Το σκηνικό μιας ζωής
Το 1968 είναι η χρονιά των μεγάλων ανατροπών: ο Μάης στο Παρίσι, η Ανοιξη της Πράγας, ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα. Αυτή την ταραγμένη χρονιά επέλεξε ο Γιώργος Πάτσας για να ξεκινήσει τη σκηνογραφική καριέρα του από τη γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη, στο ΚΘΒΕ με τον «Ταρτούφο» του Μολιέρου. Τα υπόλοιπα ήρθαν στη συνέχεια. Σήμερα, 30 χρόνια μετά, ο απολογισμός είναι εντυπωσιακός. Ο Γιώργος Πάτσας έχει σκηνογραφήσει περισσότερα από 300 έργα εντός και εκτός Ελλάδας (Αυστρία, Γερμανία, Ιταλία, ΗΠΑ, Ρωσία, Ισπανία), έχει λάβει τρία κρατικά βραβεία για ταινίες, τα βραβεία Κουν και Αραβαντινού, ενώ το 1995 πήρε το διεθνές βραβείο σκηνογραφίας στην Μπιενάλε της Πράγας. Η χρονιά που μόλις έφυγε του χάρισε δύο ακόμη διακρίσεις και μάλιστα σε μία ημέρα (το πρωί και το βράδυ): το βραβείο της Ενωσης Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής για τα σκηνικά της παράστασης «Η νύχτα της κουκουβάγιας» του Γιώργου Διαλεγμένου, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή (που επαναλαμβάνεται εφέτος για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων), καθώς και το κρατικό βραβείο για τα κοστούμια της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα». Μέσα στο 1998 επίσης περιόδευσε με τη «Μήδεια», παραγωγής του Εθνικού και σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη όπου είχε κάνει τη σκηνογραφία από το καλοκαίρι του ’97, όταν η τραγωδία του Ευριπίδη παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο, ανά τον κόσμο (Αγκυρα, Λισαβόνα, Τελ Αβίβ, Στρασβούργο, Αυστραλία, ΗΠΑ, Καναδάς). Το 1999 τον βρίσκει να έχει ήδη υπογράψει τα θεατρικά έργα «Ανθή» και «Φάλσταφ» (μόνο σκηνικά), «Πώς έμαθα να οδηγώ» και «La Cumparsita» (μόνο κοστούμια) και να ετοιμάζεται για τη «Δόνα Ροζίτα» του Λόρκα που θα ανεβεί από τη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη.
Και αν όλα αυτά ακούγονται πολλά, ο ίδιος ο σκηνογράφος έχει διαφορετική άποψη: «Αυτό τον χειμώνα αποφάσισα να ξεκουραστώ. Κανένας δεν με πίστευε όταν έλεγα ότι η σεζόν 1998-99 θα είναι για μένα μια περίοδος διαλείμματος. Να όμως που το κατάφερα. Από τον Οκτώβριο που έγιναν οι πρεμιέρες ξεκουράζομαι. Και τελικά μου έκανε πολύ καλό. Είναι πρώτη φορά, στα 30 χρόνια που δουλεύω, που κάθομαι τρεις μήνες. Δεν το είχα ξανακάνει ποτέ μου. Η αντοχή μου έδειξε ότι το όριο είναι τα 30 χρόνια. Το “μηχάνημα” θέλει σέρβις» λέει χαρακτηριστικά. Τριάντα χρόνια. Πολλά ή λίγα; «Ως αριθμός μου φαίνονται πολλά. Δεν κατάλαβα όμως πώς πέρασαν. Από την άλλη τρομάζω όταν βλέπω το νούμερο των εργασιών που έχω κάνει. Ακόμη δεν μπορώ να το χωνέψω ότι είναι τόσο πολλά… Προχθές ανακάλυψα και ένα ακόμη έργο για την τηλεόραση, που δεν έχω περιλάβει στο βιβλίο μου (σ.σ.: Γιώργος Πάτσας, «Σκηνικά – κοστούμια», εκδόσεις ERGO, 1995), γιατί το είχα ξεχάσει. Μη με ρωτήσεις όμως ποιο, γιατί δεν θυμάμαι τίποτε. Είδα τα σχέδια. Και τώρα σκέφτομαι να ρωτήσω δύο σκηνοθέτες που ίσως το είχαν ανεβάσει». Στο λεύκωμα που αναφέρεται, πέρα από τον όγκο των σκηνικών και των κοστουμιών που συνειδητοποιεί ο αναγνώστης ότι φιλοτέχνησε ο Γιώργος Πάτσας, ανακαλύπτει και μια άλλη πτυχή του: αυτήν του φωτογράφου. Οι περισσότερες από τις φωτογραφίες που το κοσμούν είναι δικές του. «Πράγματι, φωτογραφίζω τα σκηνικά μου αλλά πάντα μέσα στους χώρους τους και κυρίως με τους ηθοποιούς. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Ενα σκηνικό χωρίς ηθοποιούς δεν μου αρέσει, με ενοχλεί, λείπει κάτι, ένα σημαντικό στοιχείο. Βλέπω σε βιβλία σκέτα σκηνικά και με απωθούν. Ακόμη και ένας ηθοποιός να είναι στη σκηνή, το σκηνικό ζωντανεύει. Σε ό,τι με αφορά πάντως πρώτα σκέφτομαι πώς θα κινηθούν οι ηθοποιοί και ύστερα περνάω στο σκηνικό».
