Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ουάσιγκτον, Ανταπόκριση Πέτρος Κασφίκης

Για χρόνια η εικόνα της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον παρέπεμπε σε ένα μαύρο πρόβατο που μπορεί να ήταν ενοχλητικό αλλά δεν έπαυε να είναι χρήσιμο. Πλέον, εν όψει της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα την ερχόμενη Τρίτη και Τετάρτη, η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως. Στα μάτια της αμερικανικής διπλωματίας η Τουρκία φαντάζει χώρα-πρότυπο. Τόσο ώστε ο αμερικανός πρέσβης στο ΝΑΤΟ Μάθιου Γουίτακερ να καλεί τους συμμάχους να γίνουν «περισσότερο σαν την Τουρκία», ακολουθώντας το παράδειγμα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.

Στην Αγκυρα θα μετρηθεί η πρόοδος που έχει σημειωθεί μετά τη Χάγη, όπου οι σύμμαχοι δεσμεύθηκαν τον Ιούνιο του 2025 να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Για την Ουάσιγκτον το ζητούμενο δεν είναι πια μόνο ποιος πληρώνει περισσότερα. Είναι ποιος μπορεί να παράγει περισσότερα και γρηγορότερα.

Ακριβώς εκεί πατάει το νέο αφήγημα για την Τουρκία. Μέσα από δηλώσεις αξιωματούχων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, αλλά και μέσα από τη συζήτηση που καλλιεργείται σε think tanks της Ουάσιγκτον, η Αγκυρα προβάλλεται ως παράδειγμα αμυντικής βιομηχανικής ισχύος.

Η χώρα που για χρόνια βρίσκεται αποκλεισμένη από το πρόγραμμα των F-35 λόγω των S-400, εμφανίζεται τώρα ως σύμμαχος που διαθέτει τις παραγωγικές δυνατότητες τις οποίες χρειάζεται επειγόντως το ΝΑΤΟ, έχοντας αναπτύξει εργοστάσια, ναυπηγεία, drones και πυρομαχικά.

Τα «δώρα» του Τραμπ προς τον Ερντογάν

Αν ο τούρκος πρόεδρος έχει μια λίστα επιθυμιών που θα ήθελε να ικανοποιήσουν οι ΗΠΑ, φαίνεται ότι πλέον μπορεί να διαγράψει ακόμη ένα αίτημα. Ο λόγος είναι ότι από τον γνώριμο καναπέ στο Οβάλ Γραφείο, ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι θα φτάσει στην Ακυρα για τη σύνοδο του ΝΑΤΟ με ένα «μεγάλο δώρο».

Σχεδόν την ίδια στιγμή, από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έφευγε προς το Κογκρέσο η επίσημη επιστολή που ανακοίνωνε την πρόθεση να πουληθούν στην Τουρκία οι κινητήρες της General Electric (GE) που είναι απαραίτητοι για την ανάπτυξη του KAAN, του πρώτου μαχητικού αεροσκάφους τουρκικής παραγωγής.

Η ικανοποίηση του συγκεκριμένου αιτήματος δεν αποτελεί απλώς μια κίνηση καλής θέλησης. Αντιθέτως, έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από πολιτικές νίκες που οι ΗΠΑ έχουν προσφέρει απλόχερα στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Αν κάποιος ανατρέξει στους βασικούς πονοκεφάλους που είχε ο τούρκος πρόεδρος στην Ουάσιγκτον, θα δει ότι έχουν αρχίσει ένας-ένας να γίνονται παρελθόν. Πρώτοι και κυριότεροι οι κούρδοι μαχητές στη Βόρεια Συρία, που αφέθηκαν στο έλεος των δυνάμεων του προέδρου Αχμεντ αλ Σαράα, ο οποίος λίγο αργότερα πέρασε το κατώφλι του Λευκού Οίκου, με τον τούρκο υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν στο πλευρό του, για να φύγει έχοντας εξασφαλίσει την άρση των αμερικανικών κυρώσεων.

Σειρά πήρε η υπόθεση της τουρκικής τράπεζας Halkbank, η οποία κατηγορούνταν για παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων εναντίον του Ιράν. Παρά τις αποφάσεις της αμερικανικής Δικαιοσύνης που είχαν ανοίξει τον δρόμο για την εκδίκαση της υπόθεσης, η κυβέρνηση Τραμπ φρόντισε να την εξαφανίσει από τον χάρτη. Και όλα αυτά, που υπό άλλες συνθήκες θα είχαν προκαλέσει πολιτικές αναταράξεις στην Ουάσιγκτον, πέρασαν στα ψιλά χωρίς ο Λευκός Οίκος να υποστεί το παραμικρό πολιτικό κόστος.

