Ο δηλωμένος για το κυβερνών κόμμα αλλά απομακρυσμένος, σύμφωνα με τις μετρήσεις, στόχος της αυτοδυναμίας θέτει εκ των πραγμάτων το ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών. Και εδώ, όπως επισημαίνουν αναλυτές, ανακύπτει η αδυναμία για τον Κυριάκο Μητσοτάκη που είναι «πολιτικά απομονωμένος», αφού, με βάση τις ίδιες τις διακηρύξεις τους, κανείς από τους άλλους πολιτικούς χώρους -από τη Δεξιά ως το Κέντρο- δεν θέλει να συγκυβερνήσει με εκείνον πρωθυπουργό.
Προδιαγράφεται έτσι ένας παράγοντας «αστάθειας και πολιτικού αδιεξόδου», ευθέως αντίθετος με το αφήγημα της σταθερότητας, το οποίο κατέχει την κεντρική θέση στην επικοινωνιακή στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου.
Οι αδύναμοι κρίκοι στο αφήγημα της σταθερότητας
Τις ευδιάκριτες αποστάσεις οι οποίες χωρίζουν, αφενός, την κυβερνητική παράταξη από την προσέγγιση του λεγόμενου «πήχη της αυτοδυναμίας» στις προσεχείς βουλευτικές κάλπες και, αφετέρου, τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη από την προσωπική επιδίωξή του να πετύχει μια τρίτη συνεχόμενη θητεία στον θώκο του Μεγάρου Μαξίμου, επιβεβαίωσε το πιο πρόσφατο δημοσκοπικό «κύμα» που είδε το φως της δημοσιότητας λίγο πριν από την ανάπαυλα της θερινής περιόδου.
Παρά τη βελτίωση του γενικότερου οικονομικού κλίματος που επήλθε κυρίως εξαιτίας της έστω προσωρινής ειρήνευσης στα Στενά του Ορμούζ και στη Μέση Ανατολή, αλλά και τις προσδοκίες για ανατροπή των συσχετισμών που καλλιεργήθηκαν, δεν φαίνεται να απέδωσε τα αναμενόμενα δημοσκοπικά οφέλη το προεκλογικό ντεμαράζ στο οποίο επιδόθηκαν τον τελευταίο ενάμιση μήνα προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με τις συνεχείς περιοδείες που πραγματοποιεί ο ίδιος εντός και εκτός του Λεκανοπεδίου της πρωτεύουσας, καθώς και οι συνεργάτες του στο Μέγαρο Μαξίμου και στην Πειραιώς που επιχειρούν να εκπέμψουν αισιόδοξα μηνύματα, τα οποία ωστόσο δεν ενστερνίζεται η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.
Θέλουν πολιτική αλλαγή
Οπως αποτυπώνεται και στις πιο ευνοϊκές για την κυβέρνηση μετρήσεις της κοινής γνώμης, η πλειονότητα των Eλλήνων απορρίπτει το «αφήγημα» περί «σταθερότητας» που με βάση τους ισχυρισμούς της ίδιας της κυβερνητικής ηγεσίας αποτελεί το δυνατό «χαρτί» με το οποίο ο σημερινός Πρωθυπουργός θα παρατείνει την παραμονή του στο Μέγαρο Μαξίμου.
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της Metron Analysis για το Mega, στο ερώτημα για το τι χρειάζεται περισσότερο σήμερα η χώρα ανάμεσα στην πολιτική σταθερότητα και στην πολιτική αλλαγή, έξι στους δέκα πολίτες τάσσονται υπέρ της αλλαγής (60%) έναντι τεσσάρων (39%) που προκρίνουν τη σταθερότητα. Αξίζει, μάλιστα, να υπογραμμιστεί ότι η επιλογή της σταθερότητας επιλέγεται και από πολίτες που δηλώνουν πρόθεση ψήφου και προς άλλα κόμματα.
Την ίδια στιγμή, η απαισιοδοξία της ελληνικής κοινωνίας παραμένει στα ύψη τόσο για την πορεία της χώρας, με το 67% να έχει εδραία πεποίθηση ότι κινείται προς λανθασμένη κατεύθυνση, όσο και με την προσωπική κατάσταση ενός εκάστου, αφού μόλις το 15% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι είναι σε καλύτερη μοίρα σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Αν και δεν γεννάται αμφιβολία για το προβάδισμα που, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, αποσπά η Νέα Δημοκρατία στην πρόθεση ψήφου, από μια προσεκτικότερη ματιά στα ευρήματα των μετρήσεων της κοινής γνώμης προκύπτουν στοιχεία τα οποία διαψεύδουν τους ισχυρισμούς ότι η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο τιμόνι της κυβέρνησης αποτελεί τον παράγοντα που εγγυάται τη συνέχεια και τη σταθερότητα.
