«Ο Σαμαράς είναι πρωτοπόρος»
H αναδρομική έκθεση του Λουκά Σαμαρά, με τίτλο «Περιπέτειες του Εγώ», την οποία διοργανώνει το Ιδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου στην Εθνική Πινακοθήκη, περιλαμβάνει περισσότερα από 400 έργα από το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το Μουσείο Whitney, το Ινστιτούτο Τεχνών του Σικάγου, το Μουσείο Τεχνών του Ντένβερ, το MUMOK της Βιέννης, από σημαντικές ελληνικές και ξένες ιδιωτικές συλλογές, αλλά και από αίθουσες τέχνης όπως οι Pace Wildenstein, Polaroid Collections και Xippas. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλη έκθεση του Λουκά Σαμαρά στη χώρα όπου γεννήθηκε και ταυτοχρόνως για την πρώτη αναδρομική του στην Ευρώπη. Για αυτή τη σπάνια ευκαιρία λοιπόν συζητήσαμε με την επιμελήτρια του Ιδρύματος Κωστοπούλου, ιστορικό τέχνης και μουσειολόγο Κατερίνα Κοσκινά, η οποία έχει επιμεληθεί την έκθεση. Γεννημένη στην Κέρκυρα, η Κατερίνα Κοσκινά έχει στο ενεργητικό της πολλές εκθέσεις, όπως η «Γιάννης Κουνέλλης, Φορτηγό πλοίο ΙΟΝΙΟΝ» (Πειραιάς, 1994), «Παύλος, Αναδρομική έκθεση» (Θεσσαλονίκη – Αθήνα, 1997) και «Nelly’s Αθήνα – Νέα Υόρκη» (Νέα Υόρκη, 1997) και «Κώστας Τσόκλης, Αναδρομική» (Αθήνα, 2003). Εχει διατελέσει επίτροπος για τη συμμετοχή του Νίκου Ναυρίδη στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο, το 1996, και εφέτος έχει την ίδια ευθύνη για τη συμμετοχή του Γιώργου Χατζημιχάλη στην Μπιενάλε της Βενετίας. Οπως είναι λογικό, μια ερώτηση για την ταχέως επερχόμενη Μπιενάλε ήταν αναπόφευκτη.
– Γιατί είναι τόσο σπουδαίος καλλιτέχνης ο Λουκάς Σαμαράς;
«Ο Λουκάς Σαμαράς έχει κατορθώσει να επιβληθεί σε μια αγορά – και με την αρχαία έννοια της λέξης και με την πιο σύγχρονη – και παραμένει σταθερά παρών εδώ και πολλές δεκαετίες. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται καθαρά στο έργο του και όχι στον χαρακτήρα του. Ο χαρακτήρας του μπορεί, από τη μία πλευρά, να έχει συμβάλει στη δημιουργία ενός μύθου γύρω από το όνομά του, του μύθου του εγωκεντρικού, του νάρκισσου, από την άλλη πλευρά όμως θα μπορούσε ακριβώς αυτή η ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα του να είχε συμβάλει στο να είναι παντελώς ανώνυμος. Συνεπώς ο μύθος έρχεται να στηριχθεί σε ένα έργο που έχει αναγνωρισθεί. Πιστεύω μάλιστα ότι το έργο του Σαμαρά έχει αναγνωρισθεί επειδή είναι πρωτοποριακό – με την κυριολεκτική έννοια του όρου. H χρήση της φωτογραφικής κάμερας τη δεκαετία του 1960 και ύστερα τη δεκαετία του 1970, η χρήση της κινηματογραφικής κάμερας από το 1969, είναι πράγματα που απασχόλησαν πολλούς αργότερα. Πέρα από την τεχνική, αυτό που είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό είναι ο τρόπος που αντιμετώπισε το σώμα, η διερεύνηση της ταυτότητας μέσα από το ανθρώπινο σώμα, κάτι που, όπως ξέρετε, εμφανίζεται ουσιαστικά στην τέχνη τη δεκαετία του 1980. Με αυτή την έννοια, αλλά και από πολλές άλλες, είναι πρωτοπόρος».
