Η Λιάνα Βουράκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Τέλειωσε το αμερικανικό Κολέγιο Θηλέων. Σπούδασε διαχείριση επιχειρήσεων, πολιτικές επιστήμες και διεθνείς σχέσεις στη Λωζάννη και στη Γενεύη. Από το 1985 εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση. Σήμερα είναι ιδιοκτήτρια δύο εταιρειών: της «Authentics ΑΕ» και της «Λιάνα Βουράκη, Κοσμήματα ΑΕ».
ΣΗΜΕΡΑ, 8 Μαρτίου, ημέρα αφιερωμένη στη γυναίκα, η στήλη αφιερώνεται σε μια γυναίκα επιχειρηματία – παράδειγμα δύναμης και θάρρους. Ο λόγος για τη Λιάνα Βουράκη, γόνο μιας από τις πιο παλιές οικογένειες κοσμηματοπωλών της Αθήνας που μεγάλωσε σαν βασίλισσα και αγωνίστηκε σαν εργάτης για να ξεπεράσει τα απανωτά οικογενειακά χτυπήματα και να σταθεί όρθια. Η Λιάνα Βουράκη μπήκε στην οικογενειακή επιχείρηση σχεδόν από την ημέρα που γεννήθηκε. «Σε μας», λέει, «οικογένεια και επιχείρηση ήταν το ίδιο πράγμα». Η ιστορία ξεκινά από τον παππού της Γιάννη Βουράκη που ήρθε στην Αθήνα από την Κρήτη και έμαθε την τέχνη της κοσμηματοποιίας δουλεύοντας ως «παιδί για θελήματα» σε γνωστά κοσμηματοπωλεία της Αθήνας. Παντρεύτηκε κόρη κοσμηματοπώλη και άνοιξε και αυτός το δικό του κοσμηματοπωλείο στην οδό Βουκουρεστίου. Οταν πέθανε, άφησε την επιχείρηση στους τέσσερις γιους του: στον Αντώνη, στον Χρήστο, πατέρα της Λιάνας, στον Αγγελο και στον Δημήτρη. Η Λιάνα γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά νιώθει όλο τον μαγνητισμό της κρητικής καταγωγής και αυτό παραδέχεται ότι την κράτησε όρθια στον αγώνα. «Δεν μπορώ να φαντασθώ τον εαυτό μου να καταθέτει τα όπλα» υπογραμμίζει.
Από την οικογενειακή επιχείρηση δεν κέρδισε ποτέ χρήματα. «Ημουν κάτι σαν οικογενειακή υπάλληλος» θυμάται. Ετσι, επειδή η μητέρα της τής είχε μάθει ότι στη ζωή τίποτα δεν χαρίζεται, έβγαλε τα πρώτα δικά της χρήματα δουλεύοντας στη Γενεύη, στο γραφείο της ελληνικής αντιπροσωπείας στα Ηνωμένα Εθνη από το 1976 ως το 1981. Ο τομέας στον οποίο εργάστηκε κατά κύριο λόγο ήταν αυτός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο λόγος που επέλεξε να μείνει στη Γενεύη ήταν ο θάνατος της μητέρας της. Πέθανε πολύ νέα και για τη Λιάνα, που τότε έκανε μεταπτυχιακά εκεί, ήταν αφόρητο να επιστρέψει σε μια Ελλάδα από την οποία θα έλειπε η μητέρα της. Οταν πήρε τον πρώτο της μισθό, γύρω στα 1.600 δολάρια, ένιωσε τη μεγαλύτερη ικανοποίηση της ζωής της, όπως θα τονίσει, και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αγοράσει μια τσάντα «Σανέλ», που της θύμιζε τη μητέρα της και την οποία φυλάει ακόμη!
Θα μπορούσε να την έχει κερδίσει η διπλωματία και η πολιτική γιατί η πολιτική είναι μια βαθιά της αγάπη που εκφράστηκε όταν εργάστηκε ως άτυπη σύμβουλος του Αντώνη Τρίτση, όταν ήταν δήμαρχος Αθηνών. Επέστρεψε όμως στην οικογενειακή επιχείρηση γιατί μέσα της αισθάνεται «γεννημένη έμπορος». Τα οικονομικά της πλέον στηρίζονταν σε απολαβές από τον «κοινό κορβανά».
