Την προπερασμένη Δευτέρα ο θρυλικός πυγμάχος αποκάλυψε ότι θέλει να γυρίσει στα ρινγκ. Ισως γιατί η ζωή του έξω από αυτά ήταν τόσο γεμάτη όσο λίγων. Ποιος άλλος θα τα έβαζε με ολόκληρη κυβέρνηση των ΗΠΑ, θα έμπλεκε με το «Εθνος του Ισλάμ» και θα έλεγε «σκοτώστε όποια μαύρη μπλέξει με λευκό»;




Υστερα από τη νίκη του επί του Σόνι Λίστον για τον τίτλο στα υπερβαρέα, ο Κάσιους Κλέι πήγε στην πρωινή συνέντευξη Τύπου στις 26 Φεβρουαρίου 1964 στην «Αίθουσα των Βετεράνων» του Convention Hall στο Μαϊάμι. Απάντησε σε όλες τις συνηθισμένες ερωτήσεις, για το πώς ένιωσε και ποιον ήθελε για επόμενο αντίπαλο, για το αν ο Λίστον ήταν περισσότερο δύσκολος απ’ ό,τι περίμενε, λιγότερο δύσκολος ή περίπου όπως τον περίμενε. Στο τέλος, ένας δημοσιογράφος διέκοψε τη μονοτονία με μια παράταιρη ερώτηση: ήταν αλήθεια ότι ο Κλέι ήταν «κάτοχος κάρτας μέλους των Μαύρων Μουσουλμάνων»;


Ο Κλέι δεν ξαφνιάστηκε τόσο από την αποκάλυψη ­ ήξερε ή έστω υπέθετε ότι όλοι θα γνώριζαν την επαφή του με το «Εθνος του Ισλάμ» ­ αλλά από τη χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων όρων. Το «κάτοχος κάρτας» ηχούσε και έφερνε μνήμες από την εποχή του μακαρθισμού, η οποία δεν ήταν διόλου μακρινή τότε, ενώ το «Μαύρος Μουσουλμάνος» ήταν χαρακτηρισμός που απωθούσε τα μέλη του «Εθνους». «Κάτοχος κάρτας; τι σημαίνει αυτό;» αποκρίθηκε ο Κλέι. «Πιστεύω στον Αλλάχ και στην ειρήνη. Δεν προσπαθώ να μετακομίσω σε γειτονιές λευκών. Δεν θέλω να παντρευτώ μια λευκή γυναίκα. Δεν είμαι χριστιανός πια. Ξέρω πού πηγαίνω και ξέρω την αλήθεια και δεν είμαι υποχρεωμένος να είμαι αυτό που εσείς θέλετε να είμαι. Είμαι ελεύθερος να είμαι ό,τι θέλω». Αυτά ήταν αρκετά για να επιβεβαιώσουν όλες τις ιστορίες που δημοσιεύονταν στον Τύπο: ο Κλέι ήταν μέλος του «Εθνους του Ισλάμ».


Εκτός από έναν μικρό κύκλο ανθρώπων που τον ήξεραν, η αλλαγή πίστης του Κλέι ήταν ένα σοκ ακόμη και για την οικογένειά του. Ο Κλέι o πρεσβύτερος, ένας κατασκευαστής ταμπελών, είπε στους δημοσιογράφους ότι ο γιος του είχε εξαπατηθεί από άπληστους μουσουλμάνους. «Δεν αλλάζω το όνομά μου» είπε. «Αν θέλει να το κάνει αυτός, ας το κάνει. Αλλά όχι εγώ». Η σχέση ανάμεσα στον πατέρα και στον γιο επιδεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε την επόμενη φορά που ο Κάσιους Κλέι επισκέφθηκε το πατρικό σπίτι του στη Λούισβιλ κοιμήθηκε σε ξενοδοχείο! «Ηρθε να μας δει» είπε η Οντέσα, η μητέρα του, «αλλά κάθησε μόλις 25 λεπτά και κράτησε ένα ταξί να περιμένει έξω στον δρόμο. Του είχαν πει να μείνει μακριά από τον πατέρα του εξαιτίας όλου αυτού του θρησκευτικού πράγματος και φαντάζομαι ότι του είχαν πει να μείνει μακριά και από εμένα. Ο Κάσιους Κλέι ήταν παιδί της μαμάς του. Εμαθε πυγμαχία στα 12 του χρόνια επειδή τα άλλα παιδιά της γειτονιάς του στη Λούισβιλ του έκλεβαν διαρκώς το ποδήλατο.


