Σε τι μοιάζει το μουσείο με το κοινοβούλιο και πώς η διαρκής επέκταση των πολιτιστικών θεσμών προς κάθε εναλλακτική έκφραση συνιστά τη νομιμοποίηση του Κράτους
H τέχνη είχε πάντα μια λειτουργία πολιτικής εκπροσώπησης. Σε παλαιότερες εποχές απεικόνιζε τις κυρίαρχες θρησκευτικές παραδόσεις και απολυταρχικές εξουσίες. Σήμερα ζούμε στην εποχή της πλουραλιστικής δημοκρατίας και η μοντέρνα τέχνη έχει επίσης γίνει πλουραλιστική και δημοκρατική. H δημοκρατία συνήθως ορίζεται ως η έκφραση μιας γενικής βούλησης, la volonte generale. Οι πολιτικοί θεσμοί της δημοκρατίας πρέπει να εκπροσωπούν αυτή τη γενική βούληση πιστά – στην εποχή μας, μόνο τότε αποκτούν ιδεολογική νομιμοποίηση. Αυτή η γενική βούληση όμως τι είναι; Πώς αναδύεται από την πραγματική πληθώρα των ατομικών μορφών ζωής, των διαφορετικών γλωσσών ή των πολιτιστικών παραδόσεων;
Είναι προφανές ότι οι πολιτικοί θεσμοί που λειτουργούν στην πραγματικότητα δεν είναι σε θέση να εκπροσωπήσουν αυτή την πολυμορφία και συνεπώς πάντα υποφέρουν από απουσία νομιμοποίησης. Οι κοινωνίες μας είναι πολιτιστικά διχασμένες και δεν υπάρχει volonte generale που θα μπορούσε να εκπροσωπηθεί από τους θεσμούς. Το μόνο που οι μοντέρνοι πολιτικοί θεσμοί μπορούν να κάνουν είναι να επιβλέπουν και να διαχειρίζονται την ποικιλία των συγκεκριμένων βουλήσεων, δίχως να διαθέτουν καμία δική τους συγκεκριμένη βούληση εκτός από τη βούληση για εξουσία. Αυτή η απουσία νομιμοποίησης, στη μοντέρνα κοινωνία, αναπληρώνεται μέσω του πολιτισμού της και ειδικά μέσω των τεχνών.
Πολιτική και καλλιτεχνική εκπροσώπηση
Σε αυτή την κατάσταση, η τέχνη επιτελεί τη λειτουργία τού να εκπροσωπεί όλα όσα ήδη, πια ή ακόμη, δεν εκπροσωπούνται πολιτικά. Ετσι, η πολιτική εκπροσώπηση γίνεται όχι μια έκφραση της γενικής βούλησης αλλά ένα ψήγμα του πολύ μεγαλύτερου πεδίου όλων των πιθανών πολιτιστικών συμπεριφορών και βουλήσεων που κωδικοποιούνται στην τέχνη. H καλλιτεχνική εκπροσώπηση συνεπώς λειτουργεί αλληλένδετα με την πολιτική εκπροσώπηση. H καλλιτεχνική εκπροσώπηση αυτού που έχει ήδη θεμελιωθεί πολιτικά συνήθως προκαλεί την αίσθηση της ταυτολογίας, της έλλειψης ενδιαφέροντος ή χρησιμότητας. H τέχνη πρέπει, σύμφωνα με τη μοντέρνα ιδεολογία, να είναι εναλλακτική, δηλαδή πρέπει πρώτα απ’ όλα να εξασφαλίσει μια αισθητική εκπροσώπηση εκεί όπου απουσιάζει μια πολιτική.
Τα μουσεία των πρωτευουσών των μοντέρνων κρατών συλλέγουν οτιδήποτε δεν έχει εκπροσωπηθεί στα κοινοβούλια των δυτικών χωρών και με αυτόν τον τρόπο οι μοντέρνες μουσειακές συλλογές εκπληρώνουν το ίδιο καθήκον εκπροσώπησης όπως οι πολιτικοί δημοκρατικοί θεσμοί της εξουσίας. Οποιαδήποτε φιλοσοφία ζωής ή οποιοσδήποτε τρόπος ζωής έχει αποτύχει στην πολιτική πραγματικότητα διαθέτει εκεί έναν χώρο που του παραχωρείται επίσημα – ακόμη και οι πιο απολυταρχικές, αντιδημοκρατικές θέσεις, ακόμη και η αναζήτηση για μια απόλυτη τάξη, ακόμη και οι εκρήξεις πολιτικά ή σεξουαλικά καθορισμένης βίας, ακόμη και όλες οι νοσταλγίες ή όλες οι ουτοπίες που δεν ξέρουν αν ο καιρός τους τελείωσε ή αν ακόμη δεν έχει φτάσει.
