«Αυτός είναι το αφεντικό μου, ο Τζόναθαν Χαρτ, ένας αυτοδημιούργητος εκατομμυριούχος. Είναι φοβερός τύπος.
Αυτή είναι η κυρία Χαρτ. Είναι πανέμορφη. Μια γυναίκα που ξέρει πώς να φροντίζει τον εαυτό της. Παρεμπιπτόντως, το όνομά μου είναι Μαξ. Φροντίζω και τους δύο, πράγμα καθόλου εύκολο, γιατί από τη στιγμή που συναντήθηκαν ήταν… καταδικασμένοι».
Με αυτή την εισαγωγή, εκφωνημένη με τη χαρακτηριστική, βραχνή φωνή του βετεράνου ηθοποιού Lionel Stander και υπό τη συνοδεία της μουσικής του Mark Snow, η αμερικανική τηλεόραση στα τέλη της δεκαετίας του 1970 υποδεχόταν ένα φαινόμενο που έμελλε να επαναπροσδιορίσει την ψυχαγωγία στη μικρή οθόνη.
Η σειρά Hart to Hart (γνωστή στην Ελλάδα και ως «Χαρτ και Χαρτ») δεν ήταν απλώς μια προσθήκη στο πρόγραμμα του δικτύου ABC τον Αύγουστο του 1979, αλλά ένα προσεκτικά σχεδιασμένο προϊόν τηλεοπτικής απόδρασης.
Σήμερα, δεκαετίες μετά την αρχική της προβολή, η εντυπωσιακή απήχηση της, όπως μαρτυρούν τα στοιχεία του ERTFLIX όπου είναι διαθέσιμα 42 επεισόδια, εγείρει ένα καθαρό τηλεοπτικό ερώτημα.
Πώς γίνεται μια παραγωγή με τις αισθητικές και αφηγηματικές συμβάσεις των τελών των ’70s να φαντάζει τόσο ή και περισσότερο θελκτική από την υπερπληθώρα των κοστοβόρων και μελετημένων μέχρι κεραίας σύγχρονων τηλεοπτικών σειρών;
Η επιστροφή στην αθωότητα
Στην εποχή του αποκαλούμενου peak TV, οι πλατφόρμες streaming επενδύουν δισεκατομμύρια, δημιουργώντας έναν ατελείωτο κατάλογο επιλογών. Ωστόσο, η τηλεοπτική αφήγηση έχει γίνει βαριά – ενίοτε και ασήκωτη.

Οι πρωταγωνιστές είναι σχεδόν υποχρεωτικά αντιήρωες, παγιδευμένοι σε ηθικά διλήμματα, τραύματα του παρελθόντος και σκοτεινές ψυχολογικές ατραπούς.
Τα σενάρια απαιτούν την απόλυτη προσήλωση του θεατή σε πολύπλοκα timelines, ενώ η οπτική αισθητική συχνά βυθίζεται στο κυριολεκτικό σκοτάδι —ένα μόνιμο τηλεοπτικό ημίφως που συχνά καθιστά δυσδιάκριτα τα πρόσωπα των ηθοποιών.
Η παρακολούθηση μιας σειράς έχει μετατραπεί από εμπειρία χαλάρωσης σε άσκηση πνευματικής ετοιμότητας, γεννώντας με τη σειρά της το φαινόμενο της τηλεοπτικής κόπωσης.
Μέσα σε αυτό το τοπίο της υπερπροσφοράς, το Hart to Hart, που βρίσκεται σταθερά στις πέντε πιο δημοφιλείς σειρές της πλατφόρμας της δημόσιας τηλεόρασης, λειτουργεί ως το ιδανικό αντίδοτο.

