Μια περιπέτεια που κρατάει τριάντα πέντε χρόνια γιορτάζει τα γενέθλιά της στις 13 Δεκεμβρίου. Μια περιπέτεια με πρωταγωνιστές τον Θανάση Παπαγεωργίου και τη Λήδα Πρωτοψάλτη και χώρο δράσης το θέατρο Στοά. Παρά τις δυσκολίες, τις αντιξοότητες και την έλλειψη κρατικής μέριμνας και υποστήριξης, η αγάπη για το θέατρο και το ελληνικό έργο ήταν οι άξονες αυτής της προσπάθειας. Παρά την καθυστέρηση της ανακοίνωσης των επιχορηγήσεων της επόμενης διετίας, ο Θ. Παπαγεωργίου παραμένει στο μικρό πατάρι του θεάτρου του στου Ζωγράφου και ανάμεσα στις σημειώσεις και στα δεκάδες βιβλία του επιμένει να ονειρεύεται και να σχεδιάζει για το θεατρικό του μέλλον. Προς το παρόν επιλέγοντας την παράσταση «H ηδονή της τιμιότητας» του Λουίτζι Πιραντέλλο για να το γιορτάσει.
– Πότε ξεκίνησε η περιπέτεια της Στοάς;
«H ωραία αυτή περιπέτεια ξεκίνησε πριν από 35 ολόκληρα χρόνια, στις 13 Δεκεμβρίου το 1971. Μάλιστα η πρώτη παράσταση που ανεβάσαμε ήταν οι “Τρωαδίτισσες” του Ευριπίδη».
– Ποιο ήταν το αρχικό σας όραμα;
«H αποκέντρωση. Γι’ αυτό άλλωστε ξεκίνησα από την Κοκκινιά. Επιλέξαμε αυτόν τον μοναχικό δρόμο για να μείνουμε μακριά από τα συστήματα προστασίας. Ετσι καταφέραμε να μείνουμε αφοσιωμένοι στους στόχους μας και να παίζουμε πάντα με τους δικούς μας όρους. Βέβαια εκείνη την εποχή δεν είχαμε και την οικονομική δυνατότητα να νοικιάσουμε θέατρο στο κέντρο και δεν υπήρχαν όλες αυτές οι δεκάδες εναλλακτικές σκηνές. Ούτε τα τσιγάρα μας δεν είχαμε να αγοράσουμε».
– Σε επίπεδο ρεπερτορίου;
«Δεν μπορώ να πω ότι ήταν πεντακάθαρος ο στόχος από την αρχή. Βεβαίως και αγαπούσαμε το ελληνικό έργο. Βεβαίως και βλέπαμε ότι δεν υπάρχει ελληνικό έργο, και αυτή η ξενομανία και οι δήθεν κομεντί, οι γαλλικές, οι αμερικανικές κτλ., δεν είναι θέατρο ουσίας. Επειδή τον καλλιτέχνη τον καθορίζει η εποχή και δεν καθορίζει ο καλλιτέχνης την εποχή του, η δικτατορία καθόριζε τότε τα πράγματα. Δημιουργούσε ανάγκες έκφρασης σε όλους τους καλλιτέχνες. Οι έλληνες συγγραφείς είχαν κάτι να πουν. Είδαμε ότι υπήρχε ζήτηση, υπήρχε η ανάγκη από το κοινό του ελληνικού λόγου και έτσι μείναμε αφοσιωμένοι στο νεοελληνικό ρεπερτόριο. Βέβαια θυσιάσαμε κάποια όνειρα για κάποιο είδος που αγαπούσαμε από μαθητές, αλλά εν τέλει δεν μας βγήκε σε κακό».
– Οσον αφορά το εμπορικό κομμάτι, υπήρχαν απώλειες;
«Ηταν πολύ μεγάλο το ρίσκο. Στην αρχή κυριολεκτικά δεν είχαμε να φάμε. Κανένας ηθοποιός δεν πληρωνόταν. Ηταν τόσο πολλά τα συσσωρευμένα χρέη, που δεν προλάβαινες να ανασάνεις, αλλά τουλάχιστον είχαμε μια ανταπόκριση και μπορέσαμε και δώσουμε ό,τι χρωστούσαμε και να σταθούμε στα πόδια μας. Τίποτε παραπάνω. Κανένα θέατρο δεν μπορεί να σου φέρει πλούτη, ας μην κοροϊδευόμαστε».
