Καλύτερη απόδειξη για τον κυνισμό που επικρατεί στις διεθνείς σχέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Την περασμένη εβδομάδα δόθηκε στη δημοσιότητα η ετήσια έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ όπου καταγγέλλεται η εκτεταμένη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, ενώ ταυτόχρονα ο εκπρόσωπος του ίδιου υπουργείου καλούσε τις ευρωπαϊκές χώρες, παρά τις ωμές αυτές παραβιάσεις, να εντάξουν τη χώρα αυτή στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα «λόγω της στρατηγικής και στρατιωτικής σημασίας της».


Είναι φυσικά δύσκολο να εκπλαγεί κανείς από τη διατύπωση τέτοιων θέσεων, όταν είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες η θέση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Τουρκία. Μια θέση που ουσιαστικά ενισχύει την αδιαλλαξία της Αγκυρας όχι μόνο στο θέμα της αποκατάστασης δημοκρατικών δομών στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και στις σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο. Γνωρίζει δηλαδή η Αγκυρα ότι λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης μπορεί ατιμωρητί να συνεχίζει την αδιάλλακτη πολιτική της, εφόσον δεν βρίσκεται κανένας να την πιέσει για να αλλάξει την πολιτική αυτή.


Οι θέσεις αυτές του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αντανακλούν μια γενικότερη στάση του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου απέναντι στην Τουρκία. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από 15 ημέρες δημοσιεύθηκε στο «Newsweek» (και αναδημοσιεύτηκε από «Το Βήμα» την περασμένη Κυριακή) άρθρο του πολύ γνωστού Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος πολύ ξεκάθαρα δηλώνει ότι «η Τουρκία αποτελεί το προπύργιο της πολιτικής μας στη Μεσόγειο». Και με ιδιαίτερα ωμό τρόπο προσθέτει ότι η Τουρκία «νιώθει κατατρεγμένη καθώς συνεχίζονται οι πιέσεις από Ευρώπη και Αμερική για την πολιτική που εφαρμόζει στα ζητήματα της Κύπρου και των Κούρδων».


Ευθέως ο κ. Κίσινγκερ καλεί τους αρμοδίους της Ουάσιγκτον να αντιληφθούν ότι «επιτέλους έφθασε ο καιρός να συμπεριφερθούμε στην Τουρκία όπως της αρμόζει, ανάλογα με τη στρατηγική σημασία της». Βέβαιο είναι ότι ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν έχασε χρόνο και ανταποκρίθηκε αμέσως στην παρότρυνση αυτή. Αν και δεν είχε ανάγκη αυτής της παρότρυνσης για να το πράξει. Η αμερικανική πολιτική είναι δεδομένη είτε η κ. Ολμπράιτ είναι υπουργός Εξωτερικών είτε ο κ. Κίσινγκερ.


Με τέτοια αντιμετώπιση από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών δεν θέλει και πολλή σκέψη για να αντιληφθεί κανείς γιατί η Τουρκία αρνείται να αποδεχθεί το γνωστό έγγραφο των «15» του περασμένου Ιουλίου, που δεν αποτελεί παρά την αποδοχή γενικών αρχών συμπεριφοράς για να γίνει κάποια χώρα μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Διότι αν αυτό είχε συμβεί ουδείς ­ και πάντως όχι η Ελλάδα ­ δεν θα μπορούσε να την εμποδίσει πλέον να προχωρήσει στην ανάπτυξη μιας στενότερης σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ενωση.


Είναι γνωστό στους πάντες ότι δεν είναι η Ελλάδα, αλλά οι μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (που κρύβονται πολύ βολικά πίσω από την Ελλάδα) οι οποίες δεν θέλουν ουσιαστικά την Τουρκία στην Ευρώπη, για να μην κατακλυστούν από τούρκους εργάτες. Αυτό που η Ελλάδα θέλει απλώς είναι να εξασφαλίσει ότι δεν θα απειλείται από τη γειτονική της χώρα, η οποία θα πρέπει να πάψει να κρατάει και την Κύπρο ως όμηρο, απαγορεύοντας τη δική της ένταξη στην Κοινότητα.


Και είναι τουλάχιστον περίεργο (ή μήπως τελικά δεν είναι;) ότι η Ουάσιγκτον, ενώ καλεί τους Ευρωπαίους να εντάξουν στους κόλπους τους την Τουρκία, δεν κάνει το ίδιο και για την Κύπρο. Τα σχετικά πρακτικά του μπρίφινγκ του εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (τα οποία έχει στη διάθεσή του «Το Βήμα») είναι αποκαλυπτικά. Για την Τουρκία ο κ. Μπερνς λέει: «Ζητούμε από τους Ευρωπαίους να είναι ανοιχτοί σε μια στενότερη σύνδεση με την Τουρκία» και «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ευνοούν την επιβολή τεχνητών ή νέων όρων, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποτρέψουν την Τουρκία από το να παίξει έναν πλήρη ρόλο στην Ευρώπη». Ενώ για την Κύπρο αναφέρει απλώς ότι «η απόφαση για το αν η Ευρωπαϊκή Ενωση θα αποδεχθεί νέα μέλη είναι μια απόφαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δεν είναι ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών να δώσουν συμβουλές δημοσίως στην Ευρωπαϊκή Ενωση».


Ενώ λοιπόν οι Ηνωμένες Πολιτείες δίνουν συμβουλές δημοσίως στους Ευρωπαίους να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με την Τουρκία, αρνούνται να το πράξουν και για την Κύπρο. Δύο μέτρα και δύο σταθμά δηλαδή, που καταρρίπτουν φυσικά την πολιτική των δήθεν ίσων αποστάσεων, που επικαλείται η Ουάσιγκτον. Οχι ότι δεν το γνωρίζαμε ήδη από το παρελθόν, αλλά καλό είναι να το διαπιστώσουμε και πάλι για να μην τρέφουμε αυταπάτες ότι η αμερικανική πολιτική στο τρίγωνο Ελλάδα – Κύπρος – Τουρκία έχει αλλάξει.