Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν ανήκει στην κατηγορία των πολιτικών προσώπων που εύκολα κάποιος μπορεί είτε να τον μισήσει είτε να τον λατρέψει. Δύσκολα όμως μπορεί να τον αγνοήσει. Εχοντας παππού Ισπανό και γιαγιά Ιταλίδα, γεννήθηκε το 1951 στο Μαρόκο, μετά ήλθε στη Γαλλία όπου ως τροτσκιστής μαθητής έλαβε μέρος στον Μάη του ’68, ήταν στο συνέδριο του Επινέ ως σοσιαλιστής φοιτητής στο πλευρό του Φρανσουά Μιτεράν και στη συνέχεια έγινε τυπογράφος, ωρολογοποιός, δημοσιογράφος, καθηγητής Λυκείου, Μασόνος, γερουσιαστής, ευρωβουλευτής, υπουργός και στα πολιτικά του γεράματα ηγέτης της γαλλικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Στις 7 Ιουνίου, σε μια εντυπωσιακά μεγάλη, για τα γαλλικά δεδομένα, συγκέντρωση 20.000 ατόμων, στο προάστιο Σεν Ντενί του Παρισιού, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να διεκδικήσει την άνοιξη του 2027, για τέταρτη φορά στην πολιτική του καριέρα, την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας. Διαβεβαίωσε δε όλους τους πολιτικούς του φίλους ότι «αυτή τη φορά θα τα καταφέρουν», αφού όπως είπε, «η πολιτική συναστρία είναι θετική».
Βεβαίως το μεγάλο πρόβλημα του Μελανσόν ουδέποτε ήταν αστρολογικής φύσης. Ηταν ο ίδιος του ο εαυτός, οι εμμονές του και η αδυναμία του να συγκρατεί την κατά κοινή ομολογία χειμαρρώδη ρητορική του ικανότητα. Κάτι σαν Θεόδωρος Πάγκαλος a la française δηλαδή.
«Εδώ είναι το σπίτι μας»
Ωστόσο όσοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την ομιλία του στο Σεν Ντενί κατέληξαν λίγο-πολύ στο κοινό συμπέρασμα ότι ο Μελανσόν που έβλεπαν δεν ήταν αυτός που ήξεραν. Ηταν ένας άλλος Μελανσόν, που χρησιμοποίησε κατά κόρον τον όρο «Νέα Γαλλία» και σχεδόν ποτέ τον όρο «Ανυπότακτη Γαλλία», δηλαδή τον τίτλο του κόμματος που ο ίδιος έφτιαξε. Ενδεικτικό είναι άλλωστε το γεγονός ότι οι εννιά στους δέκα σημαιοφόρους της συγκέντρωσης είχαν γαλλικές σημαίες και ο ένας στους δέκα τη σημαία του κόμματος. Ακόμα πιο ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι είχε την ομιλία του γραμμένη, κάτι που σπανίως τού συμβαίνει.
Σε ό,τι αφορά την πολιτική σκηνογραφία αυτής της συγκέντρωσης ασφαλώς και δεν ήταν τυχαία. Ο Μελανσόν μίλησε έχοντας πίσω του δύο εμβληματικά κτίρια. Το ένα ήταν το Δημαρχείο του Σεν Ντενί και το άλλο ο πιο σημαντικός καθεδρικός ναός του Παρισιού, η Βασιλική του Σεν Ντενί. Στο πρώτο βρίσκεται ένας δήμαρχος ονόματι Μπακαγιοκό που εξελέγη πριν από λίγους μήνες υπό τη σημαία της Ανυπότακτης Γαλλίας και στο δεύτερο βρίσκονται οι τάφοι όλων των βασιλιάδων της Γαλλίας. «Κοιτάξτε τη Βασιλική. Η Γαλλία εδώ δημιουργήθηκε. Η Γαλλία είναι πολιτικά αυτοδημιούργητη» είπε ο Μελανσόν στους συγκεντρωμένους όπου το σύνθημα το οποίο κυριαρχούσε ήταν «Εδώ είναι το σπίτι μας». Ενα σύνθημα που ο Μελανσόν δεν δίστασε να κλέψει από την ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση της Μαρίν Λεπέν, δίνοντάς του όμως όχι φυλετικό αλλά κοινωνικό περιεχόμενο.
Notre force, c’est notre nombre !
Nous sommes 26 000 à Saint-Denis.
Rejoignez-nous !
Aidez-nous !
Ici est la force !#JLMSaintDenis #Melenchon2027 pic.twitter.com/k9JmwGsNdI— Jean-Luc Mélenchon (@JLMelenchon) June 7, 2026
Στις συγκεντρώσεις της Λεπέν το φωνάζουν οι υποτιθέμενοι «γνήσιοι Γάλλοι» κατά των ξένων, ενώ στις συγκεντρώσεις του Μελανσόν το φωνάζουν μεταξύ άλλων και ουκ ολίγα παιδιά μεταναστών, τα οποία είναι πλέον γάλλοι πολίτες, αλλά δεν ανήκουν στους οικονομικά προνομιούχους.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μετά την εντυπωσιακή συγκέντρωση της 7ης Ιουνίου, ο Μελανσόν έχει ούριο πολιτικό άνεμο στα πανιά του. Αυτό βεβαίως οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι δέκα μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές είναι ο μόνος εκ του ασφαλούς δηλωμένος υποψήφιος στη Γαλλία. Ολοι οι υπόλοιποι είτε τελούν εν αναμονή είτε το σκέπτονται. Εν αναμονή τελεί η Λεπέν, της οποίας η τύχη θα εξαρτηθεί από το αν εντός των προσεχών ημερών οι γάλλοι δικαστές θα της στερήσουν, λόγω της εμπλοκής της σε οικονομικά σκάνδαλα, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Αν της το στερήσουν, τότε η γαλλική Ακροδεξιά θα κατέβει στις εκλογές με υποψήφιο το «πουλέν» της, Ζορντάν Μπαρντελά. Αν δεν της το στερήσουν, τότε θα κατέλθει η ίδια. Από κει και πέρα επικρατεί το χάος στον βαθμό που οι δυνάμει υποψήφιοι, τόσο από τον χώρο της Κεντροδεξιάς όσο και από τον χώρο της Κεντροαριστεράς, στην παρούσα φάση υπερβαίνουν τους δέκα.
