Οι καταθέσεις που συνδυάζουν τον αποταμιευτικό με τον επενδυτικό χαρακτήρα και προσφέρουν επιτόκιο υψηλότερο από εκείνο του ταμιευτηρίου
Οι ειδικοί καταθετικοί λογαριασμοί ανήκουν στην κατηγορία των λογαριασμών που συνδυάζουν τον αποταμιευτικό στις περισσότερες περιπτώσεις με τον επενδυτικό χαρακτήρα και ανήκουν κατά κύριο λόγο στα νέα σχετικά τραπεζικά προϊόντα.
Το ονομαστικό ετήσιο επιτόκιο των λογαριασμών αυτών είναι υψηλότερο από αυτό των λογαριασμών ταμιευτηρίου και στις περισσότερες περιπτώσεις το ύψος του διαμορφώνεται ανάλογα με το υπόλοιπο του λογαριασμού. Ο εκτοκισμός, δηλαδή ο υπολογισμός των τόκων, γίνεται κατά κανόνα κάθε εξάμηνο, κυρίως σε αυτούς των προνομιακών ταμιευτηρίων, όπως ισχύει και στους απλού λογαριασμού ταμιευτηρίου, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όπου ο εκτοκισμός γίνεται κάθε μήνα. Αυτό σημαίνει ότι στο τέλος κάθε μήνα ο καταθέτης έχει τη δυνατότητα να εισπράξει τους τόκους χωρίς να πειράξει το αρχικό κεφάλαιο ή, αν θέλει, να τους αφήσει να κεφαλαιοποιηθούν, αυξάνοντας έτσι το κεφάλαιό του και συνεπώς την ετήσια απόδοση.
Πέραν όμως του ύψους του επιτοκίου και του επενδυτικού χαρακτήρα, οι λογαριασμοί αυτοί προσφέρουν στους κατόχους τους και αρκετά άλλα προνόμια, όπως δυνατότητα απόκτησης πιστωτικής κάρτας με δωρεάν συνδρομή για το πρώτο εξάμηνο ή τον πρώτο χρόνο, καρνέ επιταγών, ασφαλιστική κάλυψη, δωρεάν εξόφληση λογαριασμών ΔΕΚΟ, κινητής τηλεφωνίας, πιστωτικών καρτών κλπ. μέσω του συστήματος παγίων εντολών χωρίς επιπλέον επιβάρυνση, αποστολή μηνιαίου αντιγράφου όπου αναγράφονται οι κινήσεις του λογαριασμού κλπ.
Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος να ανοίξει τέτοιου είδους λογαριασμό δεν διαφέρει πολύ από τη διαδικασία ανοίγματος λογαριασμού ταμιευτηρίου. Δηλαδή με την αστυνομική του ταυτότητα και το χρηματικό ποσό που θέλει να καταθέσει. Αυτό που πρέπει να ληφθεί υπόψη από τον καταθέτη είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει ένα κατώτατο όριο, το οποίο ποικίλλει ανάλογα με την τράπεζα. Ετσι, για να τοποθετήσει κάποιος τα χρήματά του στον «Εθνολογαριασμό» της Εθνικής Τράπεζας, θα πρέπει να ξεκινήσει με ελάχιστο όριο 5 εκατ. δρχ. Το αντίστοιχο όριο για τον «Προνομιακό» της Εμπορικής Τράπεζας είναι 1 εκατ. δρχ., για τον «Δήμητρα» της Αγροτικής είναι 3 εκατ. δρχ., για τον «Euro 1» της Eurobank 5 εκατ. δρχ., για τον «Ανοδικό συν 12» της Τράπεζας Μακεδονίας – Θράκης και για τον «Επενδυτικό Ταμιευτήριο» της Τράπεζας Εγνατία είναι 1 εκατ. δρχ., για τον «Προνομιακό Ταμιευτήριο» της Ευρωπαϊκής Λαϊκής Τράπεζας είναι 5 εκατ. δρχ. και για το «Μέγα Ταμιευτήριο» της Δωρικής Τράπεζας είναι 3 εκατ. δρχ. Οι υπόλοιπες τράπεζες, σύμφωνα με τα λεγόμενα στελεχών τους, δεν έχουν κάποιο ελάχιστο όριο αρχικής κατάθεσης. Μπορεί κανείς και με 50.000 δρχ. να ανοίξει έναν ειδικό καταθετικό λογαριασμό.
Στην κατηγορία των προνομιακών λογαριασμών ανήκουν οι λογαριασμοί: «Εθνολογαριασμός» της Εθνικής, «Alpha 410» της Alpha Τράπεζας Πίστεως, «Προνομιακός» της Εμπορικής, «Δήμητρα» της Αγροτικής, «Ιονικός Τρεχούμενος» της Ιονικής, «Euro 1» της Eurobank, «Multi – Ταμιευτήριο» της Πειραιώς, «Gold Plus 12» της Citibank, «Χίος Αλμα» της Xiosbank, «Ανοδικός συν 12» της Τράπεζας Μακεδονίας – Θράκης, «Επενδυτικό Ταμιευτήριο» της Τράπεζας Εγνατία, «Diamond» της Ασπίς Bank, «Αποδοτικό Ταμιευτήριο» της Γενικής Τράπεζας, «Υπερταμιευτήριο» της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, «Cyplus» της Τράπεζας Κύπρου, «Προνομιακός Τρεχούμενος» της Τράπεζας Αττικής, «Loyal Savings» της ΑΒΝ Amro Bank, «Προνομιακό Ταμιευτήριο» της Ευρωπαϊκής Λαϊκής Τράπεζας, «Μέγα Ταμιευτήριο» της Δωρικής και «Επενδυτικός Ν-Ν» της ING Bank.