Ανθρωπος του θεάτρου, ο Γιώργος Πάτσας βλέπει παραστάσεις όταν έχει χρόνο και παρακολουθεί έτσι τη δουλειά των νεότερων. «Τα τελευταία χρόνια έχουν βγει αξιόλογοι νέοι συνάδελφοι. Εχω θαυμάσει τις δουλειές ορισμένων με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον». Πόσο διαφέρουν τα πράγματα από τη δική του εποχή;
«Οταν ξεκίνησε η γενιά μου, και ήμασταν αρκετοί, ήμασταν και τυχεροί. Ηταν η περίοδος όπου έφευγαν λόγω ηλικίας οι παλαιότεροι. Δεν μεσολάβησε ενδιάμεση γενιά συμπτωματικά, νομίζω. Φεύγοντας ο Βακαλό, ο Τσαρούχης, ο Στεφανέλης έγινε ένα “πήδημα” σ’ εμάς που ήμασταν τότε 20-25 χρόνων. Ο Διονύσης Φωτόπουλος, η Ιωάννα Παπαντωνίου, ο Δαμιανός Ζαρίφης, ο Νίκος Πετρόπουλος, ο Νίκος Ζιάκας και κάποιοι άλλοι. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα, χωρίς όμως να φεύγουν οι παλαιότεροι. Και είναι ωραίο να συνυπάρχουμε». Πιστεύει όμως ότι τότε εκείνοι δυσκολεύτηκαν να γίνουν αποδεκτοί. Και αναφέρεται σε περιπτώσεις σκηνογράφων που δεν αποδέχονταν νεότερους «με τίποτε». «Οπως ήταν ο Κλώνης στο Εθνικό Θέατρο» λέει. «Αντιθέτως ο Στεφανέλης στη Λυρική Σκηνή με βοήθησε πάρα πολύ. Λυπάμαι που το λέω αυτό για τον Κλώνη γιατί έχει πεθάνει , αλλά αυτή είναι η αλήθεια». Στην εποχή μας θεωρεί ότι οι νεότεροι ξεκινούν με πολύ μεγαλύτερες ευκαιρίες. Είναι άλλωστε πεπεισμένος ότι «ο καλός ξεχωρίζει. Δεν χάνεται. Σήμερα είναι μια εποχή άνθησης του θεάτρου. Λυπάμαι που εφέτος υπάρχει μια πτώση θεατών και όλοι πρέπει να αναζητήσουμε τους λόγους. Η ποιότητα των παραστάσεων γενικά είναι σε πολύ καλό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια το ρεπερτόριο είναι σχεδόν ιδανικό. Ισως μόνο το Παρίσι και το Λονδίνο μπορούν να μας συναγωνισθούν». Και προσθέτει: «Το θέατρο θέλει συνειδητή προσπάθεια και συνεχή δουλειά. Ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει τις κεραίες του ανοιχτές και να μην κρίνει αβασάνιστα, ιδιαίτερα το καινούργιο. Να μην το απορρίπτουμε εύκολα γιατί μέσα του μπορεί να υπάρχει το σπέρμα του καινούργιου. Κι εγώ προσπαθώ να είμαι παρθένος σε ό,τι βλέπω. Δεν είναι εύκολο, αλλά το προσπαθώ όσο μπορώ».
