Ο Μάικλ Λιντ, καθηγητής στο Lyndon B. Johnson School of Public Affairs (Πανεπιστήμιο του Τέξας – Οστιν), έχει συγγράψει επιδραστικά βιβλία για τον νέο αμερικανικό εθνικισμό (The Next American Nation, 1995) και τη σύγχρονη μορφή ταξικής σύγκρουσης (The New Class War, 2020).
Εξέθεσε στο «Βήμα» ερμηνευτικά κλειδιά για μια περιοδολόγηση της αμερικανικής ιστορίας με βάση τη διαπάλη ελίτ – μη προνομιούχων και Βορρά – Νότου, καταλήγοντας στη σημασία του «οικονομικού εθνικισμού» για το μέλλον.
Πώς εξελίχθηκαν οι ταξικές συγκρούσεις στην αμερικανική ιστορία;
«Στη δεκαετία του 1770 το μεγαλύτερο μέρος του αμερικανικού πληθυσμού αποτελείτο από βρετανούς και άλλους ευρωπαίους ελεύθερους αγρότες, ενώ ένα πέμπτο περίπου ήταν αφροαμερικανοί σκλάβοι. H Αμερικανική Επανάσταση, όπως και οι λατινοαμερικανικές, εξηγούνται περισσότερο με όρους συγκρούσεων μεταξύ των ελίτ. Η βρετανική αυτοκρατορική ελίτ προκαλούσε απέχθεια στις αποικιοκρατικές ελίτ των ΗΠΑ, που είχαν διπλό χαρακτήρα: στη Νέα Αγγλία κυριαρχούσαν Πουριτανοί/Κογκρεσιοναλιστές, που αποσχίστηκαν από Αγγλικανούς. Οι Πουριτανοί απεχθάνονταν τις δουλοκτητικές ελίτ του Νότου, που ήταν συντηρητικές, φιλομοναρχικές και φιλο-Αγγλικανικές, φέροντας το παρωνύμιο “cavaliers” (σ.σ.: σημαίνει “ιππότες”, αλλά και “φιλομοναρχικοί”). Οι διαφορές μεταξύ Βορείων και Νοτίων ήταν τόσο μεγάλες, ώστε χρειάστηκε μια απολύτως καταστροφική διαχείριση από τον άγγλο πρωθυπουργό Λόρδο Φρέντερικ Νορθ, αλλά και η γαλλική συνδρομή, προκειμένου να επιτευχθεί ο αμερικανικός συνασπισμός Βορείων και Νοτίων».
Ποιο είναι το πλαίσιο των διαφορών μεταξύ Βορείων και Νοτίων;
«Αν οι συγκυρίες ήταν λίγο διαφορετικές, λ.χ. αν ο Καναδάς είχε επαναστατήσει επίσης ή αν είχαν εξελιχθεί διαφορετικά ο πόλεμος του 1812 και ο Αμερικανικός Εμφύλιος, θα είχαμε τρεις-τέσσερις αγγλόφωνες χώρες αντί για δύο (ΗΠΑ – Καναδά). Οι μεγάλες πολιτιστικές διαφορές Βορρά – Νότου εξερράγησαν στον εμφύλιο, όπου η δουλεία ήταν απλώς αφορμή. Πέρα από το συναρπαστικό “what if” σενάριο πολλαπλών αγγλόφωνων κρατών, χρειάζεται να καταλάβουμε πόσο λίγο “Ενωμένες” ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να κατανοήσουμε τον διχασμό ως το 1960 ή και σήμερα: στο μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής Ιστορίας υπήρχε ένα βόρειο κόμμα (Εθνικοί Ρεπουμπλικανοί/Whigs/Ρεπουμπλικανοί) και ένα νότιο (Τζεφερσονιανοί Ρεπουμπλικανοί/Δημοκρατικοί Ρεπουμπλικανοί/Δημοκρατικοί), που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα των αντίστοιχων ελίτ, οι οποίες επεκτείνονταν αμφότερες προς τα δυτικά. Οι άποικοι της Νέας Αγγλίας μετακινήθηκαν προς τα δυτικά, σε Μεγάλες Λίμνες, Ιλινόις και ως Ειρηνικό και Καλιφόρνια. Οι Νότιοι μετακινήθηκαν αντιστοίχως σε Αλαμπάμα, Λουιζιάνα, Αρκάνσας μέχρι Τέξας».