– Αν, απλουστεύοντας λίγο, λέγαμε ότι οι καλλιτέχνες που δοξάζονται ανήκουν σε δύο κατηγορίες, σε αυτήν των μοναδικών περιπτώσεων και σε αυτήν των όσων ασκούν επιρροή στους κατοπινούς, σε ποια κατηγορία θα λέγατε ότι ανήκει ο Λουκάς Σαμαράς; Είναι ένας Βαν Γκογκ, ο οποίος δοξάζεται για τη μοναδικότητά του, ή είναι ένας Μαρσέλ Ντυσάν, του οποίου η επιρροή θεωρείται σημαντικότερη και από το ίδιο του το έργο;
«Κοιτάξτε, ο Μαρσέλ Ντυσάν είναι πραγματικά μια ειδική περίπτωση και, όπως και τον Γιόζεφ Μπόις, εγώ τουλάχιστον τον θεωρώ περισσότερο φιλόσοφο παρά καλλιτέχνη. Περισσότερο μετράει ένας νέος τρόπος θεώρησης για την τέχνη που πρότειναν αυτοί οι άνθρωποι παρά το ίδιο το έργο ως αντικείμενο. Ο Λουκάς Σαμαράς δεν ανήκει σε αυτές τις περιπτώσεις. Και έχει ενδιαφέρον που αναφέρατε τον Βαν Γκογκ επειδή βρίσκω ότι πραγματικά υπάρχουν κοινά σημεία. Κοινά σημεία θα μπορούσαν επίσης να υπάρχουν με τον Εγκον Σίλε ή με τον Ρέμπραντ, με την έννοια ότι πρόκειται για καλλιτέχνες που παρουσιάζουν μια διαρκή αναφορά στον εαυτό τους, στην εικόνα τους. Οσο για το αν ο Σαμαράς επηρέασε άλλους, αυτό είναι σίγουρο, όπως άλλωστε και το ότι επηρεάστηκε. Εγώ βλέπω επιρροές στο έργο του και από τον Βαν Γκογκ και από τον Ρέμπραντ και από τον Ελ Γκρέκο. Και βλέπω επίσης πολλές επιρροές του Σαμαρά στο έργο των νεοτέρων, όπως η Σίντι Σέρμαν ή ο Ολαφουρ Ελίασον. Σαφώς επηρέασε, δίχως βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δημιούργησε ποτέ σχολή. Οι καλλιτέχνες αυτοί δεν είναι “παιδιά του Σαμαρά”. Τον έλαβαν υπόψη τους όμως».
– Είναι Ελληνας ή Αμερικανός;
«Είναι Αμερικανός. Αλλά έχει ρίζες αλλού, όπως οι περισσότεροι Αμερικανοί. Εχει άλλωστε πει ο ίδιος ότι η Ελλάδα είναι το παρελθόν του, τα βιώματά του, ενώ η Αμερική είναι το παρόν του, η ενήλική του κατάσταση. H Καστοριά, όμως, όπου γεννήθηκε, είναι πάντα παρούσα στο έργο του, έστω και αν έφυγε όταν ήταν εντεκάμισι χρόνων».
– Τι λέει η έκθεση που επιμεληθήκατε για το ελληνικό σύμπλεγμα απέναντι στο γεγονός ότι όσοι καλλιτέχνες παραμένουν βασισμένοι στην Ελλάδα δεν κατορθώνουν να διαπρέψουν διεθνώς;
«Πρώτα από όλα αυτό είναι ένα πρόβλημα δικό μας, δηλαδή της Ελλάδας. H έκθεση δεν αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα και δεν τη στήσαμε με αυτό το σκεπτικό. H επιδίωξη του Ιδρύματος Κωστοπούλου που τη διοργάνωσε έχει να κάνει με τον κοινωφελή σκοπό του και είναι να δείξει όσο γίνεται πληρέστερα το έργο των καταξιωμένων διεθνώς καλλιτεχνών που έχουν ελληνική καταγωγή. Δεν το κάνουμε όμως αυτό με σκοπό να διεκδικήσουμε ελληνικότητα. Μας ενδιαφέρει το ίδιο το έργο και ο καλλιτέχνης. Βέβαια το να νιώθουμε ως χώρα ότι υπάρχει ένα τέτοιο ζήτημα είναι πιθανώς δικαιολογημένο αλλά πώς θα μπορούσαμε να έχουμε την ίδια δυνατότητα επιβολής με άλλες χώρες; H Ελλάδα δεν έδινε, μιλώντας ειδικά για όσους καλλιτέχνες αναγνωρίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1960, τις ίδιες δυνατότητες με άλλες χώρες».
– Εννοείτε, και σας ρωτάω και με την ιδιότητα της επιτρόπου για την Μπιενάλε της Βενετίας, ότι τα πράγματα έχουν αρχίσει να αλλάζουν; Τι χρειάζεται ακόμη να γίνει προκειμένου ένας καλλιτέχνης όπως ο Γιώργος Χατζημιχάλης που θα μας εκπροσωπήσει να σταθεί ισότιμα δίπλα στους εκατοντάδες άλλους που θα εκθέσουν;
«Πρώτα από όλα, ανάμεσα στους εκατοντάδες, όπως το θέτετε, ο Χατζημιχάλης στέκεται ισότιμα ούτως ή άλλως. Αλλά θα έπρεπε γενικά να συμμετέχουμε περισσότερο. Και δεν εννοώ απαραιτήτως τα μεγάλα μουσεία ή τους μεγάλους φορείς αλλά τους μικρότερους. Επίσης δεν εννοώ απαραιτήτως να συμμετέχουμε απευθείας στα μεγάλα δίκτυα αλλά στα μικρότερα. Δεν είναι ανάγκη, για να πω κάτι ενδεικτικό, να πρόκειται για το Λονδίνο ή το Βερολίνο, μπορεί να πρόκειται για κάτι που γίνεται στη Μασσαλία ή στην Μπολόνια. Ισως, ας πούμε, θα έπρεπε να είχε αξιοποιηθεί η περυσινή ελληνική παρουσία στην ARCO 2004 της Μαδρίτης. Δεν έπρεπε απλώς να πάμε μία φορά και το 2005 στην ARCO να μην εμφανίζεται ούτε μία ελληνική αίθουσα τέχνης. Πρέπει να υπάρχει συνέχεια».
Εθνική Πινακοθήκη, Βασ. Κωνσταντίνου 50, τηλ. 210 7235.857. Από τις 6 Απριλίου ως τις 30 Ιουνίου.