Σύμφωνα με αυτή την κοινωνική λειτουργία της μοντέρνας τέχνης, οι μεγάλες μουσειακές συλλογές, καθώς και οι μεγάλες εκθέσεις (Documenta, Biennale κ.ά.), συγκροτούνται ακολουθώντας την ίδια αρχή με κάθε δημοκρατικό κοινοβούλιο. H καλλιτεχνική εκπροσώπηση ακολουθεί το αίτημα για σωστή εκπροσώπηση διαφορετικών περιοχών και την ίδια στιγμή διαφορετικών πολιτικών θέσεων, καθώς και θέσεων σχετικών με την πολιτική της τέχνης. Ενας γερμανός εξπρεσιονιστής δεν πρέπει να απουσιάζει περισσότερο από ό,τι ένας αμερικανός διάδοχος της pop art – με αυτόν τον έξυπνο τρόπο εκπροσωπούνται τόσο δύο αντίθετες καλλιτεχνικές συλλήψεις όσο και δύο σημαντικές χώρες της τέχνης. (Ενας γερμανός pop καλλιτέχνης ή ένας αμερικανός εξπρεσιονιστής θα βρισκόταν παρεμπιπτόντως σε πολύ πιο δύσκολη θέση επειδή δεν ταιριάζει εύκολα σε αυτό το σχήμα.) Αλλά τελικά όλα εξισορροπούνται και μια ακραία πολιτική στάση πρέπει να είναι τόσο «μέσα» σε μια σωστά συγκροτημένη έκθεση όσο και μια σκόπιμη ερωτική πρόκληση. Σίγουρα όμως το έργο με τις μεγαλύτερες πιθανότητες είναι αυτό στο οποίο κανείς μπορεί να βρει και τις δύο κινήσεις ταυτόχρονα και το οποίο την ίδια στιγμή δουλεύει ανανεωτικά με τα νέα μέσα, επειδή ένα τέτοιο έργο επιτρέπει στους επιμελητές εκθέσεων να τσεκάρουν περισσότερα κουτάκια κάθε φορά.
Ο καλλιτέχνης ως ready-made
Ειδικά πρόσφατα, σχηματίζει κανείς σίγουρα την εντύπωση ότι το ρεπερτόριο μορφών και θεμάτων στη μοντέρνα τέχνη έχει εξαντληθεί. H προσοχή έχει γι’ αυτόν τον λόγο μετατοπισθεί στην προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Σήμερα ένα κριτικό σημείωμα για μια έκθεση πρώτα απ’ όλα θα θέσει ερωτήματα για τη βιογραφική, όχι για την καλλιτεχνική ταυτότητα των συμμετεχόντων. Και θα παρατηρήσει, λόγου χάρη, ότι σε αυτή ή σε εκείνη την έκθεση η εκπροσώπηση των ανατολικοευρωπαίων καλλιτεχνών, των γυναικών καλλιτεχνών ή των καλλιτεχνών του Τρίτου Κόσμου ήταν ελλιπής. Ταυτόχρονα οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες χρησιμοποιούν συνειδητά και στρατηγικά τη βιογραφική τους ταυτότητα ως ένα είδος ready-made, είτε ικανοποιώντας είτε απογοητεύοντας τις προσδοκίες του κοινού.
