Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο Σταµάτης Φασουλής βουτά στον χρόνο και στη µνήµη για να µιλήσει για εκείνους και εκείνα που τον διαµόρφωσαν: «Το θέατρο ή τη ζωή σου» είναι ο τίτλος του έργου και της παράστασης που ετοιµάζει. Και ο ίδιος ανεβαίνει στη σκηνή όχι σαν ρόλος, αλλά µε τον εαυτό του. Η συµπαραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσµου και του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν πρόκειται να κάνει πρεµιέρα τον Οκτώβριο στο Υπόγειο της οδού Πεσµαζόγλου.

Τι είναι αυτό το έργο;

«Θα σας πω τι θέλω να είναι, γιατί θα ολοκληρωθεί στις πρόβες. Οχι ότι δεν υπάρχει ή θα γίνει αυτοσχεδιαστικά. Ηδη έχω τελειώσει το 90%, αλλά αυτό που λείπει είναι ουσιαστικό».

Ας το πιάσουμε από την αρχή…

«Συνήθως ένας σκηνοθέτης μού προτείνει να παίξω κάτι, ένας ηθοποιός μού ζητεί να τον σκηνοθετήσω. Δύο φορές μού έχουν πει παραγωγοί “νομίζω πως πρέπει να κάνεις αυτό”. Πρώτα η Αρχοντούλα Παπαπαναγιώτου, που – πολύ “άγρια” μάλιστα – μου είπε: “Θα παίξεις ‘Το κλουβί με τις τρελές”’. Τώρα, ο Μίλτος Σωτηριάδης ήρθε και μου είπε: “Σταμάτη, νομίζω πως πρέπει να κάνεις αυτό”. Σοκαρίστηκα. Ούτε που το είχα φανταστεί. Και μου εξήγησε: “Ολα αυτά που σε ακούω να λες για το θέατρο, όλα αυτά που ξέρω από ηθοποιούς ότι λες στις πρόβες, αυτή τη μυρωδιά θεάτρου που αναβλύζει όταν διηγείσαι πράγματα παλιά και καινούργια και πώς ανακατεύεται το παρελθόν με το τώρα δεν θα ήταν ωραία να γίνουν παράσταση;”. Ή, μάλλον, μου είπε: “Κάνε αυτή την παράσταση κι εγώ είμαι δίπλα σου”. Μέσα μου είχα το άλλοθι ότι μου προτάθηκε. Νομίζω πάντως ότι είναι στην ώρα του. Δεν μπορούσα να το κάνω νωρίτερα, δεν ξέρω αν μπορώ να το κάνω αργότερα».

Προβληματιστήκατε;

«Το σκέφτηκα δύο μέρες. Μου άρεσε η ιδέα, αλλά δεν ήθελα να παρασυρθώ. Οταν όμως άρχισε να διαμορφώνεται μέσα μου, ενθουσιάστηκα. Το είχα γράψει και σε ένα κείμενό μου: “Ολα αυτά πού θα τα αφήσω;”. Μνήμες θεατρικές, μνήμες από τη ζωή, τα παρασκήνια του θεάτρου, αυτή τη μυρωδιά που σου αφήνει ο έρωτας της σκηνής και της ζωής, πίκρες. Ετσι όπως ανακατεύεται το ένα με το άλλο, πράγματα που είχα διαβάσει και είχα ζηλέψει σε άλλους – ποιητές, ηθοποιούς, συγγραφείς, ζωγράφους. Πώς δηλαδή ενώνουν τη ζωή με την τέχνη τους και πώς αυτά, εκεί που πάνε να γίνουν ένα, διαλύονται και ξαναγεννιούνται. Και πώς από τη μνήμη μπορεί να φτιαχτεί κάτι που να λάμπει στο παρόν και να εκτοξεύεται, έτσι φωταγωγημένο, στο μέλλον. Ολα αυτά ήταν ιδέες. Μέχρι να γίνουν λέξεις, μου πήρε πολύ καιρό. Αρχισα μετά τα Χριστούγεννα. Ακόμα γράφω, πετάω, σκίζω… Δεν θέλω να είναι μια παράθεση γεγονότων, σε στυλ ανεκδότου, ούτε ένα “αχ, τι ωραία που ήταν τότε”. Γιατί δεν ήταν ούτε είναι μόνο ωραία».