Οι σπουδαιότεροι αρθρογράφοι αντέδρασαν με την ίδια σχεδόν οργή όπως ο Κάσιους Κλέι ο πρεσβύτερος. «Η πυγμαχία, από τις σάπιες αρχές της, ήταν πάντα ο δρόμος με τα κόκκινα φανάρια του αθλητισμού. Αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που μετατράπηκε σε ένα όργανο του μίσους» έγραψε ο συντηρητικός Τζίμι Κάνον της «New York Post». «Σακάτεψε τα κορμιά αμέτρητων ανδρών και κατέστρεψε τα μυαλά τους, αλλά τώρα, ένας απόστολος του Ελάια Μοχάμεντ, ο Κλέι χρησιμοποιεί τη πυγμαχία σαν ένα όπλο της αδυναμίας εναντίον του πνεύματος. Λυπάμαι τον Κλέι και απεχθάνομαι αυτό που εκπροσωπεί. Στα χρόνια της πείνας κατά τη διάρκεια της ύφεσης οι κομμουνιστές χρησιμοποιούσαν διάσημους ανθρώπους με τον τρόπο που οι Μαύροι Μουσουλμάνοι εκμεταλλεύονται τον Κλέι. Ο συνεταιρισμός του Κλέι με το “Εθνος του Ισλάμ”» διακήρυξε ο Κάνον «είναι πιο υποχθόνιο σύμβολο του μίσους από τον (γερμανό πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή στα υπερβαρέα ­ Μαξ) Σμέλινγκ και τον ναζισμό».


Η διαμάχη με τον Μάλκολμ Χ


Εν τω μεταξύ η διαμάχη ανάμεσα στον Ελάια Μοχάμεντ και στον Μάλκολμ Χ έπαιρνε διαστάσεις και η ηγεσία του «Εθνους» δεν ήταν εύκολο να αφήσει τον Κλέι να είναι μέλος αλλά και φίλος με τον εχθρό τους. Αν και συνέχιζε να εκφράζει δημόσια την πίστη του στον Μοχάμεντ, ο Μάλκολμ είχε ήδη δηλώσει ότι θα επιχειρούσε να δημιουργήσει μια νέα αυτόνομη ομάδα ­ μια ομάδα που το «Εθνος» θα αντιλαμβανόταν αμέσως ως απειλή.


Στις 6 Μαρτίου 1964, λίγες ημέρες μετά την επίμαχη συνέντευξη Τύπου του Κλέι, ο Ελάια Μοχάμεντ απηύθυνε ένα ραδιοφωνικό διάγγελμα όπου ανέφερε ότι το όνομα Κάσιους Κλέι δεν εμπεριείχε κάποια «θεϊκή σημασία» και έπρεπε να αντικατασταθεί από ένα μουσουλμανικό όνομα. «”Μοχάμεντ Αλι” είναι αυτό που θα του δώσω, όσο πιστεύει στον Αλλάχ και με ακολουθεί».


Ο Ελάια χρειαζόταν τον Κλέι όχι μόνον ως μέσο προσηλυτισμού νέων μελών, αλλά και ως όπλο στον πόλεμό του με τον Μάλκολμ Χ. Ο τελευταίος, όταν άκουσε το διάγγελμα από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του, έγινε έξαλλος. «Είναι μια πολιτική κίνηση» είπε. «Το έκανε για να τον αποτρέψει να έλθει σ’ εμένα».


Φυσικά ο Μάλκολμ είχε δίκιο. Απεσταλμένοι από το Σικάγο και τη Βοστώνη πήγαν στο ξενοδοχείο Theresa για να υποβάλουν τα σέβη τους στον νέο πρωταθλητή, τον Μοχάμεντ Αλι. Του είπαν να θυμάται ποιος ήταν ο αληθινός «προφήτης» και ποιος ήταν ο διεκδικητής. Προσέφεραν στον Αλι ακόμη και μια σύζυγο, μια από τις εγγονές του Ελάια Μοχάμεντ, αν το ήθελε.