Πλέον με το θέμα των κινητήρων να θεωρείται ουσιαστικά τελειωμένο, το ενδιαφέρον στρέφεται στα F-35 που από ό,τι φαίνεται είναι η τελευταία μεγάλη επιθυμία που ο πρόεδρος Ερντογάν περιμένει να ικανοποιηθεί.

Κινητήρες και F-35: Δύο διαφορετικές υποθέσεις

Η αλήθεια είναι ότι η πώληση των κινητήρων για τα μαχητικά KAAN δεν συναντά στο Κογκρέσο τις αντιδράσεις που προκαλούν τα F-35, καθώς πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά θέματα από νομική και πολιτική σκοπιά.

Σε νομικό επίπεδο, οι κινητήρες της GE δεν υπόκεινται στους περιορισμούς των κυρώσεων CAATSA και της τροπολογίας του Νομοσχεδίου για τον Αμυντικό Προϋπολογισμό (NDAA) που ρυθμίζουν αυστηρά την υπόθεση των F-35. Η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται μάλιστα να είναι ιδιαίτερα προσεκτική στην τεχνική διαδικασία με την οποία θα διεκπεραιωθεί η πώληση ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τηρείται κατά γράμμα η αμερικανική νομοθεσία.

Σε πολιτικό επίπεδο οι κινητήρες, που είναι παλαιότερης γενιάς, στα μάτια του Κογκρέσου δεν προσφέρουν συγκριτικό πλεονέκτημα στην Τουρκία και επομένως δεν θεωρούνται θέμα με το οποίο πρέπει να υπάρξει μετωπική αντιπαράθεση με τον Λευκό Οίκο. Αυτό φάνηκε στη στάση που τήρησαν τα τρία από τα τέσσερα ηγετικά στελέχη των αρμόδιων επιτροπών στη Βουλή και τη Γερουσία, καθώς τόσο ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής Μπράιαν Μαστ όσο και ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας Τζιμ Ρις μαζί με την επικεφαλής της μειοψηφίας Τζιν Σαχίν παραμέρισαν τις αρχικές επιφυλάξεις τους και έδωσαν το πράσινο φως.

Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε ο κορυφαίος Δημοκρατικός της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, Γκρέγκορι Μικς, ο οποίος μέχρι στιγμής παραμένει αντίθετος στην πώληση, καθώς, όπως επιμένει, δεν είχε λάβει από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ την προβλεπόμενη ενημέρωση για τη σκοπιμότητα της συγκεκριμένης κίνησης.

Για τον Λευκό Οίκο, επομένως, πρόκειται για την πιο εύκολη πολιτική παραχώρηση, όπως τη χαρακτήρισε η αναλύτρια Γκιόνουλ Τολ της δεξαμενής σκέψης Middle East Institute, μια κίνηση που επιτρέπει στον πρόεδρο Τραμπ να μη φτάσει στην Αγκυρα με άδεια χέρια, αλλά και χωρίς να έχει υποχωρήσει στο θέμα των F-35.

Η υπόθεση των F-35 θεωρείται σημαντικά διαφορετική από εκείνη των κινητήρων, τόσο λόγω των αυστηρών νομικών περιορισμών όσο και λόγω της έντονης αντίθεσης του Κογκρέσου. Ωστόσο, η πώληση των κινητήρων για τα KAAN αντιμετωπίζεται στο Καπιτώλιο ως κρίσιμο τεστ που θα δείξει μέχρι πού είναι διατεθειμένο να φτάσει το Κογκρέσο, εάν η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρήσει μια λύση που θα διευθετεί τυπικά, αλλά όχι ουσιαστικά, το ζήτημα των S-400.

Με αυτό το δεδομένο, η Δημοκρατική βουλευτής της Νεβάδα Ντίνα Τάιτους αντέδρασε αμέσως, με δύο κινήσεις. Πρώτα έστειλε επιστολή στην ηγεσία της Βουλής, ζητώντας άμεση αντίδραση με όλα τα διαθέσιμα νομοθετικά μέσα σε περίπτωση που η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρήσει να προχωρήσει με το θέμα των F-35. Στη συνέχεια, κατέθεσε κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας για την πώληση των κινητήρων, σε μια προσπάθεια να σταλεί μήνυμα πολιτικής αποφασιστικότητας προς τον Λευκό Οίκο.

Η διαφορά των δύο κινήσεων δεν είναι τυχαία. Επειδή τα F-35 υπόκεινται στο καθεστώς των κυρώσεων CAATSA, μόνο ο ηγέτης της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων Στιβ Σκαλίζ και ο ηγέτης της δημοκρατικής μειοψηφίας Χακίμ Τζέφρις έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν μια πιθανή πώληση των F-35. Αντιθέτως, για το θέμα των κινητήρων κάθε νομοθέτης μπορεί να επιδιώξει να μπλοκάρει την πώληση, δυνατότητα που η Τάιτους αξιοποίησε με το ψήφισμά της.