Αντιπροσωπεύει έναν χαμένο τηλεοπτικό κώδικα, όπου τα όρια μεταξύ καλού και κακού είναι σαφή, ο ουρανός της Καλιφόρνια είναι πάντα γαλάζιος, και η δικαιοσύνη αποδίδεται μέσα σε 45 τηλεοπτικά λεπτά, χωρίς την αγωνία ενός cliffhanger που θα στοιχειώσει τον θεατή μέχρι την επόμενη σεζόν.
Είναι με άλλα λόγια η επιτομή της comfort τηλεόρασης —μια επιστροφή σε μια γραμμική, καθησυχαστική αφήγηση που δεν προσπαθεί να εξηγήσει ή να αποδομήσει την κοινωνία, αλλά να προσφέρει μια κομψή, σύντομη και ανώδυνη διέξοδο από αυτήν.
Η επιλογή του κοινού να επιστρέφει σε τέτοιες παραγωγές δεν είναι ένδειξη τηλεοπτικής αφέλειας, νοσταλγίας ή οπισθοδρόμησης, αλλά μια συνειδητή αναζήτηση τηλεοπτικής θαλπωρής απέναντι στον σύγχρονο οπτικοακουστικό βομβαρδισμό.
Hart to Hart: Η γέννηση ενός τηλεοπτικού έπους από ένα ξεχασμένο σενάριο
Η αμερικανική τηλεόραση στα τέλη των 70s βρισκόταν ήδη σε ένα σταυροδρόμι. Μετά από μια μακρά περίοδο κυριαρχίας σκληροτράχηλων και συχνά κυνικών ηρώων στους βρώμικους δρόμους των μητροπόλεων, το τηλεοπτικό κοινό διψούσε για μια μετάβαση.

Η αρχική σύλληψη της σειράς ανήκε στον επιτυχημένο συγγραφέα Sidney Sheldon, ο οποίος είχε υποβάλει στο δίκτυο ABC ένα σενάριο με τον τίτλο «Double Twist». Το κείμενο, ωστόσο, δε βρήκε αμέσως τον δρόμο του προς την οθόνη, παραμένοντας για αρκετά χρόνια σκονισμένο σε κάποιο συρτάρι.
Όταν τελικά ο πανίσχυρος παραγωγός Aaron Spelling, ο άνθρωπος πίσω από κυρίαρχες ποπ επιτυχίες όπως το «Charlie’s Angels» και το «The Love Boat», μαζί με τον συνεργάτη του Leonard Goldberg, ανέσυραν το project και διέκριναν τη δυναμική του, έκριναν το αρχικό κείμενο του Sheldon υπερβολικά σκοτεινό για τη νέα τηλεοπτική εποχή.
Για τον λόγο αυτόν επιστράτευσαν τον σεναριογράφο Tom Mankiewicz, δίνοντάς του την εντολή να επαναπροσδιορίσει πλήρως τον τόνο.
Ο Mankiewicz άντλησε έμπνευση και αναφορές από τον χρυσό αιώνα του Χόλιγουντ και συγκεκριμένα από τη δυναμική των Nick και Nora Charles, του εμβληματικού ζευγαριού από την κινηματογραφική σειρά «The Thin Man» της δεκαετίας του 1930.

Το ζητούμενο ήταν να δημιουργηθεί ένα μοντέρνο, εξαιρετικά ευκατάστατο ζευγάρι που θα έλυνε εγκλήματα όχι από βιοποριστική ανάγκη ή επαγγελματικό καθήκον, αλλά από έμφυτη περιέργεια, ανία ή συχνά λόγω της τυχαίας εμπλοκής του, διατηρώντας παράλληλα μια αψεγάδιαστη κοσμική εικόνα.
Ένας ασυνήθιστος τηλεοπτικός γάμος και η παρέμβαση της Natalie Wood
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται ο Jonathan Hart (Robert Wagner), ένας γοητευτικός, αυτοδημιούργητος μεγιστάνας (ναι, τόσο οξύμωρο που καταντά ενδιαφέρον), ο οποίος διευθύνει τον διεθνή όμιλο Hart Industries, και η σύζυγός του, Jennifer (Stefanie Powers), μια ανεξάρτητη, κομψή και πολυταξιδεμένη δημοσιογράφος.
Το παρασκήνιο της επιλογής της Powers για τον ρόλο έχει κι αυτό το ενδιαφέρον του. Οι παραγωγοί ήταν αρχικά απολύτως αρνητικοί απέναντι στο πρόσωπό της, αναζητώντας άλλα, πιο φωτογενή και ήδη διάσημα γυναικεία ονόματα για τη στελέχωση του πρωταγωνιστικού διδύμου.

