Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Για πολλές δεκαετίες τα ελληνικά diners, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού ιστού της Νέας Υόρκης. Ένα γεύμα ή ένα δείπνο σε ένα από αυτά αποτελούσε αγαπημένη συνήθεια για χιλιάδες κατοίκους της αμερικανικής μεγαλούπολης. Όμως τα τελευταία χρόνια το ένα μετά το άλλο άρχισαν ή να κλείνουν εντελώς ή να μεταφέρονται σε περιοχές μακριά από το κέντρο.

Το τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Cozy Soup ‘n’ Burger που λειτουργούσε από το 1972, στη γωνία Astor Place και Broadway στο East Village και το οποίο κατέβασε ρολά στις 21 Ιουνίου.

Φημιζόταν για τις σούπες, τα burgers και άλλα κλασσικά diner πιάτα. Ήταν προσιτό, με νόστιμο φαγητό και άνετο (cozy). H τοποθεσία ήταν ιδανική για τους φοιτητές του NY University, για τους εργαζόμενους στην περιοχή και για τους τουρίστες. Μάλιστα κάποιες σκηνές της ταινίας Big Daddy με τον Ανταμ Σάντλερ είχαν γυριστεί σε αυτό.

Ηταν ένα από τα τελευταία αυθεντικά ελληνικά diners σε μια περιοχή που αλλάζει ραγδαία και μάλιστα σε μια εποχή που αλλάζουν επίσης οι διατροφικές συνήθειες της νέας γενιάς.

Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε κατεβάσει ρολά το Kiki’s, μια πολύ δημοφιλής ελληνική ταβέρνα στο Chinatown, ενώ στις 31 Μαΐου έκλεισε το Star on 18 Café στη διασταύρωση της 10ης Λεωφόρου με την 18η Οδό.

Αυτά είναι λίγα μόνο από τα παραδείγματα μιας τάσης που τα τελευταία χρόνια θέλει την παράδοση των ελληνικών diners να κλείνουν, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό στις συνήθειες όχι μόνο των κατοίκων της Νέας Υόρκης, αλλά και των επισκεπτών της.

Οι λόγοι

Όπως ανέφερε σε δηλώσεις του σε μέσα ενημέρωσης ο Τζον Στρατς, ιδιοκτήτης τρίτης γενιάς του Cozy Soup ‘n’ Burger, τον τελευταίο καιρό είχαν να αντιμετωπίσουν το διπλό πρόβλημα της αύξησης των λειτουργικών εξόδων και της μείωσης των πελατών.

«Δυστυχώς οι αυξήσεις στα ενοίκια, το κόστος των πρώτων υλών και οι υψηλοί μισθοί του προσωπικού δεν μας επιτρέπουν να συνεχίσουμε. Δεν πρόκειται απλά για το κλείσιμο ένός diner, αλλά για το τέλος μιας εποχής», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Αισθάνομαι πραγματικά μεγάλη λύπη που θα αφήσω τους αγαπημένους μου πελάτες και αυτή την όμορφη γειτονιά» δήλωσε η ιδιοκτήτρια του Star on 18 Café Μπέτυ Γκιούλις, που σχεδιάζει να ανοίξει ένα άλλο diner, πιθανότατα στο Queens.

Ο Πέτρος Γρομητσάρης, ιδιοκτήτης του Ewing Diner στο Νιου Τζέρσεϋ λέει: «Η πανδημία ήταν η καταστροφή … Ο κατώτατος μισθός μέσα σε πέντε μόλις χρόνια από εννέα δολάρια πήγε στα δεκαέξι. Τώρα συζητούν για 25 δολάρια την ώρα. Η παλιά γενιά σβήνει και η νέα δεν ενδιαφέρεται και τόσο πολύ να ασχοληθεί με τα diners».

Με λίγα λόγια η κατακόρυφη αύξηση στα ενοίκια, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση των λειτουργικών εξόδων και την απροθυμία της νεότερης γενιάς να καταπιαστεί με ένα επάγγελμα που απαιτεί ατέλειωτες ώρες δουλειάς και πραγματική αγάπη για το αντικείμενο έχουν προκαλέσει το φαινόμενο που πολλοί Νεοϋορκέζοι αποκαλούν, μεταξύ αστείου και σοβαρού, «Σύνδρομο Κατάρρευσης των Ελληνικών Diners».

Η Οδύσσεια των Ελληνικών Diners

Η ιστορία των ελληνικών diners είναι μια κλασσική ιστορία μετανάστευσης και σκληρής δουλειάς για την κατάκτηση του Αμερικανικού Ονείρου – από τα καφενεία των Ελλήνων στις αρχές του 20ου αιώνα, μέχρι τα εμβληματικά 24ωρα diners των τελευταίων δεκαετιών.

Τα πρώτα μεγάλα κύματα Ελλήνων μεταναστών έφτασαν στις ανατολικές και μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ το διάστημα 1890 – 1921.

Στις ακτές του Νέου Κόσμου οι Έλληνες κουβαλούσαν μαζί τους κάτι περισσότερο από βαλίτσες και όνειρα: έφερναν τη μυρωδιά του καφέ που βράζει αργά, το γέλιο γύρω από ένα τραπέζι και την πείσμα να μετατρέψουν την ξενιτιά σε σπίτι. Έτσι γεννήθηκαν τα ελληνικά diners – εκείνα τα φωτεινά, 24ωρα καταφύγια που έγιναν η καρδιά της Νέας Υόρκης και του New Jersey.