Οι κινήσεις αυτές, όμως, έφεραν στο φως σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών βουλευτών, σπάζοντας για πρώτη φορά δημόσια την εικόνα του αρραγούς μετώπου που η ομάδα ελληνικών υποθέσεων παρουσίαζε στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Οι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές Γκας Μπιλιράκης και Νικόλ Μαλλιωτάκη δεν στήριξαν καμία από τις δύο πρωτοβουλίες της Τάιτους. Η αποχή τους ενδέχεται να αντανακλά τον δισταγμό να συνταχθούν με Δημοκρατική βουλευτή απέναντι σε έναν πρόεδρο που έχει δείξει ότι δεν ανέχεται αντιρρήσεις. Αντ’ αυτού, προτίμησαν να εκδώσουν κοινή ανακοίνωση με τους Ελληνοαμερικανούς βουλευτές Μάικ Χαριδόπουλο και Τζίμη Πατρόνη, των οποίων την υποψηφιότητα είχε στηρίξει προσωπικά ο πρόεδρος Τραμπ στη Φλόριντα.

Οι ρωγμές στο μέτωπο των ελληνικών θέσεων φάνηκαν όταν η Τάιτους πέρασε στην αντεπίθεση, καλώντας τη Μαλλιωτάκη να στηρίξει με την υπογραφή της τις πρωτοβουλίες για τα F-35, σε μια κίνηση που συνιστά την πρώτη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ ελληνοαμερικανών βουλευτών για τέτοιο θέμα.

Σύμφωνα πάντως με πληροφορίες του «Βήματος», ειδικά η πλευρά Μπιλιράκη επιμένει ότι θα αξιοποιηθούν οι δίαυλοι επικοινωνίας που υπάρχουν με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον υπουργό Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ ώστε τα σωστά μηνύματα να φτάσουν εκεί που πρέπει.

Ο «ατζέντης» της Τουρκίας και οι εταιρείες λόμπι

Πολλά μπορούν να γραφτούν για την επιρροή της ομογένειας, τη στρατηγική της Αθήνας και τον ρόλο των εταιρειών λόμπι. Ομως, σε μια κυβέρνηση που λειτουργεί με τη λογική του κλειστού κύκλου και όχι των θεσμών, μια τέτοια ανάλυση δεν δίνει την πλήρη εικόνα.

Σε αυτό το νέο τοπίο, όλοι στην Ουάσιγκτον φαίνεται να συμφωνούν ότι ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αγκυρα Τομ Μπάρακ, ένας από τους ανθρώπους με την καλύτερη πρόσβαση στον Τραμπ, έχει εξελιχθεί στον πιο αποτελεσματικό «ατζέντη» των τουρκικών θέσεων, παρότι η Τουρκία διατηρεί συμβόλαια με τουλάχιστον τρεις εταιρείες λόμπι στην αμερικανική πρωτεύουσα.

Πηγές στο Καπιτώλιο που μίλησαν στο «Βήμα» αποκαλύπτουν ότι ο Μπάρακ καλλιεργεί συστηματικά τις επαφές του με νομοθέτες και των δύο κομμάτων. Οπως σημειώνουν, πρόκειται για προσωπικότητα κοινής αποδοχής, καθώς τόσο οι Ρεπουμπλικανοί όσο και οι Δημοκρατικοί εκτιμούν ότι παρήγαγε αποτελέσματα στο ιδιαίτερα δύσκολο μέτωπο της Συρίας. Ακόμη και οι γίγαντες του αμερικανικού εβραϊκού λόμπι, όπως η AIPAC, βρήκαν τοίχο όταν έβαλαν στο στόχαστρο τον Μπάρακ και κυκλοφόρησαν επιστολή στο Κογκρέσο για τη συλλογή υπογραφών. «Είναι θλιβερό το πόσο λίγοι Ρεπουμπλικανοί συνυπέγραψαν την επιστολή. Ολοι γνωρίζουν ότι ο Μπάρακ είναι ο αγαπημένος πρέσβης του Τραμπ και όλοι φοβούνται την αντίδρασή του» παρατηρούσε ανώτερο στέλεχος του φιλοϊσραηλινού λόμπι.

Από τη δική της πλευρά, η Ελλάδα έκρινε σκόπιμο να επιστρατεύσει τις υπηρεσίες της εταιρείας λόμπι BGR, ώστε να διαθέτει μια επιπλέον δικλίδα ασφαλείας σε ένα τοπίο που γινόταν ξανά αχαρτογράφητο με την επιστροφή του Τραμπ. Ωστόσο, στις δύο μεγάλες προτεραιότητες της Αθήνας, η συμβολή της BGR δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να έχει κάνει τη διαφορά. Ο επόμενος Στρατηγικός Διάλογος Ελλάδας – ΗΠΑ παραμένει σε εκκρεμότητα, ενώ η σύγκληση του σχήματος 3+1 σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών δεν έχει δρομολογηθεί.