Ποιο είναι το κλειδί για να καταλάβουμε την αμερικανική ιστορία;
«Tουλάχιστον ως το 1960 είναι απλό: η ελίτ κάθε περιοχής (Βορράς – Νότος) προσπαθούσε να υπονομεύσει την ελίτ στην αντίπαλη περιοχή, συμμαχώντας με τους εκεί μη προνομιούχους: Δηλαδή η νότια ολιγαρχική, γαιοκτητική και δουλοκτητική ελίτ, που ήλεγχε τις φυτείες, συμμαχούσε με ιρλανδούς και Καθολικούς μετανάστες-προλετάριους του Βορρά. Αντιστρόφως, οι βόρειοι φεντεραλιστές υποστήριξαν τους Αφροαμερικανούς του Νότου, για την κατάργηση της δουλείας. Στον Νότο η παντοδυναμία του Δημοκρατικού Κόμματος ήταν απόλυτη· ως το 1960 ψήφιζαν ουσιαστικά μόνο οι μεσαίες τάξεις λευκών. Στον Βορρά οι ευρωπαίοι μετανάστες, με ηγέτες τους Ιρλανδο-αμερικανούς, εγκατέστησαν πολιτικούς μηχανισμούς στις μεγάλες πόλεις. Το ερμηνευτικό κλειδί εξηγεί πολλά: λ.χ. το 1960, ο Δημοκρατικός Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, από ιρλανδική Καθολική οικογένεια της Βοστώνης, συμμαχεί με έναν Νότιο Τεξανό, τον Λίντον Τζόνσον, ενώ ο Ρεπουμπλικανός Ρίτσαρντ Νίξον είναι από την Καλιφόρνια».
Μετά το 1960 τι συνέβη;
«Το σκηνικό αλλάζει άρδην το 1960 με το κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων που ολοκληρώνει τη μετατροπή των ΗΠΑ σε ενιαίο ομοσπονδιακό έθνος-κράτος. Η διαδικασία είχε ξεκινήσει με το New Deal (1933), που χρησιμοποίησε ομοσπονδιακή δύναμη προκειμένου να εκβιομηχανίσει και να αστικοποιήσει τον αμερικανικό Νότο-Δύση. Χρειάστηκε όμως ενιαίο ομοσπονδιακό καθεστώς πολιτικών δικαιωμάτων για να παταχθεί ο ρατσισμός και να συγκροτηθεί ενιαία εθνική κοινωνία, δηλαδή για να έχουμε πρώτη φορά “ενωμένες” Ηνωμένες Πολιτείες.
Η εξέλιξη ολοκληρώθηκε στις δεκαετίες 1970-1980, με αποτέλεσμα αλλαγή μοντέλου: η σημαντική διαχωριστική γραμμή δεν είναι πλέον Βορράς εναντίον Νότου, αλλά μια πρωτοφανής πανεθνική ταξική πάλη. Στο έργο “The New Class War” την αναλύω ως παραπλήσια με των ευρωπαϊκών χωρών. Εχουμε αφενός αστικές επαγγελματικές ελίτ, που τείνουν προς τα “αριστερά”, με μια νέα σημασία του όρου, ή “κεντροαριστερά” (ευρωπαϊκή ορολογία) και, αφετέρου, μια λαϊκιστική δεξιά, η οποία βασίζεται στη λευκή εργατική τάξη στην περιφέρεια, αλλά όχι στους μετανάστες. Η αμερικανική πολιτική πλησίασε έτσι πρωτοφανώς στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα, ενώ η Ευρώπη εξαμερικανίστηκε γενόμενη τόπος υποδοχής μαζικής μετανάστευσης.