Από πού αντλήσατε τη βασική ιδέα;

«Από αυτό που γίνεται σε ένα βιβλίο το οποίο με έχει επηρεάσει όσο τίποτα, στον Προυστ. Αυτό το χάσιμο της ζωής. Νομίζει ότι δεν μπορεί να γίνει συγγραφέας και ξαφνικά αποφασίζει ότι η ζωή δεν είναι χαμένη αλλά ξανακερδισμένη και λέει “θα γράψω αυτό που έζησα”. Και έτσι το έργο τελειώνει εκεί που ξαναρχίζει. Επηρεάστηκα και από τον “Πολίτη Κέιν”, όπου όλα αρχίζουν και τελειώνουν με το Ρόουζμπαντ, ένα όνομα γραμμένο πάνω στο μικρό του έλκηθρο. Ή στο “8½” του Φελίνι, όπου αρχίζουν όλα με τον μικρό Γκουίντο και τελειώνουν με τον μικρό Γκουίντο, που φέρνει πίσω όλη του τη ζωή. Αυτά τα τρία ήταν καθοριστικά όσον αφορά το πώς θα πρέπει να είναι, αν όχι η δομή, η αίσθηση της παράστασης. Δεν θα αρχίζει βέβαια με τον μικρό Σταμάτη και θα τελειώνει με τον μικρό Σταμάτη. Αλλά να ξανακερδηθεί ο κύκλος που κάνει η ζωή, να μην πάει χαμένη. Και μαζί, η απάντηση στο “πού θα τα αφήσω όλα αυτά”».

Μια βουτιά στη ζωή σας, ακόμα και στα επώδυνα;

«Πράγματι. Αναρωτιόμουν αν ήμουν διατεθειμένος, αν αντέχω, αν είμαι έτοιμος να ξεφλουδίσω το κρεμμύδι, όπως λέει και ο Γκίντερ Γκρας. Γιατί υπάρχουν και πράγματα που δεν συμφέρουν στο τωρινό προσωπείο. Εκανα πρώτα μια πλαγιοκόπηση, βρήκα τον τίτλο – και απειλητικός και ποιητικός και εύγλωττος: “Το θέατρο ή τη ζωή σου”. Οπως λέμε “τα λεφτά σου ή τη ζωή σου”. Γιατί εμένα η μόνη μου περιουσία είναι το θέατρο, δεν έχω άλλη. Η απάντηση πιστεύω ότι θα δοθεί στο τέλος, αν και δεν μου αρέσουν οι παραστάσεις με απαντήσεις – προτιμώ να πλανάται πάντα ένα ερωτηματικό. Οπότε είπα το “ναι” με όλους τους κινδύνους που ενέχει αυτό: να γίνει γλυκερό, μαστιγωτικό, μόνο αυτοαναφορικό, αποθεωτικό χωρίς λόγο. Επρεπε να βρω την ισορροπία. Δεν μπορώ όμως τους ανθρώπους που λένε “τι έχω και τι δεν έχω κάνει, είμαι αυτό, είμαι εκείνο, αλλά δεν μου αναγνωρίστηκε”. Εμένα λοιπόν μου αναγνωρίστηκε, και με το παραπάνω μερικές φορές. Αισθάνομαι πολύ τυχερός. Δεν έχω κανένα παράπονο από τη ζωή».

Από το θέατρο;

«Ούτε. Αυτά που λένε ότι “με εμπόδισαν”, σε εμένα ίσχυσαν τα αντίθετα. Κανένας δεν με εμπόδισε, όλοι με προώθησαν – χωρίς τίποτα. Η Ξένια με έκανε σκηνοθέτη επειδή το ήθελε εκείνη. Εμένα δεν μου πήγαινε το μυαλό – και αν μου πήγαινε, δεν το ομολογούσα ούτε στον εαυτό μου. Το ίδιο ο Γιάννης Φέρτης, ο Διαγόρας Χρονόπουλος. Εγώ δεν ζήτησα από κανέναν τίποτα. Ημουν ευλογημένος στο θέατρο. Μετά, με το Ελεύθερο Θέατρο, μας βοήθησαν όλοι – σκοτεινοί καιροί, δικτατορία. Ποτέ δεν ζήτησα δουλειά, πάντα μου πρότειναν. Γιατί κι άλλοι είναι το ίδιο ταλαντούχοι με εμένα – μπορεί και περισσότερο – και δεν έχουν κάνει την καριέρα μου. Μου δόθηκαν όλα και με το παραπάνω».

Πάμε στο έργο…

«Θα ήθελα καθετί θεατρικό να ξεκινάει από εμένα ή να καταλήγει σε εμένα. Ολοι, όλα έτσι ζωντανεύουν, ακόμα και ηθοποιοί που δεν είδα ποτέ στη σκηνή, αλλά που τους θυμήθηκα με αφορμή ένα γεγονός. Εγκιβωτίζομαι μέσα σε αυτά που γράφω. Από ένα “μαξιλάρωμα” που είχε γίνει στον “Κοντορεβιθούλη” επί Κωνσταντίνου Χρηστομάνου έρχομαι σε ένα “μαξιλάρωμα” δικό μου. Υπάρχω παντού, άλλοτε σαν υποκείμενο, άλλοτε σαν αντικείμενο: μια ιστορία μού θυμίζει κάτι δικό μου ή κάτι δικό μου μού θυμίζει μια ιστορία. Γιατί η ιστορία μου ή η ιστορία του θεάτρου δεν έχει από μόνη της τόσο νόημα όσο η σύγκρουση, ο διάλογος ζωής – θεάτρου».