Ο καλλιτέχνης της avant-garde απέρριπτε την κοινωνικά κωδικοποιημένη ταυτότητά του, σε αναζήτηση του εσώτερου αληθινού εαυτού του, πέρα από όλες τις συνήθεις κοινωνικές διακρίσεις σύμφωνα με το φύλο, την εθνικότητα, τον τόπο και τον χρόνο γέννησης κτλ. Ο σύγχρονος καλλιτέχνης χρησιμοποιεί την κοινωνικά κωδικοποιημένη και γραφειοκρατικά πιστοποιημένη ταυτότητά του ως ready-made, βλέπει τον εαυτό του κατά κάποιον τρόπο ως «ουρητήριο» του Μαρσέλ Ντυσάν. Αυτή η αυτομεταμόρφωση σε ready-made προϋποθέτει στην πραγματικότητα μια πολύ πιο απόμακρη εσώτερη σχέση με τον εαυτό του από μια παραδοσιακή, ρομαντική αυτοκατανόηση. H τέχνη κινείται εδώ στο ίδιο υψηλότερο πολιτιστικό επίπεδο όπως μια μοντέρνα γραφειοκρατία που διαχειρίζεται τον μοντέρνο δημοκρατικό πλουραλισμό. Υπάρχει εν τούτοις ακόμη τώρα μια απαίτηση από τη δουλειά κάθε συγκεκριμένου καλλιτέχνη να εκπροσωπεί νέα πράγματα, εμπειρίες ή πρακτικές που προέρχονται από άλλους, εξωτικούς τρόπους ζωής, και την ίδια στιγμή αυτή η εκπροσώπηση να είναι κριτική ή, ακόμη καλύτερα, αποδομητική. Οι μοντέρνοι πολιτιστικοί και πολιτικοί θεσμοί έχουν πάντοτε ανάγκη τις νέες ready-made ταυτότητες στις συλλογές τους, ώστε να επεκτείνουν και να βελτιώνουν τις πρακτικές επιτήρησης και διαχείρισής τους.
H λογική της avant-garde
Αποτελεί γνωστή παραδοχή ότι οι θεσμοί «βγάζουν κέρδος» από τις υπερβάσεις, τις παραβιάσεις των ταμπού και τις εξεγέρσεις της avant-garde. Ωστόσο είναι εξαρχής οι ίδιοι οι θεσμοί που απαιτούν και θέτουν σε κίνηση αυτές τις υπερβάσεις και τις παραβιάσεις των ταμπού, επειδή η δημοκρατική, πλουραλιστική αρχή της εκπροσώπησης υποστηρίζει πως οτιδήποτε δύναται να εκπροσωπηθεί πρέπει να εκπροσωπηθεί. H λογική της avant-garde είναι εξαρχής μια θεσμική λογική. H λογική αυτή αντανακλά το σχήμα του συνόρου μεταξύ της πολιτικής και της καλλιτεχνικής εκπροσώπησης, καθώς, ανά εποχές, το σύνορο αυτό μεταβάλλεται διαρκώς.
Οι πολιτικοί τρόποι ζωής που μοιάζουν ήδη παρωχημένοι ή που ποτέ δεν έγιναν αποδεκτοί στην ίδια την πραγματικότητα γίνονται, όπως είπα, ανεκτοί ως καλλιτεχνικές συμπεριφορές και, ακόμη ακόμη, ανταμείβονται. Και κάποιες καλλιτεχνικές συμπεριφορές γίνονται αργότερα πολιτικές συμπεριφορές: ανάμεσα στο δημοκρατικό κοινοβούλιο και στο μοντέρνο μουσείο υπάρχει μια διαρκής ανταλλαγή, η οποία καθορίζει τις συγκεκριμένες καλλιτεχνικές ή πολιτικές στρατηγικές. H ένταση ανάμεσα στους μέσους φορείς των συμπεριφορών που εκπροσωπούνται στο καλλιτεχνικό πλαίσιο και στην καλλιτεχνική elite που θα έπρεπε να εκπροσωπεί αυτές τις συμπεριφορές μοιάζει πολύ με την ένταση ανάμεσα στη «βάση» και στην πολιτική elite που θα έπρεπε να εκπροσωπεί αυτή τη βάση στο κοινοβούλιο. Και στις δύο περιπτώσεις παραπονιέται κανείς συνεχώς για την προδοσία αυτών των elite προς χάριν των υπαρκτών θεσμών. Αλλά η κατηγορία αυτή, τόσο στην τέχνη όσο και στην πολιτική, είναι δυνατόν να διατυπωθεί μόνο με δεδομένη την αξίωση αυτών των θεσμών επί της παγκόσμιας πλουραλιστικής εκπροσώπησης.