Ακόμη, ο προνομιακός λογαριασμός «Prime» της Eurobank ανήκει στην κατηγορία των ειδικών καταθετικών προϊόντων όπου ο επενδυτικός χαρακτήρας είναι περισσότερο εμφανής, αφού ο λογαριασμός αυτός συνδυάζει την κατάθεση με την επένδυση καθώς το 65% των χρημάτων που τοποθετεί ο πελάτης επενδύεται σε επιλεγμένο συνδυασμό αμοιβαίων κεφαλαίων της Alico Eurobank και το υπόλοιπο παραμένει διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή σε ένα υψηλότοκο ταμιευτήριο. Για να ανοιχθεί ο εν λόγω λογαριασμός θα πρέπει να υπάρχει ένα μίνιμουμ ποσό κατάθεσης 5.000.000 δρχ. περίπου.
Αυτό που θα πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα ο καταθέτης και οφείλει να ζητήσει διευκρινίσεις από την τράπεζα προτού κάνει την επιλογή του είναι η διαμόρφωση του ύψους του επιτοκίου ανάλογα με το ποσόν που καταθέτει.
Το επιτόκιο των καταθετικών λογαριασμών άλλοτε είναι σταθερό και άλλοτε κυμαινόμενο. Σταθερό είναι εκείνο που ισχύει ανεξάρτητα από το ποσόν που έχει ο λογαριασμός, ενώ κυμαινόμενο είναι όταν μεταβάλλεται ανάλογα με το υπόλοιπο του λογαριασμού. Για υπόλοιπο κατάθεσης, π.χ., ως 1.000.000 δρχ. το επιτόκιο είναι 9%, για ποσόν από 1.000.001 ως 3.000.000 δρχ. 10% κ.ο.κ. Σε αυτή την περίπτωση οι τράπεζες πρέπει να διευκρινίζουν στον πελάτη πώς εφαρμόζονται τα κυμαινόμενα επιτόκια. Αν δηλαδή το επιτόκιο ισχύει για όλο το υπόλοιπο του λογαριασμού ή μόνο για την κλίμακα που ισχύει. Με βάση τα στοιχεία του παραπάνω παραδείγματος πρέπει να διευκρινίζουν αν σε λογαριασμό με υπόλοιπο, π.χ., 1.500.000 δρχ. εκτοκίζεται ολόκληρο το ποσόν με 10%, που είναι το επιτόκιο για το κλιμάκιο από 1.000.000 ως 3.000.000 δρχ., ή θα εκτοκισθεί το πρώτο εκατομμύριο με 9% και οι υπόλοιπες 500.000 δρχ. με 10%.
Για να υπολογίσετε όμως την ετήσια απόδοση θα πρέπει να γνωρίζετε πότε υπολογίζεται ο τόκος. Ετσι, για παράδειγμα, αν ο εκτοκισμός γίνεται μία φορά τον χρόνο, η καθαρή απόδοση ταυτίζεται με την ετήσια απόδοση. Αν όμως γίνεται κάθε μήνα ή κάθε εξάμηνο, τότε η ετήσια πραγματική απόδοση για ονομαστικό επιτόκιο 10% είναι 10,47% και 10,25% αντιστοίχως.
Πάντως για να υπολογίσετε την πραγματική σας απόδοση θα πρέπει να γνωρίζετε ότι οι τόκοι φορολογούνται με συντελεστή 15%. Ετσι, ένα ονομαστικό επιτόκιο, π.χ., 11,75% σημαίνει ότι στην τσέπη σας (καθαρή απόδοση) θα εισπράξετε 10% περίπου.
Θα πρέπει όμως να γνωρίζετε ότι οι περισσότερες τράπεζες θεωρούν πως οι λογαριασμοί καταθέσεων, κυρίως οι ταμιευτηρίου και λιγότερο οι τρεχούμενοι, με μικρά υπόλοιπα π.χ. 300.000 δρχ., είναι ζημιογόνοι για αυτές αφού, όπως λένε, δεν μπορούν να καλύψουν τα λειτουργικά και τα διαχειριστικά έξοδα που προκύπτουν για τη συντήρησή τους. Μικρά υπόλοιπα θεωρούνται αυτά που κυμαίνονται ως 300.000 δρχ. Για την κάλυψη αυτών των εξόδων άλλες τράπεζες χρεώνουν τους κατόχους με κάποιο ποσόν που κυμαίνεται από 100 ως 200 δρχ. ανά συναλλαγή που πραγματοποιείται στα γκισέ, άλλες δεν δίνουν τόκο για «μικρά» υπόλοιπα και άλλες αφαιρούν κάθε μήνα ή εξάμηνο ένα συγκεκριμένο ποσόν.