Τον Μάιο ο Αλι έφυγε για μια τουρνέ διαρκείας ενός μηνός, στην Αίγυπτο, στη Νιγηρία και στην Γκάνα. Τα επόμενα χρόνια τα συναισθήματα που βγήκαν στην επιφάνεια με το ταξίδι στην Αφρική ­ οι εκδηλώσεις αγάπης, οι ιαχές «Αλι, Αλι» στα χωριά ­ θα τα δοκίμαζε ξανά και ξανά πολλές φορές σε πολλές χώρες. Αλλά αυτό το ταξίδι ήταν το πρώτο του είδους του και ο Αλι ήταν κατενθουσιασμένος. Τον μάγευε το ότι ήταν ανάμεσα σε Αφρικανούς, τους «αληθινά δικούς του ανθρώπους» όπως έλεγε. Τον γοήτευε που συναντούσε πολιτικές προσωπικότητες όπως ο πρωθυπουργός της Γκάνας Κουάμ Νκρούμα. Τον σαγήνευε το ότι αναγνωριζόταν σε μέρη όπου ποτέ δεν είχαν γνωρίσει, πόσο μάλλον ενδιαφερθεί για τον Τζο Λούις ή τον Ρόκι Μαρτσιάνο.


Το ταξίδι αυτό ήταν η πρώτη γεύση για το τι σήμαινε να είναι ο Μοχάμεντ Αλι, ένα διεθνές σύμβολο, ένας πυγμάχος σημαντικότερος από πρωταθλητής στα υπερβαρέα, το πιο διάσημο πρόσωπο του κόσμου. Ηταν η αρχή της μετάλλαξης του Αλι.


Ο Μάλκολμ Χ, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε πάρει το όνομα Ελ Χατζ Μαλίκ Ελ Σαμπάζ (όνομα σουνιτών μουσουλμάνων), ταξίδεψε επίσης στην Αφρική ύστερα από ένα ταξίδι στη Μέκκα. Στο ξενοδοχείο Ambassador στην Ακρα της Γκάνας, λίγο προτού αναχωρήσει για το αεροδρόμιο, ο Μάλκολμ είδε τον Αλι στο λόμπι.


«Αδελφέ Μοχάμεντ!» φώναξε ο Μάλκολμ. «Αδελφέ Μοχάμεντ!».


Ο Αλι είδε τον Μάλκολμ αλλά δεν αποκρίθηκε το ίδιο ζεστά.


«Εγκατέλειψες τον αξιότιμο Ελάια Μοχάμεντ» του είπε ο Αλι παγερά. «Ηταν λάθος σου, αδελφέ Μάλκολμ».


Στα τέλη του 1964 ο Μάλκολμ Χ είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι δεν θα επιζούσε έναν ακόμη χρόνο. Το «Εθνος του Ισλάμ» του είχε κηρύξει πόλεμο ­ διάφοροι «κυβερνητικοί» το διακήρυτταν παντού, από τους άμβωνες στο Σικάγο και στη Βοστώνη ως τις σελίδες των «Λόγων του Μοχάμεντ», της εφημερίδας του «Εθνους του Ισλάμ». Ο Μάλκολμ έλαβε όσα μέτρα προστασίας μπορούσε. Οταν πήγε σε ένα τηλεοπτικό στούντιο στη Νέα Υόρκη για να δώσει συνέντευξη, το κτίριο ήταν περικυκλωμένο από άνδρες του με κοντόκαννες καραμπίνες. Για μήνες άκουγε ότι το «Εθνος» είχε στείλει ομάδες δολοφόνων για να τον σκοτώσουν. Κυκλοφορούσαν φήμες για αμάξια-βόμβες και ομάδες αυτοκτονίας. Τα άρθρα στους «Λόγους του Μοχάμεντ» απλώς επιβεβαίωναν αυτό που ήδη γνώριζε. Ο Μάλκολμ άρχισε να πιστεύει ως και ότι οι άνδρες του Ελάια Μοχάμεντ συνεργάζονταν με την Κου Κλουξ Κλαν και το ναζιστικό κόμμα των ΗΠΑ για να τον σκοτώσουν!


Στις 18 Φεβρουαρίου φώναξε το FBI ­ την ίδια υπηρεσία που τον κατασκόπευε και τον παρενοχλούσε με φοβερή αδιακρισία για πολύ καιρό ­ και τους είπε ότι υπήρχε μια συνωμοσία για να τον σκοτώσουν.


