Προσφέρεται πλέον η Αθήνα ως υλικό για μυθοπλασία; Λίγο μετά την πολυσυζητημένη επίσκεψη Κλίντον και λίγο πριν από την κρίσιμη διαπραγμάτευση για την τουρκική υποψηφιότητα στο Ελσίνκι, το ερώτημα μοιάζει κάπως με τους προβληματισμούς του ποιητή Φερνάζη ενώ πλησιάζει ο στρατός των Ρωμαίων. Εν τέλει όμως, ακριβώς όπως και στην καβαφική σύνθεση, η «ποιητική ιδέα» υπερισχύει στον νου μας ίσως γιατί η λογοτεχνία υπερβαίνει την επικαιρότητα της δημόσιας ζωής. Αλλωστε η απορία δεν είναι εντελώς άμοιρη των ιστορικών συμφραζομένων.
Ομολογουμένως υπάρχουν δύο τρόποι για να προσεγγίσει κανείς το θέμα. Ο πρώτος, περισσότερο φιλολογικός, ξεκινάει από τα κείμενα. Είναι η αθηναϊκή λογοτεχνία ρηχή, άγονη ή έστω κορεσμένη; Γιατί όμως να φορτώσει κανείς σε μια ούτως ή άλλως άχαρη μητρόπολη τις αδυναμίες ορισμένων εκ των κατοίκων της που καταπιάνονται με τη λογοτεχνική γραφή; Επιπροσθέτως, αυτή θα ήταν μια υπερβολικά αιτιοκρατική, όσο και απλουστευτική, ερμηνεία: η παρακμή του άστεως παράγει μέτρια λογοτεχνία. Εν τούτοις η παρακμή και ο προϊών επαρχιακός χαρακτήρας ακόμη περισσότερο: η χαμηλής ποιότητας πνευματική ζωή της Αλεξάνδρειας στο γύρισμα του αιώνα δεν εμπόδισαν τον αναφερθέντα στην αρχή Κ. Π. Καβάφη να βρει το μεγαλείο της έκφρασής του. Σε τελική ανάλυση, είναι και αμφίβολο αν μπορεί κανείς να τεκμηριώσει τα περί ρηχότητας της εγχώριας παραγωγής η δε γενικόλογη απαξίωση βαρύνει συνήθως εκείνον που την εκφέρει.
Ετσι, η προσέγγιση δεν είναι φιλολογική, αλλά ξεκινά από την καθημερινή μας εμπειρία την εμπειρία μιας πόλης με κτίρια που γερνούν άσχημα, με πληθυσμό που δεν ανανεώνεται (ας μην ξεχνάμε το φάσμα της υπογεννητικότητας), με κουλτούρα που διακρίνεται από ισχυρή τάση εσωστρέφειας. Αληθεύει όμως αυτή η περιγραφή; Η Αθήνα του 1999 διακρίνεται από πλουραλισμό ενημέρωσης (εφημερίδες, ραδιόφωνα, κανάλια και περιοδικά), ποτέ δε άλλοτε δεν είχε τόσο πλήρη βιβλιογραφική ενημέρωση: τα σημαντικότερα ξένα βιβλία κυκλοφορούν, αργά ή γρήγορα, σε ελληνική μετάφραση και μπορεί εύκολα κανείς να τα βρει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Χάρη στις κυματοδρομίες του Internet, η Αθήνα είναι επίσης «ανοιχτή» πόλη, ενώ τα, όλο και φθηνότερα, αεροπορικά ταξίδια καταργούν την έννοια της απομόνωσης. Ας μην ξεχνάμε επίσης το πολύχρωμο κύμα των μεταναστών που συνωστίζεται στους δρόμους και μας αιφνιδιάζει συχνά όταν ακούμε πίσω μας να μιλούνται αφρικανικά, ρωσικά ή αλβανικά.
Αρα; Αρα ίσως η φράση από τη Χαμένη Ανοιξη του Στρατή Τσίρκα «Αθήνα, η πιο ανοιχτή πόλη του κόσμου!» ενδέχεται τελικά να ήταν προφητική και να αποκτά νόημα δυόμισι δεκαετίες αργότερα. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η δεύτερη τριλογία του Τσίρκα, που θα είχε τίτλο «Δίσεχτα χρόνια», παρά τον αισιόδοξο τόνο της, δεν άργησε να σκαλώσει στα βαλτόνερα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Η περιγραφή της Αθήνας ως σφύζουσας, ανοιχτής πόλης, με όλες τις μεταμοντέρνες αντιφάσεις της, τελικά ανατρέπει το αρχικό ερώτημα και μας προϊδεάζει για το μέλλον. Τι είδους λογοτεχνία θα παράξει μια τέτοια πόλις; Ποια θα είναι η φυσιογνωμία της επόμενης γενιάς των πεζογράφων; Το ερώτημα δεν είναι εντελώς ανεπίκαιρο. Η τρέχουσα γενιά συγγραφέων έκανε την εμφάνισή της αρχές της δεκαετίας του ’90, βρίσκεται στο τρίτο ή στο τέταρτο βιβλίο και έχει από καιρό τριανταρίσει. Τα επόμενα χρόνια μάς επιφυλάσσουν την εμφάνιση των επιγόνων της. Θα υπάρχει και αν ναι, πώς θα καθρεφτίζεται η Αθήνα στις σελίδες τους;



