσεγγίσει, έστω και συνοπτικά, η ειδική έκδοση «Μεσογαία» που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» και με τη συμμετοχή ειδικών επιστημόνων, αρχαιολόγων και ερευνητών της περιοχής.
«Η περίοδος της αθωότητας έχει τελειώσει για τη Μεσογαία» λέει η επιμελήτρια αρχαιοτήτων κυρία Ολγα Κακαβογιάννη. Οι καιροί έχουν αλλάξει, το ίδιο και οι ανάγκες. Αν όμως για τον ανθρώπινο χρόνο η εξέλιξη αυτή μπορεί να είναι δραματική ως προς τις αλλαγές που μπορεί να επιφέρει, για την ιστορία της Μεσογαίας δεν είναι παρά ένα κεφάλαιο. Και το βιβλίο της Μεσογαίας έχει πολλά κεφάλαια, όπως αποδεικνύουν οι αρχαιολογικές έρευνες, τόσο οι παλαιότερες όσο και οι σύγχρονες, που έγιναν για τις ανάγκες κατασκευής του νέου αεροδρομίου αλλά και άλλων δημόσιων έργων.
Ανεκτίμητοι θησαυροί που ήρθαν στο φως από τις ανασκαφές δημοσιεύονται έτσι για πρώτη φορά στο βιβλίο δίνοντας το διαχρονικό στίγμα του χώρου. Και η ιστορία της Μεσογαίας ξετυλίγεται με συνέπεια από την πρώτη κατοίκησή της στη Νεολιθική εποχή (6000 π.Χ.) και τη σταθερή συνέχιση της ζωής της ως τη Μυκηναϊκή, για να διανύσει στη συνέχεια όλες τις περιόδους, γεωμετρική, αρχαϊκή, κλασική, ρωμαϊκή και ελληνιστική, και από εκεί να περάσει στην παλαιοχριστιανική περίοδο και στο Βυζάντιο.
Αν τα λείψανα των διαφορετικών αυτών περιόδων όμως δεν είναι πάντα ισότιμα, καταδεικνύοντας έτσι άλλοτε τις περιόδους ακμής και άλλοτε τη μείωση της δραστηριότητας στη Μεσογαία, σε καμία εποχή δεν φαίνεται να λείπουν εντελώς. Η στενή σχέση άλλωστε της Μεσογαίας με την Αθήνα ήταν πάντα σταθερή. Ο σιτοβολώνας του άστεως λειτουργούσε πάντα χάρη σε ένα θαυμάσιο οδικό δίκτυο που υποβοηθούσε η μορφολογία του εδάφους της περιοχής και η αντίστοιχη οργάνωση των δήμων της, όπως επισημαίνει ο έφορος Αρχαιοτήτων για τη Μεσογαία κ. Γιώργος Σταϊνχάουερ.
Καρδιά των Μεσογείων είναι η μεγάλη πεδιάδα που πλαισιώνεται από τα χωριά Λιόπεσι και Σπάτα (βόρεια) και Κορωπί και Μαρκόπουλο (νότια), που είναι οι διάδοχοι των αρχαίων δήμων της Παιανίας, της Ερχιάς, του Σφηττού, του Αγνούντος και του Μυρρινούντος, αλλά και άλλων μικρότερων οικιστικών κέντρων. Το φράγμα της Πεντέλης και του Υμηττού αφήνει ελάχιστες διόδους προς την πεδιάδα, με κύρια αυτή που βρίσκεται στον Σταυρό Αγίας Παρασκευής και δεύτερη το πέρασμα ανάμεσα στα νότια πρόβουνα του Υμηττού προς τα Λαπτρικά (τις αρχαίες Λαμπτρές) και τη Βάρη-Βάρκιζα (τον αρχαίο Αναργυρούντα). Ιχνη παλαιολιθικής κατοίκησης στη Μεσογαία δεν έχουν βρεθεί ακόμη, θεωρείται όμως ότι ο κυνηγός και τροφοσυλλέκτης άνθρωπος που κατοικούσε στη σπηλιά του Κίτσου πάνω από το Λαύριο, πριν από 40.000 χρόνια περίπου, θα πρέπει να ζούσε και στη Μεσογαία.
Τα λείψανα της κατοίκησης στη Νεολιθική εποχή όμως είναι σαφή.