Υπέρβαση μετ’ επιστροφής
Το γεγονός ότι το σύνορο ανάμεσα στην τέχνη και στην πολιτική έχει διαρροές και διασχίζεται διαρκώς και προς τις δύο κατευθύνσεις, συχνά μας αποπλανεί ως το σημείο να πιστέψουμε πως είναι δυνατόν να εξαλείψουμε το σύνορο ολότελα ή να το αποδομήσουμε. Στην πραγματικότητα δεν υφίσταται καμία μεταφυσική, φυσική ή λογικο-εννοιακή εγγύηση για αυτό το σύνορο: το καθετί μπορεί να δηλωθεί ότι ανήκει είτε στην τέχνη είτε στην πολιτική. Στην αρχή του 20ού αιώνα αυτή η συνειδητοποίηση αποπλάνησε την ιστορική avant-garde, ώστε να επιχειρήσει να δώσει σε όλον τον κόσμο μια αισθητική, καλλιτεχνική εκπροσώπηση. Ο παραδοσιακός μύθος υποστηρίζει ότι η ιστορική avant-garde αποσχίστηκε από θεσμούς, μουσεία, παραδόσεις και συμβάσεις προκειμένου να στραφεί προς την «αληθινή» ζωή την οποία όλα αυτά αποκρύπτουν, με τον στόχο να καθοδηγηθεί από αυτή την αληθινή ζωή ή και να τη διαμορφώσει ενεργητικά με τα δικά της καλλιτεχνικά μέσα. Από τούτη την πεποίθηση ότι αποτελεί τη μόνη αληθινή και ζωντανή τέχνη, η ιστορική avant-garde έχει εξαγάγει την απαίτησή της για εξουσία, η οποία αρκετές φορές και υπό διαφορετικές συνθήκες την έχει καταστήσει σύμμαχο ή και εχθρό των απολυταρχικών καθεστώτων του 20ού αιώνα. H avant-garde αποπειράθηκε να ανακαλύψει την αληθινή παγκόσμια φυσιογνωμία πίσω από την πλουραλιστική πληθώρα των συγκεκριμένων ιστορικών πολιτιστικών μορφών και από αυτή την εσώτερη φυσιογνωμία να εξαγάγει τη γενική βούληση που θα μπορούσε να καταργήσει τον διαιρετικό και αποξενωτικό πλουραλισμό και να κινητοποιήσει την αληθινή παγκόσμια δημοκρατία. Πράττοντας όμως όπως έπραξε, η avant-garde λησμόνησε ότι το ίδιο της το εγχείρημα θα μπορούσε να γίνει κατανοητό μόνο μέσα στην πολιτιστική πολλαπλότητα που διαχειρίζονται οι θεσμοί και ότι το εγχείρημα καθίσταται δίχως νόημα αν αυτή η πολλαπλότητα καταργηθεί.
H δυναμική της avant-garde είναι, όπως είπα ήδη, ουσιαστικά θεσμική. H καλλιτεχνική avant-garde εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η μουσειακή και ιστορική συνείδηση, όπως εκδηλώθηκε στον θεσμό του μουσείου, ήταν ήδη βαθιά ριζωμένη στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Οι χειρονομίες της avant-garde φαίνονται ως παραβιάσεις των ταμπού μόνο όταν συγκρίνονται με μια πολύ περιορισμένη αντίληψη της ακαδημαϊκής ευρωπαϊκής τέχνης. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα ωστόσο, καθώς η Ευρώπη επεκτεινόταν στρατιωτικά σε όλον τον κόσμο, οι Ευρωπαίοι είχαν γνωρίσει πολλούς άλλους πολιτισμούς τους οποίους έθεσαν στο ιστορικό, μουσειακό πλαίσιο. H πολιτική της αποικιακής επέκτασης και η παράλληλη επέκταση των ευρωπαϊκών μουσείων οδήγησαν στη μουσειοποίηση ολοένα περισσότερων πολιτιστικών χειροτεχνημάτων και διαφορετικών πολιτισμικών μορφών από διαφορετικές εποχές και χώρες – πάντοτε σύμφωνα με το κριτήριο της ιστορικής εκπροσώπησης. Αυτό σημαίνει ότι τα αντικείμενα που ήταν δυνατόν να μουσειοποιηθούν ήταν τα αντικείμενα που σε μια μουσειακή, παγκόσμια, ιστορική σύγκριση θα μπορούσαν να θεωρηθούν ιστορικά καίρια και υφολογικά πρωτότυπα και με αυτή την έννοια καινούργια σε μια μουσειακή συλλογή.
