Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 διαβάζοντας τον Μπλεκ και τον λοχαγό Μαρκ (ο πρώτος επιχειρούσε στο δάσος του Μέιν και ο δεύτερος είχε ως ορμητήριό του τη λίμνη Οντάριο ενάντια στους στρατιώτες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας) αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε ότι τίποτα, και πολύ περισσότερο η ελευθερία, δε σου δίνεται χωρίς αγώνα.
Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (1775-1783) ή καλύτερα η Αμερικανική Επανάσταση, ήταν η ένοπλη σύγκρουση κατά την οποία οι 13 βρετανικές αποικίες στη Βόρεια Αμερική αποτίναξαν τη βρετανική κυριαρχία και ίδρυσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Μπορεί στα δύο παραπάνω ιταλικά κόμικς η Επανάσταση να αποτυπώνεται με ρομαντισμό αλλά μόνο τέτοια δεν ήταν.
Ακόμη και από τα χρόνια εκείνα, η μουσική και το τραγούδι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Και κοντραρίστηκαν με την εξουσία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι ερυθροχίτωνες στρατιώτες της πάλαι ποτέ Αυτοκρατορίας είχαν δημιουργήσει το τραγούδι «Yankee Doodle» για να κοροϊδέψουν τους εποίκους. Μέσω αυτού χλεύαζαν τους Αμερικανούς ως άξεστους και δειλούς («Yankee» σήμαινε υποτιμητικά ο επαναστάτης και «Doodle» ο χαζός). Οι αμερικανοί επαναστάτες όμως το οικειοποιήθηκαν, άλλαξαν τους στίχους, το μετέτρεψαν σε ύμνο υπερηφάνειας και το τραγουδούσαν καθώς οι Βρετανοί παραδίνονταν στο Γιορκτάουν.
Μπορεί οι Αμερικανοί να απέκτησαν την ελευθερία τους, αλλά δεν ήταν όλοι ελεύθεροι επί αμερικανικού εδάφους. Το Κίνημα Κατά της Σκλαβιάς (Abolitionism), τον 19ο αιώνα, βρήκε διέξοδο στα Spirituals (θρησκευτικά τραγούδια).
Οι αφροαμερικανοί σκλάβοι στις φυτείες του Νότου δημιούργησαν τραγούδια τα οποία περιείχαν κρυφά μηνύματα για απόδραση προς τον ελεύθερο Βορρά. Στα «Go Down, Moses» και «Swing Low, Sweet Chariot» χρησιμοποιήθηκαν βιβλικές ή κωδικοποιημένες οδηγίες διαφυγής μέσω του «Υπόγειου Σιδηροδρόμου» (Underground Railroad) (μυστικό δίκτυο ασφαλών κατοικιών, διαδρομών και υποστηρικτών της κατάργησης της δουλείας που βοήθησε τους αφροαμερικανούς σκλάβους να ξεφύγουν από τη δουλεία σε ελεύθερες Πολιτείες και στον Καναδά). Ο Λούις Αρμστρονγκ συμπεριέλαβε τα δύο παραπάνω τραγούδια το 1958 στο άλμπουμ «Louis and the Good Book».
Η αμερικανική κοινωνία, βαδίζοντας στον δρόμο του καπιταλισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, βίωσε τόσο τη συνειδητοποίηση των εργατών ως τάξης όσο και τη ραγδαία εκβιομηχάνιση για να φθάσουμε στη μεγάλη ύφεση του 1929. Η κοινωνική διαμαρτυρία των εργατών είχε ως απότοκο τη μουσική διαμαρτυρία των εργατικών συνδικάτων μέσω της φολκ.
Ο Γούντι Γκάθρι έγραψε το «This Land Is Your Land» (1940) ως απάντηση στο υπερβολικά πατριωτικό «God Bless America». Στιχουργικά μιλά για την κοινοκτημοσύνη και την ισότητα των τάξεων. Εναν χρόνο νωρίτερα, το «Strange Fruit» της Μπίλι Χόλιντεϊ αποτελεί την τζαζ μπαλάντα-καταγγελία για τα λιντσαρίσματα των μαύρων στον αμερικανικό Νότο. Σύνθεση η οποία θεωρείται η απαρχή του μουσικού κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι τεκτονικές αλλαγές που έφερε «δημιουργούν» Κίνημα Πολιτικών Δικαιωμάτων (Civil Rights Movement, 1950-1960). Η φολκ, η σόουλ, τα μπλουζ και οι δημιουργοί τους αποτελούν την αιχμή του δόρατος για τη μάχη κατά των φυλετικών διακρίσεων. Οι Πιτ Σίγκερ και Τζόαν Μπαέζ έκαναν το «We Shall Overcome», τον ιστορικό ύμνο των διαδηλώσεων. Η μελωδία και οι στίχοι πιστεύεται ότι είναι επηρεασμένοι από τον γκόσπελ ύμνο του Αιδεσιμότατου Τσαρλς Αλμπερτ Τίντλεϊ, του 1900, «I’ll Overcome Some Day». Η δε σύγχρονη εκδοχή διαδόθηκε για πρώτη φορά από τους καπνεργάτες, με επικεφαλής τη Λουσίλ Σίμονς, κατά τη διάρκεια απεργίας εργοστασίου πούρων στη Νότια Καρολίνα το 1945-1946. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ γοητεύτηκε από το τραγούδι και το μουρμούριζε συχνά ενώ αργότερα διακήρυξε δημόσια τη φράση ως σύνθημα συσπείρωσης στις ομιλίες του.