Στις 21 Φεβρουαρίου ο Μάλκολμ είχε προγραμματίσει να βγάλει λόγο στο «Audubon Ballroom» στο Μανχάταν. Ο Μάλκολμ ανέβηκε στο βήμα και άρχισε τον λόγο του με τους παραδοσιακούς ισλαμικούς χαιρετισμούς. Καθώς το κοινό απαντούσε με ανάλογους χαιρετισμούς, ένας οδηγός από το Newark’s Mosque πυροδότησε ένα καπνογόνο και φώναξε: «Πάρε το χέρι σου μακριά από την τσέπη μου!» Την ώρα που το κοινό στράφηκε να δει αυτή τη μάλλον θεατρική πράξη, τρεις οπλισμένοι άνδρες πλησίασαν προς το μέρος του Μάλκολμ. «Σταματήστε!» φώναξε ο Μάλκολμ. Και έπειτα άρχισαν οι πυροβολισμοί. Ο Μάλκολμ χτυπήθηκε από τουλάχιστον μία ριπή και πέθανε σχεδόν αμέσως. Ηταν 39 χρόνων.


Κανένας από τους Ελάια Μοχάμεντ και Μοχάμεντ Αλι δεν εξέφρασε ικανοποίηση για τον θάνατο του Μάλκολμ αλλά ούτε και εκδήλωσαν κάποια συμπάθεια. «Ο Μάλκολμ Χ ήταν φίλος μου και ήταν φίλος όλων όσο ήταν μέλος του Ισλάμ» είπε ο Αλι. «Δεν θέλω τώρα να μιλήσω γι’ αυτόν. Ολοι μας είμαστε συγκλονισμένοι από τον τρόπο που σκοτώθηκε. Ο Ελάια Μοχάμεντ αρνήθηκε ότι μουσουλμάνοι ήταν υπεύθυνοι. Δεν είμαστε βίαιοι άνθρωποι. Δεν έχουμε όπλα». «Ο Μάλκολμ πέθανε σύμφωνα με τα όσα διακήρυττε» είπε ο Ελάια Μοχάμεντ. «Διακήρυττε τη βία και η βία τον πήρε μακριά».


Τρεις μήνες μετά τη νίκη του Αλι επί του πρώην παγκόσμιου πρωταθλητή Φλόιντ Πάτερσον άρχισε η μάχη του με την αμερικανική κυβέρνηση. Μια ήδη περίπλοκη ιστορία, η οποία είχε ξεκινήσει από την εποχή που είχε περάσει περιοδεύων για τον αμερικανικό στρατό, θα περιπλέκονταν ακόμη περισσότερο. Το 1960, σε ηλικία 18 ετών, ήταν εγγεγραμμένος στα μητρώα της Λούισβιλ. Το 1962 καταχωρίστηκε ως 1Α, το οποίο αφορούσε εκείνους που έπρεπε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να καταταγούν. Δύο χρόνια αργότερα, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τον αγώνα του με τον Σόνι Λίστον, τον διέταξαν να πάει στο κέντρο νεοσυλλέκτων του Coral Gables για να περάσει από εξετάσεις. Η αποτυχία του στο διάρκειας 50 λεπτών τεστ γραμματικών γνώσεων ήταν τέτοια που ανάγκασε τον αμερικανικό στρατό να δηλώσει ότι το IQ του ήταν 78.


Η υπόθεση Βιετνάμ


Λίγα χρόνια μετά ο Μπομπ Λίπσαϊτ των «New York Times» πήγε στο Μαϊάμι για να γράψει μερικές ιστορίες για τον Αλι και να καλύψει την ανοιξιάτικη προετοιμασία του. Ενα απόγευμα ο Λίπσαϊτ οδήγησε ως το σπίτι του Αλι, ένα διακριτικό σπίτι στο κέντρο μιας γειτονιάς μαύρων. Οι δυο τους κάθησαν απέξω, σε δύο πλαστικές καρέκλες. Τα σχολεία σχολούσαν εκείνη την ώρα και ο Αλι κοίταζε τα κορίτσια του γυμνασίου να περνούν, χαρίζοντας ένα σχόλιο στην καθεμία. Αρκετοί μουσουλμάνοι φίλοι του βρίσκονταν γύρω από το σπίτι. Κάποια στιγμή ένας πλησίασε τον Αλι και του είπε ότι τον ζητούσαν στο τηλέφωνο. Ηταν από την τηλεφωνική εταιρεία. Η αδιάφορη φωνή τον πληροφόρησε ότι εξαιτίας της κλιμάκωσης του πολέμου στο Βιετνάμ ο αμερικανικός στρατός αναδιαμόρφωσε την πολιτική του: το αποτέλεσμα των γραπτών εξετάσεών του ήταν πια ικανοποιητικό. Ο Αλι χαρακτηριζόταν και πάλι 1Α. Θα έπρεπε σύντομα να περιμένει την κλήση του από τη στρατολογία.