Και σε αυτούς που γνωρίσατε…

«Ναι. Ο Χορν, η Αλίκη, η Μελίνα, η Ελλη, όλο το ελληνικό θέατρο, η Νόνικα και ο Αλέκος, ο Παπαμιχαήλ, το Ελεύθερο Θέατρο μέχρι το Βραβείο Χορν και τα παιδιά. Μια περιήγηση στο θέατρο και σε αυτούς τους ανθρώπους από ένα μάτι που δεν έχει ξαναδεί ο κόσμος. Είναι προσωπική η ματιά».

Πώς το δουλέψατε;

«Στην αρχή έγραφα πράγματα που έπρεπε οπωσδήποτε να πω: το Εθνικό, ο Κουν, ο Χορν. Αυτά ήθελα να είναι η καρδιά του έργου. Και όταν λέω “Εθνικό” εννοώ Παξινού – Μινωτής περισσότερο, όταν λέω “Κουν” εννοώ τις παραστάσεις που είδα παιδί. Δυόμισι χρόνων είδα την πρώτη μου παράσταση, το “Βίρα τις άγκυρες”. Εκείνο το βράδυ, όταν με έβαλε για ύπνο η μητέρα μου, της είπα: “Εγώ είμαι ηθοποιός”. Ημουν δεν ήμουν, έτσι αισθανόμουν, είχα την πετριά. Μετά τη δραματική σχολή άρχισα να ταράζομαι και να αναρωτιέμαι. Εμαθα το θέατρο πριν από εμένα, μέσω του Χορν, από τις αφηγήσεις του έναν ολόκληρο χειμώνα, το 1976-1977. Κάθε βράδυ, μετά την παράσταση, ένα τετράωρο ιστορίας θεάτρου αλλά με τον τρόπο του Χορν. Υστερα, η σχέση μου με την Αλίκη, που από ένα σημείο και μετά έγινε σχέση ζωής – με τον Χορν ήταν σχέση θεάτρου. Παραστάσεις και προσωπικότητες που με επηρέασαν. Ο Χατζιδάκις και η συνεργασία στο Τρίτο Πρόγραμμα, στη “Λιλιπούπολη” – μας είχε υπό την προστασία του τότε, το Ελεύθερο Θέατρο. Ολα αυτά θέλω να ξαναζήσουμε».

Μια προσωπική, κάπως ιστορική, καταγραφή;

«Γράφω κάτι πολύ ιδιωτικό για να γίνει δημόσιο και αυτό το δημόσιο να το πάρει ο θεατής και να το κάνει ιδιωτικό. Αλλά για να το μεταφέρω πρέπει να το δημοσιοποιήσω, αλλιώς δεν μπορεί κανείς να βρει τον εαυτό του. Θα ήθελα το κοινό να βρει τον εαυτό του μέσα σε κάποια από αυτά. Κάθε άνθρωπος πιστεύω ότι είναι καλλιτέχνης, και ας μην φαίνεται αρχικά αυτή του η ιδιότητα».

φωτ. /Γιώργος Βελλής

Μονόλογος;

«Οχι. Δεν θα είμαι μόνος μου στη σκηνή. Θα είναι και τρεις μουσικοί, ο Παναγιώτης Τσεβάς, ο Δημήτρης Κίκλης και η Δέσποινα Σπανού. Το έργο δεν θα έχει μόνο αφηγήσεις, θα έχει και τραγούδια, αναπαραστάσεις, θα “σπάει” κάπως με διαλόγους. Θέλω οπωσδήποτε να λεχθεί μια σκηνή από την “Γκόλφω”, να διαβαστεί ένα ποίημα που κανείς δεν θα καταλάβει τίνος είναι και να γίνει εκείνη την ώρα διαγωνισμός με το κοινό. Θα έχει τραγούδια του θεάτρου και του κινηματογράφου, αλλά και πρωτότυπη μουσική από τον Σταμάτη Κραουνάκη. Εχει γράψει ήδη το κυρίως θέμα, που είναι όλη η παράσταση, ένα θαύμα. Τα σκηνικά είναι της Ζωής Μολυβδά-Φαμέλη. Σε όλο αυτό με έχει βοηθήσει πολύ η Αιμιλία Καρατζούλη, ένας σπάνιος άνθρωπος. Γιατί εγώ μιλάω, παίζω, και η Αιμιλία γράφει, δακτυλογραφεί αντί για εμένα. Είναι γραπτά προφορικός λόγος. Γιατί την ώρα που το λέω, το κρίνω, το αλλάζω, το φορμάρω, το διαγράφω, το ξαναγεννάω. Σαν να γράφω εγώ. Επιπλέον, ενώ είναι ένα ευαίσθητο πλάσμα και μερικές φορές συγκινείται, συγχρόνως έχει και ένα μάτι απ’ έξω που μου λέει “εδώ νομίζω ότι είναι υπερβολή, εδώ είναι πιο συναισθηματικό, κοίταξέ το”. Γιατί είμαι και λίγο σπάταλος – στη ζωή, στα αισθήματα, στα λεφτά».

Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο;

«Το δυσκολότερο είναι να βρω το προσωπικό και να είναι αληθινό. Να τολμήσω να πω την αλήθεια. Το να λες την αλήθεια με ονόματα είναι εύκολο. Το να λες την αλήθεια χωρίς ονόματα συχνά είναι σκληρό, αδυσώπητο. Το να πεις “αγαπάω την τάδε” είναι μια δήλωση. Το να πεις το είδος της αγάπης που έχεις για μια συγκεκριμένη γυναίκα μπορεί να είναι οδυνηρό. Γιατί δεν αγαπάμε έναν άνθρωπο μόνο για τα καλά του. Τον αγαπάμε και για τα άλλα του και δεν ξέρουμε ότι αυτά έχουν και ένα αντίκρισμα μιας δικής μας έλλειψης. Δεν είναι εύκολο. Είναι επώδυνο, αλλά λυτρωτικό. Συχνά έχω αυτολογοκριθεί, όχι σε γεγονότα, σε ουσία αισθημάτων».

Το σκηνικό πώς είναι;

«Σαν το μυαλό ενός ηθοποιού – συρτάρια, βιβλιοθήκες, ένα κρεβάτι, μια πολυθρόνα, ένα γραφείο, ένα καμαρίνι. Θα μπορούσε να είναι σπίτι, θέατρο, τα πάντα. Μαζί έχει και ένα στοιχείο που παύει να είναι ρεαλιστικό και που εισβάλλει μέσα στη σκηνή. Ο ηθοποιός δεν είναι μόνο οι ρόλοι που έχει παίξει. Είναι και αυτός που τους έχει παίξει – αυτό θέλω να κάνω. Να με δουν όπως με βλέπουν οι δικοί μου άνθρωποι – πολύ λίγοι με γνωρίζουν».

Πώς διαχειρίζεστε το Ελεύθερο Θέατρο;

«Δεν έχω πει όλη την αλήθεια ακόμα και δυσκολεύομαι. Είναι πολύ, γιατί είναι αυτό που με έφτιαξε. Θα ήθελα να θίξω κάποιες δύσκολες πλευρές, να έχω το κουράγιο. Το προσπαθώ από την αρχή και όλο το αναβάλλω. Γιατί όποιος σου φέρνει τη μεγαλύτερη χαρά μπορεί να σου φέρει και τη μεγαλύτερη λύπη».

Και κατεβαίνετε στο Υπόγειο;

«Ηθελα ένα θέατρο όπου να είναι γύρω-γύρω μου ο κόσμος, κοντά. Να ψηθεί η παράσταση σε έναν τέτοιο χώρο. Δύο ήταν τα θέατρα, το Καρέζη και το Υπόγειο του Τέχνης. Ε, το Υπόγειο είναι πολύ πιο κοντά…».

Σκέφτεστε αν κάποιοι από αυτούς που αναφέρετε έρθουν να σας δουν;

«Είναι ελάχιστοι. Τους σκέφτομαι. Για άλλους έχω μια έννοια, για άλλους όχι».

Εχετε μια φράση-κλειδί;

«”Δεν προλαβαίνω, δεν θα προλάβω”. Σαν μια αγωνία που την κρύβουμε. Γι’ αυτό και θέλουμε να δουλεύουμε συνέχεια, για να αναβάλλουμε όλο αυτό».

Ο ηθοποιός, παίζοντας τις ζωές άλλων, δεν επιμηκύνει τον χρόνο;

«Γι’ αυτό λέμε συχνά ότι οι ηθοποιοί είναι σαν παιδιά. Δεν πρόλαβαν να ζήσουν τη ζωή τους, ενώ έζησαν τόσες άλλες. Το ρήμα “παίζω” έχει διττή έννοια: παίζω έναν ρόλο, παίζω ένα παιχνίδι».

Τελικά, γιατί το θέατρο ήταν, είναι κάτι τόσο σημαντικό για εσάς;

«Δεν αναρωτήθηκα. Το θεωρώ φυσικό, δεδομένο. Ουδέποτε το αμφισβήτησα. Στις δύσκολες στιγμές μου μπορεί να σκέφτηκα να σταματήσω τη ζωή μου, το θέατρο ποτέ».