Όλα ξεκίνησαν από τα καφενεία των αρχών του 20ού αιώνα. Μικρά, καπνισμένα στέκια όπου άνδρες από την Πελοπόννησο ή τα νησιά κάθονταν ώρες, μοιράζονταν καφέ, ούζο και ιστορίες από την πατρίδα. Ήταν ο τόπος όπου η νοσταλγία έπαιρνε σάρκα και οστά.

Μα όταν η Αμερική άρχισε να χτυπά ρυθμούς εργοστασίων και νυχτερινών βαρδιών, οι Έλληνες κατάλαβαν ότι έπρεπε να προσαρμοστούν. Από τα καφενεία πέρασαν στα diners – εκείνα τα μακρόστενα μαγαζιά που έμοιαζαν με βαγόνια τραίνου με τα neon φώτα και τους μεγάλους πάγκους.

Η δεκαετία του 1940 ήταν η απαρχή. Μετά τον πόλεμο, νέα κύματα Ελλήνων έφτασαν με τις βαλίτσες γεμάτες φιλοδοξία. Δούλευαν πρώτα ως πλύστες πιάτων, σερβιτόροι, μάγειρες. Έμαθαν τα μυστικά του αμερικανικού breakfast, των ζουμερών burger και των milkshake.

Οταν μάζευαν αρκετά χρήματα αγόραζαν το μαγαζί. Έτσι γεννήθηκε ο μύθος: οι Έλληνες έγιναν οι άρχοντες των diners. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, σχεδόν τα δύο τρίτα των diners στη Νέα Υόρκη ανήκαν σε ελληνικές οικογένειες.

Μερικά από τα πιο διάσημα diners στη Νέα Υόρκη όπως το Neptune στην Αστόρια, το Tom’s κοντά στο Columbia, το Cozy Soup ’n’ Burger στην Astor Place, το 42nd Street Diner στο Hell’s Kitchen, ήταν επιχειρήσεις που ανήκαν σε Ελληνες.

Μέσα ο πατέρας είχε τον έλεγχο της κουζίνας, η μητέρα τον έλεγχο του ταμείου, τα παιδιά και οι θείοι σερβίριζαν. Όλη μέρα και όλη νύχτα. Τα φώτα δεν έσβηναν ποτέ.

Στον πάγκο οι ταξιτζήδες έπιναν τον καφέ τους μετά τη βάρδια τους, νοσοκόμες έτρωγαν βιαστικά πριν την εφημερία, φοιτητές έγραφαν τις εργασίες τους τρώγοντας ελληνική σαλάτα. Και πάνω από όλα, ο ιδιοκτήτης – με την ποδιά λερωμένη – να χαιρετά όλους αυτούς με το μικρό τους όνομα.

Το μενού ήταν η ίδια η Αμερική μέσα σε ένα πιάτο: pancakes ψηλά σαν πύργοι, burgers ζουμερά, αλλά και η μυρωδιά του σπιτιού – γύρος που γυρίζει αργά, τραγανή σπανακόπιτα, μπακλαβάδες για επιδόρπιο. Αμερικανικό στην ψυχή, ελληνικό στην καρδιά.

Για δεκαετίες, τα ελληνικά diners ήταν η ψυχή της πόλης. Δεν ήταν απλά εστιατόρια. Ήταν τόποι συνάντησης, τόποι όπου ο μετανάστης έγινε Αμερικανός χωρίς να χάσει την ταυτότητά του. Ήταν το American Dream με extra τζατζίκι.

Σήμερα, πολλά σβήνουν. Οι developers χτίζουν ψηλά, τα ενοίκια ανεβαίνουν, οι νέες γενιές προτιμούν άλλα όνειρα. Είναι σαν να χάνεται ένα κομμάτι από την παλιά Νέα Υόρκη, εκείνη που δεν φοβόταν να είναι αυθεντική.

Κι όμως, η ιστορία τους μένει. Είναι η Οδύσσεια των Ελλήνων της Αμερικής: ταξίδι μακρύ, γεμάτο κύματα και καταιγίδες, μα πάντα με ένα φωτεινό diner να περιμένει στο τέλος του δρόμου.

Η συλλογή Zakariasen

Η ιστορία αυτή μένει ζωντανή στη Συλλογή Kay Zakariassen Greek Diners. Πρόκειται για ένα μοναδικό αρχείο φωτογραφιών και συνεντεύξεων από την εποχή των ελληνικών στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του 1970.

Δημιουργήθηκε από την Kay Zakariassen, που τότε φοιτούσε ως δημοσιογράφος, το 1976 και δωρίσθηκε στη New York Public Library το 2022. Είναι προσβάσιμη online στις ψηφιακές συλλογές της NYPL.

Περιλαμβάνει περίπου 400 φωτογραφίες και συνεντεύξεις με ιδιοκτήτες, μάγειρες, σερβιτόρους και εργαζόμενους σε ελληνικά diners.

Πρόκειται για ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο για την ελληνική ομογένεια.