Η καθοριστική παρέμβαση ήρθε από τη σύζυγο του Wagner, την εμβληματική σταρ του κινηματογράφου Natalie Wood. Γνωρίζοντας τη βαθιά, προσωπική φιλία που συνέδεε τον σύζυγό της με την Powers εκτός πλατό, η Wood επέμεινε και κατάφερε να πείσει τους Spelling και Goldberg ότι η οικειότητά τους στην αληθινή ζωή θα αποτυπωνόταν ιδανικά στο γυαλί.
Η χημεία μεταξύ του Wagner και της Powers έδωσε τελικά μια σπάνια φυσικότητα, επιβεβαιώνοντας απόλυτα το ένστικτο της Natalie Wood.
Εκείνο που διαφοροποίησε τους Harts από το τηλεοπτικό κατεστημένο —τότε αλλά και τώρα— ήταν η παντελής απουσία δράματος και τοξικότητας. Το ζεύγος Hart παρουσιάζεται εξ αρχής και παραμένει αταλάντευτα ερωτευμένο και πιστό και κυρίως λειτουργεί ως μια απόλυτα ισότιμη ομάδα.

Η Jennifer δεν αποτελεί ποτέ το περιφερειακό πλην πολύτιμο αξεσουάρ του συζύγου της που περιμένει να διασωθεί. Συμμετέχει ενεργά στις έρευνες, παίρνει κρίσιμες πρωτοβουλίες, λερώνει τα χέρια της για να έρθει αντιμέτωπη με τους κακοποιούς.
Η τηλεοπτική οικογένεια συμπληρώνεται ευφυώς από δύο ακόμη φιγούρες που σπάνε τον ελιτισμό των πρωταγωνιστών: τον Max, τον μπάτλερ, μάγειρα και οδηγό που προσφέρει τη γειωμένη οπτική της εργατικής τάξης και την απαραίτητη κωμική αποφόρτιση, και τον Freeway, έναν πανέξυπνο σκύλο ράτσας Löwchen που υιοθετήθηκε από το ζευγάρι όταν τον βρήκαν να περιπλανιέται σε έναν αυτοκινητόδρομο – από εκεί και το όνομά του.
Η αισθητική της αφθονίας
Οπτικά, η σειρά λειτούργησε ως μια εβδομαδιαία, λαμπερή βιτρίνα πλούτου, προετοιμάζοντας το έδαφος για άλλα κατοπινά τηλεοπτικά έπη όπως η «Δυναστεία» και το «Ντάλας».

Η υπερπολυτελής έπαυλη στο Μπελ Ερ, τα αυθεντικά έργα τέχνης, τα ιδιωτικά αεροπλάνα και τα πανάκριβα αυτοκίνητα, όπως η κίτρινη Mercedes-Benz 450 SL που οδηγούσε η Jennifer ή η κόκκινη Ferrari Dino 246 GTS του Jonathan σμίλεψαν ένα σύμπαν ανόθευτης και αναπολογητικής αλλά όχι επιδεικτικής χλιδής.
Επιπλέον, η Stefanie Powers αναδείχθηκε τάχιστα σε fashion icon. Κάθε επεισόδιο ήταν και ένα μάθημα στιλ, με τις ενδυματολογικές επιλογές της να αντικατοπτρίζουν τις τάσεις της αμερικανικής υψηλής κοινωνίας: μεταξωτά πουκάμισα, φαρδιές ζώνες, ογκώδη κοσμήματα και εντυπωσιακά βραδινά σύνολα.
Η παραγωγή επένδυε σταθερά στην αλλαγή σκηνικού κάθε εβδομάδα, μεταφέροντας τη δράση από το ηλιόλουστο Λος Άντζελες σε εξωτικά νησιά, ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, κοσμοπολίτικα απάγκια και χιονοδρομικά κέντρα, προσφέροντας έναν τηλεοπτικό τουρισμό πολυτελείας – ναι, κάτι σαν την ιουρασική περίοδο του set-jetting.