Το ίδιο ισχύει και για το υπ’ αριθμόν ένα νομοσχέδιο ελληνικού ενδιαφέροντος, το EastMed Gateway Act, για το οποίο από ό,τι φαίνεται δεν ζητήθηκαν καν οι υπηρεσίες της BGR. Η επιτυχημένη νομοθετική πορεία του μέχρι στιγμής οφείλεται κυρίως στις προσπάθειες της ομογενειακής οργάνωσης HALC.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η BGR δεν έχει προσφέρει. Στα θετικά της προσμετράται ότι γνωρίζει καλά το παρασκήνιο της Ουάσιγκτον και μπορεί να δώσει χρήσιμη εικόνα. Επίσης, στην εταιρεία πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό η σχέση με τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Ρότζερ Γουίκερ, πρόεδρο της ισχυρής Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, και οι επισκέψεις του στην Ελλάδα.

Πρόσωπα που έχουν σταδιοδρομήσει για χρόνια στον χώρο του λόμπι στην Ουάσιγκτον εξηγούν στο «Βήμα» ότι υπάρχει και ένα θέμα ρεαλιστικών προσδοκιών: οι εταιρείες σπάνια παράγουν από μόνες τους «πολιτικές νίκες».

Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι στη σημερινή συγκυρία, πιο αποδοτική στρατηγική θα ήταν ίσως ένας διαφορετικός συνδυασμός: μία ή δύο μικρές εταιρείες, με πολύ συγκεκριμένη εξειδίκευση στο Κογκρέσο, μαζί με μια μεσαίου μεγέθους εταιρεία με πραγματική πρόσβαση στον στενό πολιτικό κύκλο του Τραμπ. «Η Ουάσιγκτον είναι μικρό μέρος. Υπάρχουν δυο-τρεις εταιρείες που έχουν σήμερα αυτού του είδους την πρόσβαση» σημειώνει πρόσωπο με γνώση της αγοράς επιρροής στην αμερικανική πρωτεύουσα.

Υπάρχει πρόοδος με την πώληση των F-35;

Το ερώτημα είναι σε ποιο σημείο βρίσκεται πραγματικά η υπόθεση των F-35. Κάποιοι στην Ουάσιγκτον ανησυχούν, θεωρώντας την πώληση των κινητήρων ως το πρώτο βήμα με το οποίο ο Λευκός Οίκος τεστάρει τις αντιδράσεις στο Κογκρέσο.

Αυτοί στέκονται στη δήλωση του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς ότι η κυβέρνηση έχει δώσει εντολή στο Πεντάγωνο να εξετάσει πώς μπορεί να γίνει τεχνικά η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα. Αλλοι κάνουν λόγο για υπερβολικές εκτιμήσεις.

Υπενθυμίζουν ότι ο Βανς φρόντισε να προσθέσει πως η τελική απόφαση εναπόκειται στο Κογκρέσο και ότι η επίμαχη εντολή είχε δοθεί ήδη από την αρχή της δεύτερης θητείας Τραμπ. Παρά τα όσα διαμηνύει ο Μπάρακ, έκτοτε δεν έχει σημειωθεί απτή πρόοδος.

Πηγές από το Καπιτώλιο που μίλησαν στο «Βήμα» επιμένουν ότι δεν πρόκειται να δεχθούν εναλλακτικές νομικές ερμηνείες που θα δίνουν τυπική λύση στο θέμα των S-400. Οταν ξεκίνησε η μάχη για τα F-35, η βασική προσδοκία ήταν να κερδηθεί χρόνος.

Ο άτυπος συνασπισμός που στήριξε την εκστρατεία περιλάμβανε την ελληνοαμερικανική κοινότητα και τους νομοθέτες στο Κογκρέσο, την ελληνική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον, οργανώσεις της αρμενικής και ινδικής ομογένειας, αλλά και το φιλοϊσραηλινό λόμπι για το οποίο η προοπτική μιας Τουρκίας με μαχητικά πέμπτης γενιάς συνιστά κόκκινη γραμμή.

Αν όμως το ζήτημα των F-35 έχει πράγματι μετατραπεί σε προσωπική απόφαση του Τραμπ, τότε κανένα ψήφισμα και καμία στρατηγική λόμπι δεν φτάνει εκεί όπου θα κριθεί πλέον η υπόθεση. Αυτό δεν ακυρώνει την προσπάθεια του άτυπου συνασπισμού. Ορίζει, απλώς, το ταβάνι της.