Δύο νέες προϊστορικές θέσεις ήρθαν στο φως μάλιστα με την ευκαιρία των μεγάλων έργων της Αττικής, και συγκεκριμένα ο οικισμός της αρχαιότερης και μέσης Νεολιθικής εποχής στην περιοχή της Παλλήνης και του πρώιμου πρωτοελλαδικού οχυρού-οικισμού στον λόφο Ζάγανι στα βόρεια του αεροδρομίου, για τις ανάγκες της λειτουργίας του οποίου μάλιστα κρίθηκε απαραίτητο να διαλυθεί. Τέσσερις μεγάλοι οικισμοί αναδεικνύονται στη Μέση εποχή του Χαλκού, της Βραυρώνος, των Λαμπτρών, των Σπάτων και του Σφηττού, αλλά και αρκετοί μικρότεροι (Μερέντα, Πύρινα, Μπαλάνα, Πύσι, Καλογέρι), σε μια προσπάθεια συνένωσης καθώς φαίνεται, προκειμένου να αντιμετωπισθούν προβλήματα οικιστικά, ύδρευσης και αποχέτευσης, διαχείρισης των διαρκώς αυξανόμενων προϊόντων και προστασίας από τους εξωτερικούς κινδύνους. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, όπως γράφει η κυρία Ολγα Κακαβογιάννη, που μας οδηγεί στην αναφορά και ενός άλλου συνοικισμού, ο οποίος κατά την ελληνική μυθολογία αποδίδεται στον πρώτο βασιλιά της Αττικής, τον Κέκροπα.
Η ιστορία της Μυκηναϊκής περιόδου γίνεται γνωστή μέσα από τα νεκροταφεία, όπως γράφει η καθηγήτρια κυρία Νάγια Σγουρίτσα, η οποία επισημαίνει ότι μέσα από τα κτερίσματα των τάφων αναδύεται η εικόνα μιας ιεραρχικά οργανωμένης κοινωνίας με έντονη οικονομική δραστηριότητα και επαφές με τον έξω κόσμο. Μετά τη διάλυση όμως της μυκηναϊκής γραφειοκρατίας η κοινωνία της Μεσογαίας επανέρχεται σχεδόν αποκλειστικά στην αγροτική οικονομία και στους γεωμετρικούς χρόνους ακολουθεί και αυτή το γενικότερο ρεύμα αναδιοργάνωσης της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, για να οδηγηθεί σε μεγάλη ακμή κατά τους αρχαϊκούς χρόνους, όπως αποδεικνύουν και τα θαυμάσια καλλιτεχνικά ευρήματα, κυρίως τα έργα γλυπτικής.
Τμήμα της αθηναϊκής επικράτειας κατά την Κλασική περίοδο, η Μεσογαία παρακολουθεί την εξέλιξη της Αθήνας, εξυπηρετεί τις ανάγκες της αλλά και ζει μαζί της τις ένδοξες στιγμές της. Μεγάλα κέντρα λατρείας, όπως το ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος, επιτελούν και κοινωνικές τελετουργίες, όπως ήταν η μύηση των παιδιών και η προετοιμασία τους για το πέρασμα στην εφηβική ηλικία, ενώ με τις θρησκευτικές γιορτές και τα πανηγύρια που οργάνωναν τα ιερά σφυρηλατούνται οι δεσμοί ανάμεσα στους κατοίκους του άστεως και της υπαίθρου. Θα ακολουθήσει όμως μια παρακμή και μια κάμψη μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, για να έλθει και πάλη η ακμή κατά την παλαιοχριστιανική εποχή, αλλά και τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους η ένδεια και η εγκατάλειψη. Η συνέχεια του αγροτικού χαρακτήρα της οικονομίας ωστόσο είναι σταθερή και στους αιώνες που θα ακολουθήσουν, ακόμη και όταν από τον 14ο αιώνα ένα νέο πληθυσμιακό στοιχείο, οι Αρβανίτες, θα εγκατασταθεί στη Μεσογαία. Μια εθνογραφική και λαογραφική μελέτη έτσι, την οποία υπογράφει η κυρία Μαρία Μιχαήλ-Δέδε, συμπληρώνει την εικόνα των Μεσογείων στη νεότερη εποχή, ενώ έμφαση δίνεται και στην ιστορία του κρασιού, βασικού προϊόντος της Μεσογαίας από τα προϊστορικά χρόνια ως σήμερα, μέσα από το κείμενο της κυρίας Ματίνας Γκούβα-Φράγκου. Το ταξίδι της Μεσογαίας συνεχίζεται. Ο ήχος των αεροπλάνων πάνω από την πεδιάδα της δεν μπορεί να σβήσει την ιστορία της.