Μέχρι το 1965 οι ΗΠΑ διέθεταν ρατσιστικό αντιμεταναστευτικό νόμο που καθιστούσε δυσχερή τη μη λευκή μετανάστευση, ώστε οι μετανάστες ήταν βασικά Ευρωπαίοι. Η εντόνως πολυφυλετική μετανάστευση είναι πρόσφατη. Μια σχετική εξέλιξη ήταν ότι οι ΗΠΑ εξευρωπαΐστηκαν και υπό την έννοια ότι έγιναν μια κοινωνία θρησκευτικώς αδιάφορη. Στους κυρίως Προτεστάντες (Μεθοδιστές, Λουθηρανούς, Επισκοπιανούς, Πρεσβυτεριανούς, Βαπτιστές), οι νεότερες γενιές δεν εκκλησιάζονται ή δεν πιστεύουν όπως παλιά. Υπάρχει σύγκλιση ΗΠΑ και Ευρώπης με πολυφυλετικούς πληθυσμούς, αύξουσα εκκοσμίκευση, παρακμή του Χριστιανισμού, νέους ταξικούς διαχωρισμούς μεταξύ αφενός των μορφωμένων ελίτ στα αστικά κέντρα, αφετέρου της εργατικής τάξης αυτοχθόνων και μεταναστών».
Πώς βλέπετε το μέλλον των ταξικών διαιρέσεων;
«Oι ανώτερες τάξεις θα επικρατούν, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ακμαίοι θεσμοί που να υποστηρίζουν τις εργατικές τάξεις, όπως κόμματα με μαζική συμμετοχή, συνδικάτα ή και Εκκλησίες. Σήμερα έχουμε δημοκρατία διασημοτήτων, όπου τα κόμματα δεν είναι υπεύθυνες οργανώσεις μαζικής συμμετοχής εργαζομένων αλλά απλά “brand names” για να ανέρχονται σελέμπριτι στην εξουσία, μεγιστάνες όπως ο Τραμπ ή σταρ όπως ο Σβαρτσενέγκερ. Μόνο 6% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα είναι οργανωμένοι σε συνδικάτα, ενώ παλιότερα το ένα τρίτο. Τα διακυβεύματα κρίνονται σε συγκρούσεις εντός των ελίτ, δηλαδή των ελίτ διαφορετικών βιομηχανικών συμφερόντων, εθνικών ή θρησκευτικών ομάδων. Στις ΗΠΑ έχουμε σήμερα ελιτίστικη δημοκρατία, όπως στην παρακμή της ρωμαϊκής δημοκρατίας».
Σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο;
«Αναπτύσσεται οικονομικός εθνικισμός που αντιβαίνει στην ιδρυτική κουλτούρα των Αγγλοαμερικανών εναντίον των φόρων και της κεντρικής κυβέρνησης. Ενώ σε άλλες καπιταλιστικές κοινωνίες η εκβιομηχάνιση έγινε από τα πάνω (Γερμανία Μπίσμαρκ/Ιαπωνία Μεϊτζί), στις ΗΠΑ δεν είχαμε ποτέ ένα τόσο ισχυρό ενιαίο έθνος ώστε να συμπηχθούν κραταιές κεντρικές κυβερνήσεις που να επιβάλλουν εκσυγχρονισμό από τα πάνω. Στις ΗΠΑ η εκβιομηχάνιση και ο οικονομικός εθνικισμός δικαιολογούνταν πάντα με όρους εθνικής άμυνας και ασφάλειας. Το 1791 ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, υπουργός Οικονομικών του Τζορτζ Ουάσιγκτον, υποστήριξε ότι για λόγους εθνικής ασφάλειας πρέπει να παράγουμε το δικό μας ατσάλι, όπλα κ.ο.κ. αντί να εξαρτιόμαστε από τη Γαλλία. Σήμερα, τον ρόλο-φόβητρο παίζει η Κίνα. Λίγες μόνο κυβερνήσεις πριν, επί Κλίντον ή Μπους πρεσβυτέρου, η Κίνα εθεωρείτο γιγαντιαίο Μεξικό που απλώς παρέχει φθηνό εργατικό δυναμικό. Σήμερα, ως ΗΠΑ δεν σκεφτόμαστε με όρους ελευθέρων αγορών, αλλά με όρους στρατιωτικού ανταγωνισμού και ακολουθούμε προστατευτισμό στις βιομηχανίες μας λόγω του ότι δεν μπορεί λ.χ. το αμερικανικό Πεντάγωνο να βασίζεται στους κινέζους κατασκευαστές και εφοδιαστικές αλυσίδες. Διεθνώς, βρισκόμαστε σε εποχή όπου τα ισχυρά έθνη με μεγάλο και νεανικό πληθυσμό θα κυριαρχήσουν. Από αυτή την άποψη βλέπω μια τριάδα ΗΠΑ-Κίνας-Ινδίας να είναι οι πιο δυναμικές χώρες».