Χαρακτηριστικά στη δημοσκόπηση της Metron Analysis η κυβερνητική παράταξη συγκεντρώνει στην πρόθεση ψήφου 25%, ποσοστό το οποίο με την αναγωγή της αδιευκρίνιστης ψήφου εκτιμάται ότι μπορεί να ανεβεί στο 30,4% και, εφόσον επιβεβαιωθεί στην κάλπη ένα τέτοιο αποτέλεσμα, αντιστοιχεί σε 120 βουλευτικές έδρες στη σύνθεση της επόμενης – εννεακομματικής, κατά τα φαινόμενα – Βουλής.
Η έρευνα της Metron δεν είναι η μόνη που έδειξε ότι η απήχηση της κυβερνητικής παράταξης ακόμη και στην τρέχουσα ευνοϊκή για το κυβερνών κόμμα συγκυρία κυμαίνεται στα ίδια χαμηλά δημοσκοπικά επίπεδα με την επίδοση των ευρωεκλογών του 2024 όταν απώλεσε περίπου ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους που την είχαν ψηφίσει έναν χρόνο νωρίτερα. Και έτσι από το 40,56% των βουλευτικών εκλογών του 2023 υποχώρησε στο 28,31% στην ευρωκάλπη του επόμενου χρόνου. Αντίστοιχα ποσοστά έδειξαν οι πιο πρόσφατες έρευνες της Real Polls (για το Protagon.gr) που μέτρησε την πρόθεση ψήφου της ΝΔ στο 25,8% και την εκτίμηση στο 28,3%, της Alco (για τον Flash.gr) με 24% στην πρόθεση ψήφου, της GPO (για τα «Παραπολιτικά») με 26% στην πρόθεση και 29,4% στην εκτίμηση ψήφου, της Marc (για τον AΝΤ1) με 26,8% στην πρόθεση και 30,5% στην εκτίμηση ψήφου.
Είναι ακόμα asset για τη ΝΔ;
Για όσους, πάντως, δεν παραπλανώνται από τη συνήθη επικοινωνιακή αξιοποίηση των δημοσκοπικών ευρημάτων που γίνεται από όλα τα κόμματα, αλλά κυρίως από την κυβερνητική παράταξη η οποία, κατά γενική ομολογία, υπερέχει σε προπαγανδιστικά εργαλεία, αποκτά ιδιαίτερη αξία και το γεγονός ότι οι επιδόσεις του Πρωθυπουργού πόρρω απέχουν από την εποχή που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρείτο το αδιαμφισβήτητο «asset» το οποίο «τραβούσε προς τα πάνω και τη ΝΔ».
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Metron Analysis, oι θετικές γνώμες για το πρόσωπό του είναι στο 36%, ενώ στην αξιολόγηση της πρωθυπουργικής του θητείας του θετικά εκφράζεται το 31% και αρνητικά το 64%. Στον πιο κλασικό δείκτη, ωστόσο, αξιολόγησης, που είναι η απάντηση στο ερώτημα για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό, ο κ. Μητσοτάκης συγκεντρώνει την προτίμηση του 29% των ερωτηθέντων. Είναι μια επίδοση που ναι μεν τον διατηρεί στην πρώτη θέση, αφού έπονται οι απαντήσεις για τον «κανέναν», που είναι το 24,5% και χαμηλότερα για τον Αλέξη Τσίπρα που φθάνει στο 15%, πλην, όμως, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι υπολείπεται της εκτίμησης ψήφου για την κυβερνητική παράταξη. Εν όψει της προσεχούς εκλογικής αναμέτρησης, η εμφάνιση των νέων κομμάτων, όπως η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) του Αλέξη Τσίπρα και πιθανότατα ο κυοφορούμενος σχηματισμός από τον Αντώνη Σαμαρά, φαίνεται ότι έδωσε στο Μέγαρο Μαξίμου το έναυσμα για ένα νέο – ή κατ΄ άλλους αναπαλαιωμένο – δίπολο: η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη απέναντι στον επανακάμψαντα Αλέξη Τσίπρα. Με την εμφάνισή της στον πολιτικό στίβο, η ΕΛΑΣ «θρονιάστηκε» στη δεύτερη δημοσκοπική θέση, εξοβελίζοντας το ΠαΣοΚ που κατατρύχεται από εσωστρεφή στασιμότητα. Παρά ταύτα, όμως, η προσδοκώμενη αναδιάταξη του σκηνικού δείχνει να οδηγείται, εν τέλει, σε συντήρηση του παραλυτικού κατακερματισμού των δυνάμεων της αντιπολίτευσης.
Είναι προφανές ότι η ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα ως βασικού αντιπάλου βολεύει πολιτικά το κυβερνητικό επιτελείο, το οποίο εκτιμά ότι κατ΄ αυτόν τον τρόπο θα επαναπατρίσει τους κρίσιμους κεντρώους ψηφοφόρους στους οποίους στηρίχθηκε για να οικοδομήσει τις εκλογικές νίκες του 2019 και του 2023. Στην πράξη, όμως, δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Οπως προκύπτει από τις μετρήσεις, τους έδιωξαν τα βαρύτατα θεσμικά (υποκλοπές) και οικονομικά (ΟΠΕΚΕΠΕ) σκάνδαλα και κυρίως η νοοτροπία της συγκάλυψης (Τέμπη) που έχει υποβαθμίσει και εργαλειοποιήσει τη Δικαιοσύνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κρίση των θεσμών αξιολογείται, κυρίως από τους κεντρώους ψηφοφόρους, ως το πιο σημαντικό πρόβλημα της χώρας μετά την ακρίβεια και την οικονομία.