«Ο Αλι βγήκε έξω και η διάθεσή του είχε αλλάξει. Ηταν σαν να έβγαζε καπνούς» είπε ο Λίπσαϊτ.


Επρόκειτο για ένα μεγάλο θέμα. Πολλοί νεαροί αθλητές και ποπ σταρ είχαν καταταγεί στο παρελθόν στο αποκορύφωμα της καριέρας τους: ο Τζο Λιούις, ο Τεντ Γουίλιαμς, ο Ελβις Πρίσλεϊ. Αλλά αυτό ήταν διαφορετικό, ήταν Βιετνάμ, μια πολύ πιο περίπλοκη περίπτωση. Ηταν περίπλοκο και για τον ίδιο τον Μοχάμεντ Αλι. Εκείνη την εποχή είχε μάθει να απαντάει σε ερωτήσεις για τον ρατσισμό αλλά τώρα άκουγε νέες ερωτήσεις: «Ποια είναι η άποψή σου για τη στρατολόγηση;», «Τι πιστεύεις για τον πόλεμο;», «Τι πιστεύεις για τους Βιετκόνγκ;»..


«Μάγκα μου» είπε ο Αλι στον δημοσιογράφο, «εγώ δεν έχω τίποτε προσωπικό με αυτούς τους Βιετκόνγκ».


«Ηταν η στιγμή του Αλι» είπε ο Λίπσταϊλ. «Για την υπόλοιπη ζωή του θα τον αγαπούσαν και θα τον μισούσαν γι’ αυτό που έμοιαζε με επίσημη δήλωση αλλά ήταν μία θολή παρόρμηση». Οπως είχε κάνει και παλαιότερα και θα ξανάκανε και αργότερα, ο Αλι είχε δείξει το χάρισμά του να πρωταγωνιστεί και εκείνη τη στιγμή είχε παίξει έναν ρόλο που θα χαρακτήριζε την ίδια εκείνη την εποχή: αντίσταση στις αρχές, έκφραση του ότι η πίστη στο έθνος δεν είναι αυτόματη ή απόλυτη.


Κατά τη διάρκεια της επόμενης χρονιάς ο Αλι πάλεψε με πολλούς διεκδικητές: Τζορτζ Κουβάλο, Χένρι Κούπερ, Μπράιαν Λόντον, Καρλ Μίλντενμπεργκερ, Κλίβελαντ Γουίλιαμς, Ερνι Τερέλ. Παράλληλα συνεχιζόταν η υπόθεση της στρατολόγησής του. Οσο ο καιρός περνούσε και η κυβέρνηση συνέχιζε να τον πιέζει ο Αλι έκανε πιο σκληρή τη στάση του. «Γιατί μου ζητούν να φορέσω μια στολή και να ταξιδέψω 10.000 μίλια μακριά από το σπίτι μου για να ρίξω βόμβες και σφαίρες σε κάποιους καφέ ανθρώπους στο Βιετνάμ την ώρα που οι αποκαλούμενοι “Νέγροι” στη Λούισβιλ αντιμετωπίζονται σαν σκυλιά;» είπε ο Αλι σε έναν δημοσιογράφο του «Sports Illustrated». «Αν πίστευα ότι με το να πάω στον πόλεμο θα έφερνα την ελευθερία σε 22 εκατομμύρια από τους ανθρώπους μου, δεν θα χρειαζόταν να με στρατολογήσουν. Θα πήγαινα να καταταγώ την επόμενη ημέρα».