Οταν αυτή η θεσμική, μουσειακή πρακτική και όχι το απλό γούστο του κοινού – παραδοσιακό ή μοντέρνο – αποτελεί τη βάση για τη δική μας κατανόηση του μοντέρνου καλλιτεχνικού πλαισίου, τότε η avant-garde του 20ού αιώνα φαίνεται να είναι η άμεση συνέχεια της μουσειακής συλλεκτικής δραστηριότητας που επεκτείνει τη στρατηγική της στα πράγματα τα οποία έχουν παραχθεί από τον μοντέρνο πολιτισμό. H πραγματική στρατηγική της avant-garde είναι η υπέρβαση μετ’ επιστροφής· με τον στόχο να συλλέξει τα πράγματα από έξω, να τα φέρει πίσω στο μουσείο σύμφωνα με την ανάγκη αυτού του θεσμού που πάντοτε ενδιαφέρεται να συμπληρώνει τις συλλογές του. Ο καλλιτέχνης της avant-garde συμπεριφέρεται σαν τον τυχοδιώκτη της αποικιακής εποχής – είναι επαναστάτης και συχνά απαγχονίζεται, τελικά όμως υπηρετεί το Στέμμα.
H εξωπολιτιστικότητα των θεσμών
Ανέπτυξα τους προβληματισμούς για την ιστορική avant-garde επειδή διαφωτίζουν ορισμένα κεντρικά προβλήματα που αφορούν τη γενική σχέση ανάμεσα στην πολιτική και στην τέχνη. H κανονική ιδεολογία της avant-garde μπορεί να εντοπισθεί ως η κύρια πηγή μιας θεμελιώδους παρερμηνείας που ακόμη κυβερνά τη σκέψη μας για την τέχνη, για την πολιτική και για τους θεσμούς. Οι θεσμοί όπως το Κράτος, το Μουσείο ή η Αγορά της Τέχνης ερμηνεύονταν από την ιδεολογία της avant-garde ως τα όργανα της εξουσίας που υπηρετούσε τα συμφέροντα του κυρίαρχου ευρωπαϊκού αστικού πολιτισμού. Ο στόχος της avant-garde συνεπώς ήταν να αναπτύξει έναν εναλλακτικό πολιτισμό ή να συνδέσει τον εαυτό της με τους μη ευρωπαϊκούς ή καταπιεσμένους μειονοτικούς πολιτισμούς, όπως η αποκαλούμενη κουλτούρα του προλεταριάτου.
Οι μοντέρνοι πολιτιστικοί θεσμοί όμως δεν είναι οι ίδιοι μέρος ενός συγκεκριμένου πολιτισμού – έστω και αν μιλούμε για έναν κανονικό ευρωπαϊκό πολιτισμό. Οι μοντέρνοι πολιτιστικοί θεσμοί αυτοί καθαυτοί είναι εξωπολιτιστικοί. Ενα μουσείο είναι μια συλλογή από καλλιτεχνικά αντικείμενα, αλλά δεν είναι το ίδιο καλλιτεχνικό αντικείμενο. H βιβλιοθήκη είναι μια συλλογή βιβλίων, αλλά δεν είναι βιβλίο. Από την εμφάνιση του ιστορικού συλλογισμού, στις αρχές του 19ου αιώνα, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έχει συσχετίσει τον εαυτό του, βλέποντάς τον ως έναν ιστορικό πολιτισμό ανάμεσα σε άλλους. Το ότι η σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη τέθηκε στο ίδιο μουσειακό πλαίσιο με την τέχνη άλλων εποχών και χώρων, στις αρχές του 19ου αιώνα, σήμανε τη δημιουργία ενός πολιτιστικά ουδέτερου ή μάλλον εξωπολιτιστικού χώρου γραφειοκρατικής μορφοποίησης.
