Μπορεί ο Φράνκο Τζεφιρέλι να μη σκηνοθετήσει τελικά την αριστουργηματική «Μήδεια» του Κερουμπίνι στη φιλόδοξη παραγωγή που είχε προαναγγελθεί στο πλαίσιο των εφετινών εκδηλώσεων του Ηρωδείου, ωστόσο «η παρουσία του κρίθηκε απολύτως απαραίτητη για τα 50 χρόνια του Φεστιβάλ Αθηνών», σύμφωνα με παλαιότερη δήλωση του γενικού διευθυντή της διοργάνωσης I. Καραχισαρίδη. Προκειμένου, λοιπόν, να μην αφήσει το αθηναϊκό κοινό με το παράπονο, ο υπερογδοντάχρονος πλέον ιταλός σκηνοθέτης θα παρουσιάσει, σε νέα παραγωγή στη σκηνή του Ρωμαϊκού Ωδείου, τη σύντομη όπερα του Λεονκαβάλο «Οι παλιάτσοι».
Το «βάρος» της καλλιτεχνικής προσωπικότητας του Φράνκο Τζεφιρέλι είναι βεβαίως αναμφισβήτητο. Σε ό,τι αφορά δε τη συγκεκριμένη όπερα, οι φίλοι του είδους έχουν ίσως υπόψη τους το θαυμάσιο ανέβασμά του με πρωταγωνιστή τον Πλάθιντο Ντομίνγκο στη Σκάλα του Μιλάνου το 1981. Παρ’ όλα αυτά, είναι αδύνατο να μην επισημάνει κανείς τις αμφισβητήσεις και τα σκληρά επικριτικά σχόλια που έχουν τα τελευταία, κυρίως, χρόνια προκαλέσει στον διεθνή Τύπο τόσο ορισμένες απόψεις του για πρόσωπα και πράγματα όσο και αυτές καθεαυτές οι καλλιτεχνικές του απόπειρες. Εν προκειμένω, σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε στην Αθήνα τον περασμένο Μάιο ο ίδιος υπήρξε ξεκάθαρος: «Σκοπός του συγκεκριμένου ανεβάσματος είναι να διασκεδάσουμε» είχε πει, προσθέτοντας ότι ελπίζει να επαναπροσκληθεί προκειμένου να ανεβάσει ένα «έργο που να υπακούει στους κανόνες του λυρικού θεάτρου. Τότε θα γίνουν όλα όπως πρέπει» είχε δηλώσει σχετικά.
Χαρακτηριστικό δείγμα του ιταλικού βερισμού, οι «Παλιάτσοι» – όπερα με πρόλογο και δύο πράξεις – παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο θέατρο Dal Verme του Μιλάνου στις 21 Μαΐου του 1892 γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία, γεγονός που αποδόθηκε τόσο στη λαμπρή διανομή όσο και στην αμεσότητα και στον ρεαλισμό των καταστάσεων που περιγράφει. Στα δύο χρόνια που ακολούθησαν την πρώτη της αυτή παρουσίαση, η όπερα είχε ήδη μεταφραστεί σε όλες, σχεδόν, τις ευρωπαϊκές γλώσσες και φιλοξενηθεί στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου. Ο ρόλος του Κάνιο, μάλιστα, υπήρξε ένας από τους αγαπημένους του μυθικού τενόρου Ενρίκο Καρούζο, ο οποίος και καθιέρωσε την ερμηνεία της τελευταίας φράσης του έργου «La commedia e finita» («H κωμωδία τελείωσε») από τον εν λόγω ήρωα, ενώ η πρωτότυπη μορφή του έργου την απέδιδε στον Τόνιο.
Το λιμπρέτο της όπερας είναι του ίδιου του Λεονκαβάλο ο οποίος ισχυριζόταν ότι η εξέλιξη της ιστορίας του στηρίχθηκε σε αληθινά γεγονότα που συνέβησαν στην Καλαβρία όταν ήταν παιδί. Παρά τις επανειλημμένες απόπειρές του ωστόσο οι «Παλιάτσοι» έμειναν χωρίς ανάλογη συνέχεια, αφού ο συνθέτης δεν κατόρθωσε να γράψει κάποιο άλλο λυρικό έργο με αντίστοιχη απήχηση. Το ανάλογο συνέβη άλλωστε και με τον Μασκάνι και τη λίγο προγενέστερη «Καβαλερία Ρουστικάνα». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι δύο αυτές όπερες συχνά ερμηνεύονται μαζί, πράγμα που αποδίδεται τόσο στη σύντομη διάρκειά τους όσο και στην κοινότητα της αισθητικής τους.
Σε ό,τι αφορά την παράσταση του Ηρωδείου, πέρα από τη σκηνοθεσία, ο Φράνκο Τζεφιρέλι υπογράφει επίσης τα σκηνικά και τους φωτισμούς. Την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής διευθύνει ο Μασιμιλιάνο Στεφανέλι, ενώ τα κοστούμια είναι της Ραϊμόντα Γκαετάνι. Τον ρόλο του Κάνιο ερμηνεύει ο γνωστός στη χώρα μας τενόρος Αλμπέρτο Κουπίντο, τη Νέντα ενσαρκώνει η υψίφωνος Βερόνικα Βιγιαροέλ (την οποία είδαμε πρόσφατα στο πλευρό του Πλάθιντο Ντομίνγκο), ενώ ο ιδιαίτερα αγαπητός στην Ελλάδα ρουμάνος βαρύτονος Αλεξάντρου Αγκάκε θα είναι ο Τόνιο. Στις παραστάσεις συμμετέχει η χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ενώ λαμβάνουν επίσης μέρος 11 μίμοι και 70 άλλοι ερμηνευτές.
«Οι παλιάτσοι» θα παρουσιαστούν στις 24, 25 και 26 Σεπτεμβρίου στο Ηρώδειο και στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών. Ωρα έναρξης: 20.30.