Το πρωί της 28ης Απριλίου του 1967 ο Αλι παρουσιάστηκε στο κέντρο στρατολόγησης του αμερικανικού στρατού στο Χιούστον. «Είναι δύσκολο να θυμηθούμε τώρα τα συναισθήματα εκείνων των στιγμών» είπε η Σόνια Σάντσες, ποιήτρια και ακτιβίστρια των πολιτικών δικαιωμάτων. «Σχεδόν όλοι οι διάσημοι αντιστέκονταν στη στρατολόγηση. Ηταν ένας πόλεμος που σκότωνε δυσανάλογα νέους μαύρους αδελφούς μας και υπήρχε ένας όμορφος, αστείος, ποιητικός νέος άνδρας ο οποίος όρθωσε το ανάστημά του και είπε: “Οχι”. Φανταστείτε το για μία στιγμή. Ο παγκόσμιος πρωταθλητής στα υπερβαρέα, ένας μαγικός άνδρας, να μεταφέρει τη μάχη του έξω από τα ρινγκ, στην πολιτική, και να παραμένει ακλόνητος. Το μήνυμα είχε σταλεί».


Μαζί με 25 άλλους πιθανούς νεοσύλλεκτους ο Αλι διατάχθηκε να συμπληρώσει χαρτιά, να περάσει από ιατρικές εξετάσεις και έπειτα να περιμένει το λεωφορείο που θα τους μετέφερε όλους στο στρατόπεδο Fort Polk της Λουιζιάνας. Το απόγευμα οι νεοσύλλεκτοι παρατάχθηκαν μπροστά από έναν νεαρό υπολοχαγό, τον Στίβεν Ντάνκλεϊ, για μια τελευταία τυπική πράξη ­ συμβολικού όμως χαρακτήρα. Ο υπολοχαγός καλούσε τον κάθε νεοσύλλεκτο και του έλεγε να κάνει ένα ακόμη βήμα, το οποίο θα τον έβαζε στον στρατό. Φώναξε και το όνομα του Αλι: «Κάσιους Κλέι! Στρατός!». Ο Αλι δεν κινήθηκε. Τον ξαναφώναξε, «Αλι», αλλά ο Αλι έμεινε ακίνητος. Τότε ένας άλλος αξιωματικός τον οδήγησε σε ένα γραφείο και του είπε ότι η ποινή της άρνησης να καταταγεί είναι πέντε χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο. Το κατάλαβε; Ναι, το κατάλαβε. Του δόθηκε άλλη μία ευκαιρία να αποκριθεί στο κάλεσμα του ονόματός του και να κάνει το βήμα. Εμεινε και πάλι ακίνητος. Τελικά ένας υπάλληλος του στρατολογικού γραφείου τού είπε να γράψει σε ένα χαρτί τους λόγους για τους οποίους αρνείται να καταταγεί.


«Αρνούμαι να καταταγώ στις δυνάμεις του αμερικανικού στρατού», έγραψε ο Αλι, «επειδή ζητώ να εξαιρεθώ ως υπουργός Θρησκείας του Ισλάμ».


Η άρνηση του Αλι να πάει στο Βιετνάμ είχε τεράστια απήχηση στους νέους, ιδίως στους Αφροαμερικανούς. Ο Τζέραλντ Ιρλι, καθηγητής Λογοτεχνίας, ανακαλεί τις στιγμές του 1967 στην εργασία του «Ιστορίες ενός παιδιού-θαύματος»: «Οταν αρνήθηκε, ένιωσα κάτι μεγαλύτερο από υπερηφάνεια. Ενιωσα σαν να υπερασπίστηκαν την τιμή μου ως μαύρου αγοριού, την τιμή μου ως ανθρωπίνου όντος. Και ένιωσα τον εαυτό μου ένα μικρό παιδί της πόλης που θέλει να τολμήσει. Την ημέρα που ο Αλι αρνήθηκε να καταταγεί, έκλαψα στο δωμάτιό μου. Εκλαψα γι’ αυτόν και για εμένα, για το μέλλον μου και για το δικό του ­ για όλες τις μαύρες προοπτικές μας».


Η Κορέτα Κινγκ, σύζυγος του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, είχε προσθέσει: «Δεν είναι μόνο ένας πρωταθλητής του μποξ, είναι ένας πρωταθλητής της δικαιοσύνης, της ειρήνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».