Η συσπείρωση, εξάλλου, των ψηφοφόρων της ΝΔ βρίσκεται στο σχετικά χαμηλό για προεκλογική περίοδο ποσοστό τού 69%, καθώς με επίκεντρο την υιοθέτηση της woke ατζέντας και την καθιέρωση του γάμου των ομόφυλων που δίχασε τη «γαλάζια» ΚΟ, το κυβερνών κόμμα καταγράψει σοβαρές απώλειες ψηφοφόρων και από τα δεξιά του. Η στροφή που επιχειρήθηκε το τελευταίο διάστημα, όπως φάνηκε με την ηχηρή απουσία κυβερνητικών στελεχών από το πρόσφατο Pride της κοινότητας των ΛΟΑΤΚΙ+, δεν φαίνεται να απέδωσε τα προσδοκώμενα.
«Πολιτικά απομονωμένος»
Υπό αυτές τις συνθήκες, η προοπτική μιας νέας αυτοδυναμίας του Κυριάκου Μητσοτάκη «μοιάζει περισσότερο με όνειρο απατηλό», όπως επισημαίνεται από πολλές πλευρές. Η ΝΔ παραμένει κολλημένη στην περιοχή κοντά στο 30% και τέσσερα ή πέντε κόμματα διεκδικούν να λάβουν διψήφια ποσοστά, εξέλιξη που καθιστά σίγουρο ότι η επόμενη κυβέρνηση θα είναι τουλάχιστον δικομματική. Και εδώ, όπως επισημαίνουν αναλυτές, ανακύπτει η μεγάλη αδυναμία για τον Κυριάκο Μητσοτάκη που είναι «πολιτικά απομονωμένος», αφού, με βάση τις ίδιες τις διακηρύξεις τους, κανείς από τους άλλους πολιτικούς χώρους δεν θέλει να συγκυβερνήσει με εκείνον πρωθυπουργό.
Ετσι, μπορεί στο σχετικό δημοσκοπικό ερώτημα το 49% των πολιτών να προτιμά τις κυβερνήσεις συνεργασίας, έναντι του 48% που θέλει αυτοδύναμες κυβερνήσεις, κάτι τέτοιο, όμως, δεν διαφαίνεται ως εφικτός στόχος για τη ΝΔ με επικεφαλής τον κ. Μητσοτάκη.
Πολλοί θα σχημάτιζαν κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ, αλλά όχι με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να παραμένει στο τιμόνι, όπως έχουν ξεκαθαρίσει από τον Κυριάκο Βελόπουλο έως την Αφροδίτη Λατινοπούλου και από τη Μαρία Καρυστιανού έως τον Αντώνη Σαμαρά. Ακόμη μάλιστα και αν το ΠαΣοΚ, το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση του πρόσφατου Συνεδρίου του να μη συνεργαστεί με τη ΝΔ, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα στήριζε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, «τον πολιτικό που παρακολουθούσε τον Νίκο Ανδρουλάκη», όπως με κάθε ευκαιρία υπογραμμίζουν από τη Χαριλάου Τρικούπη.
Αναμφίβολα, λοιπόν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναδεικνύεται πλέον καθαρά ως κύριος παράγοντας αστάθειας και πολιτικού αδιεξόδου, όπως μαρτυρούν πολλά πρόσφατα γεγονότα. «Η υποδοχή που επεφύλαξε ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας στον Νίκο Ανδρουλάκη την περασμένη Πέμπτη λέει πολλά», όπως σημείωνε πολύπειρο στέλεχος της κυβερνητικής παράταξης. «Και πολύ περισσότερα», σημείωνε ο ίδιος, «σηματοδότησε η απόφαση των τριών νεοδημοκρατών βουλευτών (σ.σ.: Χ. Αθανασίου, Θ. Λεονταρίδης και Γ. Καρασμάνης) να συναντηθούν δημοσίως με τον Αντώνη Σαμαρά “για να συζητήσουν την ανάγκη διαφύλαξης της ενότητας της παράταξης”».
Ολο και περισσότεροι πολιτικοί παράγοντες, ακόμη και από το κυβερνητικό στρατόπεδο, συνομολογούν ότι «ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο πλέον ακατάλληλος για να δώσει περιεχόμενο στο σύνθημα της “σταθερότητας και της συνέχειας”». Και τούτο διότι, όπως επισημαίνεται, «δεν επικοινωνεί και δεν διατηρεί επαφή με κανέναν από τους αρχηγούς των κομμάτων που μετέχουν στη σημερινή Βουλή ή θα έχουν ρόλο στις διερευνητικές εντολές σχηματισμού κυβέρνησης την επομένη των εκλογών». Ενώ, όπως προστίθεται, «έχει απαξιώσει και προσβάλει τους προκατόχους του στην ηγεσία της ΝΔ, πρώην πρωθυπουργούς Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά».