Το «A Change Is Gonna Come» (1964) του Σαμ Κουκ, το εμβληματικό αυτό σόουλ κομμάτι, αποτύπωσε την ελπίδα και τα βάσανα των Αφροαμερικανών για ισότητα. Η Νίνα Σιμόν με το «Mississippi Goddam» δίνει τη δική της οργισμένη απάντηση στη δολοφονία του ακτιβιστή Μέντγκαρ Εβερς και τη βομβιστική επίθεση σε εκκλησία της Αλαμπάμα.
Αντιπολεμικοί ύμνοι
Ο πόλεμος στο Βιετνάμ δεν βρήκε την αμερικανική κοινωνία ενωμένη. Η αντίθεση των νέων στη στρατολόγηση γέννησε το κίνημα των Χίπις (ή μήπως οι Χίπις γέννησαν την αντίθεση των νέων στον πόλεμο;), λεπτή η ισορροπία, αλλά μεταμόρφωσε τη ροκ. Την έκανε κοινωνικό όρο/κίνημα – που δεν υφίσταται στις μέρες μας – αλλά τότε όλα είχαν άλλο νόημα.
Το «Blowin’ in the Wind» (1962) του Μπομπ Ντίλαν, τραγούδι γεμάτο ρητορικά ερωτήματα για τον πόλεμο και την ελευθερία, καθόρισε μια ολόκληρη γενιά. Οι Creedence Clearwater Revival με το «Fortunate Son» (1969) καταγγέλλουν ότι στον πόλεμο στέλνονταν μόνο τα παιδιά των φτωχών, ενώ οι γόνοι των πλουσίων («fortunate sons») γλίτωναν τη θητεία. Ο Τζίμι Χέντριξ βάζει φωτιά στη συντηρητική αμερικανική κοινωνία με τη live παρουσίαση του «Star-Spangled Banner» (Φεστιβάλ Γούντστοκ, Αύγουστος 1969). Στην παραμορφωμένη, ηλεκτρική εκτέλεση του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ, η κιθάρα μιμούνταν τον ήχο των βομβών ως διαμαρτυρία για τη βία του πολέμου. Το ροκ στα καλύτερά του.
Η μουσική βιομηχανία στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 διαπίστωσε ότι η μουσική είναι πολύ περισσότερο από κάτι «φρικιά». Είδαν στα ινδάλματα των νέων πεδίο (οικονομικής) δόξης λαμπρό και δεν το άφησαν να πάει χαμένο. Μουσικοί, τραγουδιστές και συγκροτήματα άρχισαν σιγά-σιγά να χάνουν την αυτονομία τους (καλλιτεχνική) και να μεταμορφώνονται σε μηχανές παραγωγής δολαρίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βγαίνουν αριστουργήματα. Αλλά από την οικοτεχνία, από τη δεκαετία του ’80 και μετά περάσαμε στη βιομηχανία.
Η γέννηση και η γιγάντωση του χιπ χοπ ως περιθωριακό, αλλά και αστικό (με την έννοια του άστεως), μουσικό είδος πήρε τη σκυτάλη για να καταγγείλει την αστυνομική βία (1980-1990). Τα υποβαθμισμένα γκέτο των αμερικανικών μεγαλουπόλεων καταγγέλλουν τη φτώχεια, τα ναρκωτικά και την αστυνομική αυθαιρεσία. Το «Fight the Power» (1989) των Public Enemy αποτελεί κάλεσμα σε ανυπακοή.
Η ώρα του πανκ
Στην άλλη πλευρά, η λευκή νεολαία απέρριψε την εμπορική ροκ και δημιούργησε το πανκ (Ramones). Στις αρχές του ’90, η απομόνωση των νέων στα βορειοδυτικά (Σιάτλ) γέννησε το Γκραντζ (Nirvana), επαναφέροντας την ακατέργαστη ροκ στο προσκήνιο.
Στη δεκαετία του 2000, η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ πυροδότησε ένα κύμα αντιπολεμικών διαδηλώσεων, το οποίο εκφράστηκε μέσα από την εναλλακτική ροκ σκηνή. Οι Green Day στο «American Idiot» (2004) «επιτίθενται» στην κυβέρνηση, στα ΜΜΕ και στην παράνοια της μετά 9/11 Αμερικής.
Η ποπ/Ballroom Culture, παρούσα στα LGBTQ+ δικαιώματα της τρανς κοινότητας, στηρίχθηκε μαζικά από την ποπ βιομηχανία. Τη Lady Gaga με το «Born This Way» (2011) την αγκάλιασε η queer κοινότητα ενώ οι Macklemore & Ryan Lewis με το «Same Love» (2012) παρουσίασαν ένα από τα πρώτα mainstream hip-hop κομμάτια που τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ του γάμου ομοφύλων. Ας μη γελιόμαστε όμως, η μουσική δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί να συνδεθεί με αυτόν, να τον καταγράψει, να τον ομορφύνει, να τον κριτικάρει, αλλά μέχρι εκεί. Τα υπόλοιπα επαφίενται στους ακροατές.