– Ακόμη και σήμερα;
«Βέβαια. Τώρα μάλιστα είναι ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα. Ολοι κοιτάνε να εισπράξουν χρήματα με διάφορα άλλα μέσα. Τα περισσότερα παιδιά εργάζονται στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Και ας μην το θέλουν. Εγώ, πάλι, προσπαθώ να επιβιώσω αποκλειστικά και μόνο από το θέατρο. Αν ασχοληθώ και με κάτι άλλο παράλληλα, η Στοά δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει σωστά».
– Νωρίτερα κάνατε λόγο για θέατρο ουσίας. Πώς το ορίζετε σήμερα το θέατρο ουσίας;
«Εννοώ ένα θέατρο που να πηγάζει από το κοινό και να πηγαίνει στο κοινό. Το θέατρο όταν γίνεται αυτοσκοπός, όταν δηλαδή γίνεται για να εκφραστεί μόνο ο καλλιτέχνης, ερήμην της κατάστασης, είναι αποτυχημένο. Πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να είναι μια βουβή συμμαχία κοινού, δηλαδή κοινωνίας, και καλλιτέχνη. Μόνο έτσι μπορεί να βγει κάτι».
– Σήμερα πόσο εύκολο είναι, δεδομένης μιας κοινωνικής στασιμότητας, να αφουγκραστείς τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τα «θέλω» του κοινού και να ανεβάσεις ένα έργο που να αφορά μεγάλη μερίδα;
«Αν δεν μπορείς να αφουγκραστείς το κοινό, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να σταματήσεις το θέατρο. Υπάρχουν τρόποι, αρκεί να έχεις μεγάλα αφτιά, κι εγώ νομίζω ότι αρκεί απλώς να ενδιαφέρεσαι γι’ αυτό. Το κοινό μιλάει. Μπορεί να μιλάει μέσα από τον Τύπο, μέσα από τα φριχτά “παράθυρα” της τηλεόρασης, μέσα από τις διαδηλώσεις, τις πορείες, τα παράπονα. Μιλάει το κοινό. Απλώς εμείς δεν ακούμε πια. Οι συγγραφείς δεν το ακούνε».
– Και οι συγγραφείς;
«Από εκεί ξεκινάει το θέατρο. Εμείς από μόνοι μας μπορούμε να αυτοσχεδιάσουμε αν δεν έχουμε κείμενο, αλλά δεν αρκεί αυτό, δεν έχουμε όλοι τις ικανότητες του Ντάριο Φο. Ο Ντάριο Φο αυτό έκανε στην ουσία. Ακουγε πάρα πολύ καλά τον λαό και του μιλούσε, και εκείνος του απαντούσε. Το θέατρό μας βασίζεται στο έργο. Αν το έργο δεν αφορά την κοινωνία του και αφορά μια δεκαπενταριά κουλτουριάρηδες, οι οποίοι είναι και αραχτοί και δεν τρέχει τίποτα και δεν ενδιαφέρονται για τίποτα, γιατί να πάει στο λαϊκό κοινό αυτό;»
– Στα 35 αυτά χρόνια ποιες παραστάσεις θα ξεχωρίζατε;
«Για μένα παραστάσεις-σταθμοί υπήρξαν εκείνες του Μποστ στο Ηρώδειο, γιατί ήταν οι μοναδικές μου εμφανίσεις στο Ηρώδειο και γιατί εκεί είδαμε έναν κόσμο χιλιάδων ατόμων να πανηγυρίζει με αυτό που έβλεπε, όχι απλώς να χειροκροτεί. Ηταν και η ιδιαίτερη συγκίνηση που ένιωσε ο Μποστ όταν τον καλέσαμε στη σκηνή. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα. Είδα τα ματάκια του να δακρύζουν και είπα αυτή είναι δόξα. Από εκεί και πέρα ήταν το “Χάσαμε τη θεία, στοπ” και το “Εσωτερικαί ειδήσεις”».