Οι πολιτιστικοί θεσμοί – όπως όλοι οι θεσμοί του μοντέρνου Κράτους – εγγενώς κατευθύνονται προς την εξωπολιτιστικότητα ως το αληθινό τέλος τους. Και αυτός είναι ο λόγος που κάθε νέο αντι-πολιτιστικό εγχείρημα ή κάθε νεοανακαλυφθείς πολιτιστικός Αλλος γίνονται τόσο εύκολα αποδεκτά από αυτούς τους θεσμούς: κάθε νέο βήμα στην επέκταση της πολιτιστικής πολλαπλότητας καθιστά τους θεσμούς αυτούς πιο ουδέτερους, πιο εξωπολιτιστικούς και αυτό σημαίνει επίσης πιο ισχυρούς. H εξουσία του μοντέρνου Μουσείου και άλλων συγκρίσιμων θεσμών όπως το κοινοβούλιο πηγάζει ακριβώς από την εξωπολιτιστική, ουδέτερη, αμιγώς φορμαλιστική, μηχανιστική κατασκευή τους. Συνεπώς μια αυξανόμενη παραγωγή διαφορετικότητας και εναλλακτικότητας καθιστά αυτούς τους θεσμούς πιο ουδέτερους και πιο ισχυρούς. Και όχι μόνον αυτό: η καλλιτεχνική παραγωγή της διαφορετικότητας δεν είναι μόνο αντανάκλαση των πραγματικών ή των προϋπαρχουσών διαφορών στην ίδια την πραγματικότητα. H διαφορετικότητα δεν μπορεί μόνο να ανακαλυφθεί, αλλά και να εφευρεθεί. Και, συναντώντας στα μουσεία μας μια μεγάλη ποικιλία θέσεων, υφών ή πολιτιστικών σχηματισμών, δεν μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα στις «πραγματικές» πολιτιστικές θέσεις που αντανακλώνται στο μουσείο και στις επινοημένες ή «μη αυθεντικές» θέσεις που έχουν εφευρεθεί ειδικά για τον μουσειακό χώρο. Αν προσθέσουμε σε αυτή την ποικιλία ολόκληρο το φάσμα των πολιτιστικών συμπεριφορών που έχουν συγκεντρωθεί από το ιστορικό παρελθόν, αποκτούμε μια πολλαπλότητα που προφανώς υπερβαίνει την «πραγματική» πολλαπλότητα των κοινωνικών συμπεριφορών οι οποίες εκφράζονται μέσω των πολιτικών θεσμών.
H νομιμοποίηση της εξουσίας
Ωστε μπορούμε να πούμε ότι το Μουσείο Τέχνης δεν είναι μόνο ένα διευρυμένο κοινοβούλιο για τις υπαρκτές πολιτιστικές συμπεριφορές: περιέχει επίσης ορισμένες επιπρόσθετες συμπεριφορές που ανήκουν μη αναστρέψιμα στο παρελθόν ή που είναι αμιγώς επινοημένες. Σε αυτό το μουσειακό περίσσευμα πλουραλισμού μπορούμε να δούμε τη συγκεκριμένη νομιμοποίηση της εξουσίας του μοντέρνου πλουραλιστικού δημοκρατικού Κράτους επί της κοινωνίας. Το μοντέρνο Κράτος κυριαρχεί στην κοινωνία εν ονόματι αυτής της επιπλέον πολλαπλότητας που παράγεται στο μοντέρνο Μουσείο και σε άλλους συγκρίσιμους πολιτιστικούς θεσμούς, επειδή η κοινωνία είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερο πλουραλιστική από το μοντέρνο Κράτος που την εκπροσωπεί.
H παραδοσιακή ιδέα για την εξουσία προϋποθέτει ότι ένα συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα ή πολιτιστική συμπεριφορά ή ιδεολογία κυριαρχεί – άμεσα ή έμμεσα – πάνω σε μια ουσιαστικά πλουραλιστική κοινωνία που αποτελείται από πολλά και διαφορετικά στρώματα, πολιτιστικές συμπεριφορές και ιδεολογίες. Και έτσι αναζητούμε ακόμη στην κοινωνία μας μια κυρίαρχη πολιτιστική αρχή για να εξηγήσουμε τη δομή της εξουσίας. Αλλά η κυριαρχία στην πλουραλιστική δημοκρατία μας οργανώνεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο: δεν είναι η κυριαρχία του Ενός πάνω στους Πολλούς, αλλά η κυριαρχία των Πολλών πάνω στους Λίγους. Το Κράτος νομιμοποιεί την εξουσία του όχι με τη μία υπέρτατη αλήθεια που υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί, αλλά με έναν τεράστιο αριθμό διαφορετικών αληθειών που υποστηρίζει ότι επιβλέπει, συλλέγει και διαχειρίζεται.
O Μπόρις Γκρόϊς είναι καθηγητής Αισθητικής, Ιστορίας της Τέχνης και Θεωρίας των Μέσων στο Κέντρο Τέχνης, Τεχνολογίας και Νέων Μέσων (ZKM) της Καρλσρούης