Μαζί με τη χρονιά που έφυγε ο σκηνογράφος άφησε πίσω και τη θέση του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου. Μια δημόσια θέση την οποία ουδέποτε ήθελε πραγματικά να αναλάβει. Οι συγκυρίες και τα πρόσωπα τον έκαναν να την αποδεχθεί. «Δεν φεύγω γιατί αισθάνομαι ότι το Εθνικό έχει αποτύχει. Αντιθέτως, θεωρώ ότι η θητεία του Νίκου Κούρκουλου είναι πολύ επιτυχημένη και ότι ο ίδιος πέτυχε προσωπικά ορισμένα πράγματα με τις παραστάσεις που επέλεξε, τις πολλές σκηνές που ξαναζωντάνεψε, τις περιοδείες εντός και εκτός Ελλάδας. Και αν υποκειμενικά σε ορισμένους δεν άρεσαν κάποιες επιλογές, αντικειμενικά το Εθνικό έχει πετύχει». Αναφέρεται ιδιαίτερα στη ζεστή απήχηση που είχε η περιοδεία του Εθνικού Θεάτρου, όπου και αν πήγε. Και ξεχωρίζει τα πράγματα: «Οχι, δεν ήταν μόνο ελληνικό το κοινό που παρακολούθησε τις παραστάσεις. Είναι φυσικό οι πρώτες περιοδείες να γίνονται σε χώρες όπου υπάρχει το ελληνικό στοιχείο. Το Εθνικό οφείλει να μην αγνοεί το ελληνικό στοιχείο όπου υπάρχει στον κόσμο».
Επανέρχεται στην τέχνη του: «Το μόνο που ήθελα ήταν να γίνω σκηνογράφος και τίποτε άλλο. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που συνεχίζω να αγαπώ με το ίδιο πάθος αυτό που κάνω. Θέλω να πιστεύω ότι δεν έχω μείνει στο 1968 που ξεκίνησα, στο ’78 ή στο ’88, αλλά ότι είμαι στο ’98. Και αυτό το προσπαθώ συνειδητότατα, με πείσμα». Αρα τι είναι; Κλασικός, διαχρονικός, μοντέρνος; «Δεν πιστεύω στους διαχωρισμούς. Δεν ξέρω τι είναι κλασικό και διαχρονικό στο θέατρο. Είναι μια τέχνη που γεννιέται και πεθαίνει την ίδια στιγμή. Οι μεγάλοι του παρελθόντος μάς φαίνονται καμιά φορά παλιοί και κυρίως έτσι φαίνονται στους νέους. Φυσικά και υπάρχουν στοιχεία κλασικότητας και διαχρονικότητας, αλλά το θέατρο είναι και λίγο μόδα, με την έννοια του σημερινού. Τα κριτήρια αλλάζουν. Θέλει προσπάθεια να μείνεις στο σήμερα. Και αυτός είναι ο στόχος μου: Να βρίσκομαι πάντα στην πρώτη γραμμή. Από τα καινούργια πράγματα που βλέπω γύρω μου θέλω να παίρνω μόνο ό,τι μου πάει, ό,τι με αντιπροσωπεύει. Δεν θα ήθελα πάντως να είμαι κλασικός, γιατί με την έννοια που το λέμε έχει μέσα του το συντηρητικό. Δεν θα ήθελα να περάσω στη συντηρητική πλευρά. Αυτό είναι μια πρόθεση βέβαια. Και αυτό γιατί η συντηρητική πλευρά είναι αυτή που μένει πιο πίσω. Είναι σαν να μην παίρνει τη σκυτάλη. Αλλωστε είμαι υπέρ του προκλητικού. Εστω και αν δεν είμαι προκλητικός στη δουλειά μου, πιστεύω στην πρόκληση στην τέχνη».
Οπως πιστεύει και στην οικονομική βοήθεια που πρέπει να έχει το θέατρο από την πολιτεία. «Δεν είναι τυχαίο ότι στις χώρες που έχουν θέατρο αυτόεπιχορηγείται γενναιόδωρα από το κράτος. Το θέατρο είναι μια ακριβή τέχνη που θέλει πολλά χρήματα, όπως και όλες οι τέχνες. Και αφού δεν έχουμε σπουδαία πράγματα για εξαγωγή, ας εξάγουμε τέχνη». Λυπάται που το ελληνικό θέατρο δεν το γνωρίζουν στο εξωτερικό. Εξαιρεί από τον κανόνα τον Θόδωρο Τερζόπουλο που έχει μια συστηματική παρουσία. «Ο Ευαγγελάτος με το Αμφι-Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης έχουν πάει αρκετές φορές στο εξωτερικό, αλλά όχι συστηματικά. Μόνο ο Τερζόπουλος δίνει περισσότερες παραστάσεις έξω από ό,τι μέσα. Και αυτό δεν είναι εύκολο. Εχει καταφέρει να πιάσει τον σφυγμό. Χρησιμοποιεί το σώμα του ηθοποιού μοναδικά, τουλάχιστον μέσα στα ελληνικά πλαίσια. Με τον πληθωρικό Ευαγγελάτο έχω δοκιμάσει πολλά υλικά σε διάφορες μορφές σκηνογραφίας. Με τον μινιμαλιστή Τερζόπουλο έχω πειραματισθεί πάνω στο σκηνικό “άγραφο χαρτί”, το οποίο γεμίζει με την παρουσία του ηθοποιού. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκα και με τη “Μήδεια” του Εθνικού. Και θα το συνεχίσω».