– Υπήρξαν παραστάσεις για τις οποίες όχι ακριβώς μετάνιωσες, αλλά ενδεχομένως, με μια δεύτερη σκέψη, να μην ανέβαζες;
«Ναι. Πρέπει να το ομολογούμε. Οταν έχεις 35 χρόνια ένα θέατρο όπου πρέπει κάθε χρόνο να ανεβάζεις κάτι, κάποιο μπορεί να είναι λάθος και να το ξέρεις από την αρχή. Ελλείψει άλλου λοιπόν, λες θα κάνω το λάθος, τι να κάνω;»
– H πολιτεία στάθηκε δίπλα στη Στοά και στην προσπάθειά της να αναδείξει το ελληνικό έργο και, βέβαια, το θέατρο συνολικά;
«H μόνη βοήθεια που δεχόμαστε από την πολιτεία είναι η επιχορήγηση που παίρνουμε από το 1979. Ο Δήμος Ζωγράφου πάντως απέχει προκλητικά. Είμαι πεπεισμένος ότι η πολιτεία αδιαφορεί για τον πολιτισμό, και αδιαφορεί γιατί δεν τη συμφέρει. Πολιτισμός και κράτος είναι αντίπαλοι. Διότι ο πολιτισμός κάνει πολιτική. Είτε ζωγράφος είσαι είτε μουσικός είτε τραγουδοποιός είτε σκηνοθέτης, κάνεις πολιτική. Αν είσαι συνειδητοποιημένος καλλιτέχνης βέβαια».
– H κατάσταση σήμερα ποια είναι;
«Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι η πλήρης αδιαφορία της πολιτείας. Και μόνο το ότι σε λίγες ημέρες ανοίγουμε και ακόμη το υπουργείο Πολιτισμού σκέφτεται με ποιον τρόπο θα προκηρύξει τις επιχορηγήσεις και με ποιο μοντέλο, ε, είναι αρκετό για να καταλάβουμε ποια είναι η στάση της πολιτείας απέναντι στην τέχνη».
-H δική σας αντίδραση;
«H δική μας αντίδραση δεν είναι εύκολη, γιατί δεν μπορεί να είναι ατομική. Οταν γίνεται συνολική υπάρχουν διάφορα συμφέροντα, διάφορες γνώμες, διάφορες στάσεις απέναντι στην κυβέρνηση, στους κρατούντες, οι οποίες δεν αφήνουν να αντιδράσουμε οργανωμένα. Και νομίζω ότι από αυτό πάσχουμε, και νομίζω ότι αυτό θα το πληρώσουμε πολύ ακριβά. Αν δεν φωνάξουμε – και αυτό είναι μια συμβουλή στους νεότερους -, αν δεν αντιδράσουμε, αν δεν βαρέσουμε την μπουνιά στον τοίχο, δεν πρόκειται ποτέ να δούμε άσπρη μέρα. Ας το καταλάβουμε αυτό. Ναι, το κράτος αδιαφορεί εκούσια. Το θέμα είναι εμείς τι κάνουμε γι’ αυτό».
– Ουσιαστικά, δηλαδή, υπάρχει έλλειψη πολιτικής συνείδησης και πολιτικής αντίδρασης από τους ανθρώπους του θεάτρου;
«Σήμερα υπάρχει αυτό που βγαίνει μέσα από όλη αυτή την άθλια κοινωνία, από την άθλια έλλειψη αντίστασης σε οτιδήποτε. Μια γκρίνια και τίποτε παραπάνω. Μια κριτική και τίποτε παραπάνω. Και όλοι λένε πες το εσύ αντί για μένα. Και όλοι βολεύονται με το ρουσφέτι, με τη διαπλοκή, με την κονομησιά που θα γίνει από το πλάι, με τα χρήματα κάτω από το τραπέζι. H δυστυχία δεν είναι του λαού, που δεν μιλάει. Ο λαός ποτέ δεν μπορεί να μιλήσει. H δυστυχία είναι γι’ αυτούς τους δόλιους, τους περιβόητους πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι είναι εξαφανισμένοι αυτή τη στιγμή. Εχουν χωθεί βαθιά μέσα στην πολυθρόνα τους και κρύβονται όσο περισσότερο μπορούν».