Ο Αλι καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε ετών και πρόστιμο 10.000 δολαρίων ­ η ανώτερη ποινή. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιούνιο του 1971, το Ανώτατο Δικαστήριο τον αθώωσε με ομόφωνη απόφασή του. Υστερα όμως από τη νίκη του επί του Ζόρα Φόλεϊ, έναν μήνα μετά την άρνησή του να καταταγεί, δεν είχε αγωνιστεί για τριάμισι χρόνια. Θα κατακτούσε ξανά τον παγκόσμιο τίτλο το 1974, όταν νίκησε τον Τζορτζ Φόρμαν στον θρυλικό «Τσακωμό στη Ζούγκλα», στην Κινσάσα, στο Ζαΐρ. «Υπολογίζω ότι αυτή η απόφασή του να αρνηθεί να πάει στο Βιετνάμ του κόστισε 10 εκατ. δολάρια από πιθανές αμοιβές και δικαιώματα» είπε ο κ. Γκόρντον Ντέιβιντσον, ένας από τους δικηγόρους από τη Λούισβιλ οι οποίοι είχαν αναλάβει το «μανατζάρισμα» του Αλι. Επίσης όμως του κόστισε το ότι πολλοί Αμερικανοί τον έβλεπαν πια ως ένα υγιέστατο πλουσιόπαιδο το οποίο αρνήθηκε να καταταγεί χρησιμοποιώντας τη θρησκεία ως δικαιολογία.


Ο Αλι όμως ουδέποτε μετάνιωσε. Ακόμη και γι’ αυτό τον νεαρό άνδρα, ερωτευμένο με τη φήμη του, υπήρχαν πιο σημαντικές προτεραιότητες. Πριν από λίγες ημέρες σε συνέντευξή του στο «Newsweek», είπε ότι «το σπουδαιότερο πράγμα που έκανα ποτέ μου ήταν που δεν πήγα στο Βιετνάμ». Παλαιότερα ήταν πιο ακραίος. «Ημουν αποφασισμένος να γίνω ο νέγρος που κανένας λευκός δεν θα τον πιάνει» είπε στο περιοδικό «Black Scholar». «Ενας νέγρος που δεν θα τον κρατάς, λευκέ. Καταλαβαίνεις; Ενας νέγρος που δεν θα τον κρατάς».


Ο Αλι και οι γυναίκες του


Στις 23 Ιουνίου 1965, έναν μήνα μετά τον δεύτερο αγώνα του Λιούιστον, ο Αλι συμπλήρωσε μια αίτηση προς το Ειρηνοδικείο της κομητείας του Ντέιντ της Φλόριδας ζητώντας την ακύρωση του γάμου του με τη Σόνι Κλέι. Οι μουσουλμάνοι του είχαν πει να διαλέξει: ή μέλος στο «Εθνος του Ισλάμ» ή γάμος με μια ειδωλολάτρισσα. Δεν είχε σημασία που ο Χέρμπερντ Μοχάμεντ ήταν αυτός που είχε συστήσει τη Σόνι στον Αλι.


Το βασικό επιχείρημα της αίτησης του Αλι ήταν η αποτυχία της Σόνι να ακολουθήσει τις επιταγές του «Εθνους του Ισλάμ». Στην αίτησή του περιέγραφε με λεπτομέρειες την άρνηση της συζύγου του να ακολουθήσει τους ενδυματολογικούς κανόνες των μουσουλμάνων.


Κατά τη διάρκεια της δίκης η Σόνι φορούσε ένα μακρύ κόκκινο φόρεμα και ο δικηγόρος της ρώτησε τον Αλι «αν το φόρεμα που φοράει σήμερα η κυρία Κλέι είναι αποδεκτό από τους μουσουλμάνους».


«Οχι, είναι πολύ στενό» απάντησε ο Αλι. «Τα γόνατά της φαίνονται, τα άκρα της φαίνονται. Φοράει ψεύτικες βλεφαρίδες και κραγιόν. Προκαλεί το μάτι και με φέρνει σε δύσκολη θέση».


Στην αγωγή του ο Αλι υποστήριζε ότι τον γάμο τους χαρακτήριζε η έλλειψη ταπεινής συμπεριφοράς της γυναίκας του. Μια φορά, αφού τη σκούπισε με μια πετσέτα για να της βγάλει το κραγιόν, η Σόνι έφυγε από το σπίτι.