Η οικογενειακή αυτή επιχείρηση δεν υπάρχει πια. Το 1977 ο θείος της Αγγελος Βουράκης δολοφονήθηκε μέσα στο μαγαζί του μπροστά στα μάτια της νεαρής τότε Λιάνας, που είχε έρθει για διακοπές στην Αθήνα από τη Γενεύη. Το 1996 ξέσπασε το σκάνδαλο με τον αδελφό της Γιάννη. Και ναι μεν μπορεί να είχαν χωρίσει τις επιχειρήσεις πριν από τη φουρτούνα αλλά εκείνη έπρεπε να κάνει τη δυσάρεστη επιλογή ή να απαρνηθεί τον αδελφό της ή να απολογείται για πράγματα που ήταν άσχετα με αυτήν. «Τότε κατάλαβα πολύ καλά τι σημαίνει ανταγωνισμός. Κάποιοι προσπάθησαν επιμελώς να κάνουν ακόμη πιο μεγάλο το πρόβλημά μου. Κάποτε είχα πει ότι ζηλεύω τους αυτοδημιούργητους. Είχε έρθει, λοιπόν, η ώρα και εγώ να ξαναρχίσω όχι από το μηδέν αλλά από το μείον».
Σήμερα, πολύ λίγο χρόνο μετά, έχει κερδίσει με τις δικές της δυνάμεις και μόνον το χαμένο έδαφος. Οταν το όνομά τους τραυματίστηκε, αισθάνθηκε την υποχρέωση απέναντι στον πατέρα της πρώτα από όλα αλλά και απέναντι σε ολόκληρη την οικογένειά της, όπως και στον κόσμο που τόσα χρόνια τους εμπιστεύονταν, αυτή, μια γυναίκα, να στηρίξει και πάλι την ιστορία τους. Εβαλε τον 80χρονο πατέρα της σε μια «αεροστεγή συσκευασία», όπως λέει, και φρόντισε ακόμη και σήμερα να μη γνωρίσει τίποτα από την τραγωδία.
Αυτή τη στιγμή η Λιάνα Βουράκη έχει δύο καταστήματα, ένα στην οδό Πινδάρου με δώρα και ασημικά και ένα άλλο στην οδό Αναγνωστοπούλου με κοσμήματα. Δύο μεγάλοι γαλλικοί οίκοι τής εμπιστεύθηκαν την αντιπροσώπευσή τους στην Ελλάδα: για ασημικά ο «Πουιφορκά» του γκρουπ «Ερμές» και από το 1997 ο «Βαν Κλεφ και Αρπέλς» για κοσμήματα. Οταν ο πρόεδρος του «Βαν Κλεφ» τής τηλεφώνησε λέγοντάς της ότι θέλει να συνεργασθούν για την αντιπροσώπευση της φίρμας στην Αθήνα, νόμιζε ότι ήταν ένας φίλος της που συστηματικά της κάνει πλάκες. Ηταν όμως αλήθεια και το γεγονός το θεωρεί από τα καλύτερα πράγματα που της έχουν συμβεί και μάλιστα τη δεδομένη χρονική στιγμή μετά τη θύελλα. Ετσι μπορεί να προγραμματίζει με αισιοδοξία πολλά και σημαντικά πράγματα για το μέλλον. Πέρασε τόσους σκοπέλους, τώρα θα στενοχωρηθεί; Η φιλοσοφία της; «Προτιμώ να με πουν Δον Κιχώτη παρά Αλ Καπόνε»!
Δεν στοχεύει σε σουπερμάρκετ κοσμημάτων αλλά στην παρουσίαση συγκεκριμένων και περιορισμένων επώνυμων συλλογών, όπως κάνουν και οι Γάλλοι. «Απευθύνομαι σε αυτούς που θέλουν να κάνουν μια συνειδητή επιλογή στην αγορά κοσμημάτων» λέει.
Είναι δύσκολος ο δρόμος που διαλέγει. Θέλει μελέτη, ανάλυση των δεδομένων, των τάσεων, αλλά πιστεύει ότι μακροπρόθεσμα εκεί τείνει η κατανάλωση. «Σε αυτούς που με πολέμησαν στις δύσκολες ώρες», λέει, «θα ήθελα να χαρίσω ένα κρητικό χαμόγελο ειρωνείας. Αντίθετα, σε αυτούς που μου συμπαραστάθηκαν, στους φίλους μου πελάτες, θα ήθελα να χαρίσω ένα τεράστιο γέλιο και μια τεράστια αγκαλιά. Η αγάπη τους ήταν σαν ένα χέρι νεράιδας και εγώ, με την κρητική μου λογιστική, δεν ξεχνώ. Είμαι οφειλέτης και θα επιστρέψω την εμπιστοσύνη τους».