– Γιατί επιλέξατε τον Λουίτζι Πιραντέλο για να σφραγίσετε τα 35 χρόνια λειτουργίας της Στοάς;
«Τον θεωρώ έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Πιστεύω ότι είναι από τις μοναδικές μορφές στο παγκόσμιο θέατρο και η γραφή του έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του σύγχρονου θεάτρου. Μου αρέσει βέβαια και το θέμα που πραγματεύεται το έργο, την τιμιότητα, που δυστυχώς είναι πλέον ανύπαρκτη».
– Κύριε Παπαγεωργίου, είστε αισιόδοξος;
«Ολα αυτά τα χρόνια συναντήσαμε χιλιάδες προβλήματα – ιδίως στην αρχή. Αν δεν ήμουν αισιόδοξος, η Στοά θα “έσβηνε” από τον πέμπτο κιόλας χρόνο».
Το κεφάλαιο Μποστ
«Ο Μποστ είναι ένα από τα πρόσωπα που ξεχωρίζουν στη μνήμη μου από όλους τους συγγραφείς με τους οποίους έχω συνεργαστεί – και είναι παραπάνω από 40. Κατ’ αρχήν ξεχωρίζει γιατί έχουμε κάνει πολλή δουλειά μαζί – οι βασικοί συγγραφείς της Στοάς είναι ο Μάριος Ποντίκας και ο Μποστ. Ο Μποστ ήταν μια ιδιάζουσα περίπτωση γιατί ήταν πολύ καλός συνεργάτης, με την έννοια ότι δεν είχε βέτο ποτέ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούσε μαζί μας. Και αυτό είναι πάρα πολύ σπουδαίο. Δηλαδή έλεγε “εμένα αυτό δεν μ’ αρέσει. Κάντε ό,τι θέλετε, αλλά να ξέρετε ότι εμένα αυτό δεν μ’ αρέσει”. Κάποιοι άλλοι συγγραφείς, συνήθως κομπλεξικοί, λένε εμένα αυτό δεν μ’ αρέσει και δεν θα γίνει. Δεν κάθονται καν να ακούσουν την άποψή σου. Ο Μέντης ποτέ δεν μάλωνε για την άποψή του. Τη δικαιολογούσε, την αξιολογούσε με τον τρόπο του τον απλοϊκό, θα έλεγα θεατρικά, αλλά είχε μια τετράγωνη λογική. Από την άλλη πλευρά ο Μποστ, κατά τη γνώμη μου, έχει κάνει μια βαθύτατη τομή στο ελληνικό θέατρο χωρίς να έχει ειπωθεί και χωρίς να έχει αυτή τη βαρύγδουπη προβολή, τόσο για τον τρόπο που έγραφε όσο για τον στόχο που είχε. Ο Μποστ ήταν ανατρεπτικός συγγραφέας, ανατρεπτικός, δεν λυπόταν τίποτε, δεν φοβόταν τίποτε, ήταν ένας πολύ ελεύθερος άνθρωπος. Αυτό λοιπόν ερχόταν σε εμάς. Εγώ από τον Μποστ έμαθα να είμαι πάρα πολύ λιτός. Είμαι λιτός ως ηθοποιός, ήμουν λιτός, αλλά στον Μποστ το συνειδητοποίησα αυτό. Είδα δηλαδή ότι και άλλοι είναι λιτοί, άρα αυτό είναι μια ευχαρίστηση: να νιώθεις ότι συμπορευόμαστε, ρε παιδί μου, κάποιοι σε αυτόν τον κόσμο».
«H ηδονή της τιμιότητας» του Λουίτζι Πιραντέλο ανεβαίνει στο θέατρο Στοά στις 3 Νοεμβρίου σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου με πρωταγωνιστή τον ίδιο και συμπρωταγωνίστριά του τη Λήδα Πρωτοψάλτη.



![Ποια σχολεία θα είναι κλειστά λόγω του καιρού; [Λίστα]](https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2024/01/28/sxoleia-90x90.jpg)