Στο μεταξύ ο Μελανσόν έχει όλο το γήπεδο δικό του. Σε τέτοιον βαθμό μάλιστα που με αφορμή το Μουντιάλ – και για την οικονομική ενίσχυση της προεκλογικής του εκστρατείας – πουλάει ποδοσφαιρικές φανέλες της Εθνικής Γαλλίας με τον αριθμό 27 και το όνομά του.

Κατά το παρελθόν ο Μελανσόν είχε δηλώσει ότι «σιχαίνεται το ποδόσφαιρο», αλλά αυτά στην πολιτική είναι λεπτομέρειες. Στην παρούσα φάση λοιπόν ο ομολογουμένως χαλκέντερος Μελανσόν ηγεμονεύει, όχι τόσο από την άποψη του προγράμματος «όσο από την άποψη της προβολής, της ιδεολογίας και της θεωρίας» όπως χαρακτηριστικά έγραψε και η εφημερίδα «Liberation».
Σε ό,τι αφορά την προγραμματική πτυχή της προεκλογικής του εκστρατείας, την προωθεί όχι μέσω του κόμματος της Ανυπότακτης Γαλλίας, όσο μέσω του πολιτικού του Iνστιτούτου «Ετιέν ντε Λα Μποεσί». Ο οποίος Λα Μποεσί, που έζησε τον 14ο αιώνα, ήταν δικαστής, συγγραφέας, πρώιμος αναρχικός αλλά και ένας εκ των θεμελιωτών της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας στη Γαλλία.
Κατά τη διάρκεια ομιλίας του προ δεκαημέρου, στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου για την εξωτερική πολιτική που διοργάνωσε το Ινστιτούτο, ο γάλλος πολιτικός στον οποίο αναφέρθηκε περισσότερο ο Μελανσόν δεν ήταν άλλος από τον στρατηγό Ντε Γκωλ. Επιχειρηματολογώντας υπέρ της εξόδου της Γαλλίας από το ΝΑΤΟ και υπέρ της ενισχυμένης συνεργασίας της Γαλλίας με την Κίνα, φρόντισε να υπενθυμίσει ότι ο πρώτος δυτικός ηγέτης που αναγνώρισε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, σπάζοντας τη διπλωματική της απομόνωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ήταν το 1964 ο Σαρλ ντε Γκωλ. Τάχθηκε επίσης υπέρ του διαλόγου με τη Ρωσία «μόλις αυτή αποσυρθεί από την Ουκρανία», φροντίζοντας όμως να σημειώσει ότι «η σύγκρουση αυτή δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό από αυτούς που σήμερα λυπούνται για τις συνέπειές της».
«Κατέβηκε στο Σαιν Ντενίς…»
Δέκα μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές λοιπόν δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν «γκανιάν» τον Μελανσόν στην τελευταία προσπάθειά του να μπει στο Ελιζέ. Αν τα καταφέρει, πολλοί θα τον αποθεώσουν. Αν πάλι δεν τα καταφέρει, θα μπορούσε ίσως να παρηγορηθεί διαβάζοντας το θαυμάσιο ποίημα του Ορέστη Λάσκου που έκανε λόγο για «έναν κύριο παράξενο πολύ που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί / για το Παρίσι στη συντροφιά μας όταν έρθει να καθήσει». Ο εν λόγω κύριος λοιπόν που «για το ταξίδι αυτό τ’ ονειρευτό σκότωνε φευγαλέες επιθυμίες κι έκανε αιματηρές οικονομίες… κάποια μέρα στα στερνά το κατορθώνει. Κι ένα πρωί, μέσα στου τραίνου ένα βαγόνι για το Παρίσι μεθυσμένος ξεκινά». Πλην όμως, συνεχίζει ο Λάσκος, «μόλις αντίκρυσε μακριά τον πύργο του Αϊφελ ν’ αχνοδιαγράφεται στο φόντο τ’ ουρανού, φριχτή μια σκέψη εισώρμησε στην κάμαρα του νου: “Κι ύστερα; Κι ύστερα τι θα γινόταν; Και τότε / πήρε μια τεράστια απόφαση που ως τώρα δεν ευρέθηκε να του τη συγχωρήσει κανείς. Αντίς να προχωρήσει στο Παρίσι κατέβηκε σ’ ένα προάστιο / στο Σαιν Ντενίς. Και το πρωί απ’ την ίδια οδό / ξανάρθε εδώ».