«Αγαπάω τον σύζυγό μου και θέλω να είμαι μαζί του» είπε η Σόνι. «Είναι όμως αυτή η θρησκεία. Προσπάθησα να την αποδεχθώ. Πάντα διαφωνούσαμε για το θέμα των ρούχων. Του είπα ότι, αν τον έφερνα σε δύσκολη θέση, θα έμενα αμέτοχη. Ο Κάσιους μου είπε ότι ο Ελάια Μοχάμεντ του δήλωσε ότι εγώ έφερνα σε δύσκολη θέση όλο το μουσουλμανικό έθνος με το να μη φορώ τα μακριά λευκά φορέματα που οι μουσουλμάνες υποτίθεται ότι φορούν. Δεν πίνω, δεν καπνίζω, παρακολουθώ συναντήσεις τους. Βαπτίστηκα και εγώ στη θρησκεία του. Ολα εκτός από τα ρούχα. Είμαι φυσιολογική, όπως κάθε άλλη γυναίκα. Δεν μου αρέσει να φοράω τέτοια πράγματα».


Οταν βγήκε επιτέλους η απόφαση του διαζυγίου, η Σόνι ήταν πληγωμένη και ελάχιστα πιο πλούσια. Ο Αλι άφησε ένα σημείωμα στη Σόνι: «Αντάλλαξες τον Παράδεισο με την Κόλαση, μωρό μου». Αλλά και ο ίδιος είχε πληγωθεί. Περικυκλώθηκε από εμπόρους έρωτα. Παράσιτα του πρότειναν να του βρουν γυναίκες, γυναίκες του προσφέρονταν. Αλλά ο Αλι έμενε για μήνες μακριά τους. Κάποτε διηγήθηκε ότι έμεινε μέσα στο δωμάτιό του μυρίζοντας το άρωμα της Σόνι. Μόνο όταν ο αέρας καθάρισε εντελώς από τη μυρωδιά της, ο Αλι επέστρεψε στις γυναίκες.


«Βέβαια, όταν ο Μοχάμεντ γύρισε στις γυναίκες, το έκανε με ρυθμούς παγκόσμιου ρέκορντμαν» είπε ο Φέρντι Πατσέκο, ο γιατρός και γυμναστής του Αλι. «Είναι ένας ιεραπόστολος του κουνήματος της μέσης. Πήγε με περισσότερες άσχημες γυναίκες από όσο μπορείτε να φανταστείτε. Του αρέσει να αρέσει». Σε αντίθεση, όμως, με τον Τζακ Τζόνσον, ο Αλι ουδέποτε πλησίασε λευκή γυναίκα. Πουθενά δεν ήταν τόσο άγριος όσο στα θέματα του διαφυλετικού σεξ και του γάμου.


«Μάγκα μου, ήμουν στο Σικάγο πριν από καν’α δυο μήνες και είδα έναν λευκό τύπο να παίρνει μια μαύρη γυναίκα σε ένα ξενοδοχείο» διηγήθηκε σε έναν δημοσιογράφο του «Playboy». «Εμεινε μαζί της δύο ή τρεις ώρες και έπειτα βγήκε έξω ­ τον είδαν κάποια αδέλφια αλλά δεν είπαν τίποτε. Θα έπρεπε να πετάξουν πέτρες στο αυτοκίνητό του ή να κλωτσήσουν την πόρτα του δωματίου την ώρα που ήταν μέσα και την πηδούσε, να κάνουν κάτι για να του δείξουν ότι αυτό δεν μας αρέσει.


Κανένας δεν ακουμπάει τις γυναίκες μας, λευκές ή μαύρες. Ακούμπησε μια μουσουλμάνα αδελφή μας και είσαι πεθαμένος».


«Αρχίζεις να ακούγεσαι σαν μαύρο αντίγραφο ενός λευκού ρατσιστή» είπε ο δημοσιογράφος. «Πιστεύεις ότι το λιντσάρισμα είναι η απάντηση στο διαφυλετικό σεξ;».


«Ενας μαύρος πρέπει να σκοτώνεται αν μπλέκει με μια λευκή γυναίκα» απάντησε ο Αλι. «Και οι λευκοί το έκαναν πάντα αυτό. Λιντσάριζαν νέγρους ακόμη και αν τολμούσαν να κοιτάξουν μια λευκή γυναίκα».


«Και τι θα γίνει αν μια μουσουλμάνα γυναίκα θέλει να βγει με έναν μη μουσουλμάνο μαύρο ή λευκό για να κάνει σεξ μαζί του;» ρώτησε ο δημοσιογράφος του «Playboy».


«Τότε πεθαίνει» απάντησε ο Αλι. «Σκοτώστε την και αυτήν».