Πέρα από την εικόνα, η διαχρονική απήχηση της σειράς βασίζεται στη δομή των επεισοδίων της: ένα σταθερό μοτίβο με ένα έγκλημα να λαμβάνει χώρα, την επίσημη αστυνομική έρευνα να στρέφεται σε λάθος κατεύθυνση και τους Hart να αναλαμβάνουν τη λύση του μυστηρίου. Χωρίς αίματα και περιττές φλυαρίες.
Η ζωή μετά το Μπελ Ερ: Τι απέγιναν οι Hart;
Η πρωτότυπη σειρά ολοκλήρωσε την πορεία της το 1984, ύστερα από 110 επεισόδια. Όμως οι τηλεοπτικοί Hart επέστρεψαν την επόμενη δεκαετία για μια σειρά από τηλεταινίες. Κι ύστερα η ζωή συνεχίστηκε.
Ο Robert Wagner παρέμεινε εξαιρετικά ενεργός στη βιομηχανία του θεάματος για δεκαετίες. Οι νεότερες γενιές τον ανακάλυψαν ξανά μέσα από τον χαρακτήρα του Number Two στις ταινίες Austin Powers αλλά και μέσα από τον ρόλο του στη σειρά «NCIS».

Η δημόσια εικόνα του, ωστόσο, επισκιάστηκε από την υπόθεση του θανάτου της συζύγου του, Natalie Wood, η οποία πνίγηκε το 1981 υπό συνθήκες που παραμένουν μέχρι σήμερα αντικείμενο αστυνομικών ερευνών. Ο ίδιος αρνείται σταθερά οποιαδήποτε εμπλοκή, έχοντας αποσυρθεί, στα 96 του χρόνια από την ενεργό δράση.
Επιλέγοντας έναν διαφορετικό δρόμο, η Stefanie Powers συνέχισε να εργάζεται στο θέατρο και στην τηλεόραση, αλλά ο πραγματικός πυρήνας της δράσης της μετατοπίστηκε στην οικολογία και την προστασία της άγριας ζωής.
Ίδρυσε το «William Holden Wildlife Foundation» στην Κένυα στη μνήμη του επίσης ηθοποιού συζύγου της, αφιερώνοντας σημαντικό μέρος της ζωής της σε περιβαλλοντικούς σκοπούς. Έχοντας επιζήσει από καρκίνο του πνεύμονα, σήμερα στα 83 της χρόνια παραμένει εξαιρετικά δραστήρια, πραγματοποιώντας και κάποιες σποραδικές cameo εμφανίσεις.

Όσο για τον Lionel Stander; Ο άνθρωπος που έδωσε φωνή και ψυχή στον Max, βρήκε στην πραγματικότητα στον συγκεκριμένο ρόλο την εμπορική κορύφωση της καριέρας του, μολονότι βρισκόταν στη δύση της ζωής του.
Ο Stander είχε στοχοποιηθεί κατά τη διάρκεια του Μακαρθισμού και είχε μπει στη διαβόητη «Μαύρη Λίστα» του Χόλιγουντ, μένοντας εκτός βιομηχανίας για χρόνια.
Η επιστροφή του και η καθιέρωσή του ως η απόλυτα αγαπητή, σχεδόν παράδοξη τηλεοπτική φιγούρα μέσα σε ένα σύμπαν καπιταλιστικής υπερβολής λειτούργησε και ως ιστορική ειρωνεία.

Ο Lionel Stander δεν ήταν φτιαγμένος από τα υλικά του κόσμου των Hart. Τον παρατηρούσε από κοντά, σαν κάποιος που γνωρίζει ότι βρίσκεται προσωρινά σε ένα σκηνικό που δεν του ανήκει. Και ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που το έκανε αληθινό και προσβάσιμο για τον τηλεθεατή.
Πέθανε το 1994, αφήνοντας έστω και με τον κύκνειο άσμα του το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία της αμερικανικής τηλεόρασης.





