Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Δεν ξέρω γιατί, ενώ η παράσταση είχε αρχίσει και οι σκιές των Βακχών έτρεμαν χορεύοντας πάνω στα δέντρα της Επιδαύρου, δεν ξέρω γιατί εγώ σκεφτόμουν τον υποψήφιο για βουλευτή στην εκλογική περιφέρεια του Κλάκτον-ον-Σι του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Count Binface.

Τον διαγαλαξιακό πολεμιστή με μπέρτα και κράνος-σκουπιδοτενεκέ, τον μόνο αντίπαλο του Νάιτζελ Φάρατζ στις αναπληρωματικές εκλογές. Εκλογές που ο ίδιος ο Φάρατζ προκάλεσε με την παραίτησή του, διεκδικώντας εκ νέου την ψήφο των πολιτών μιας περιφέρειας στην οποία δεν ζει καν, ύστερα από το σκάνδαλο των πέντε εκατομμυρίων στερλινών στο οποίο ενεπλάκη. Πρόκειται για σάτιρα, φυσικά.

Ο Count Binface δεν είνα

ι πράγματι διαγαλαξιακός πολεμιστής. Είναι κωμικός. Αλλά είναι πράγματι ο μόνος αντίπαλος του Νάιτζελ Φάρατζ, αφού κανένα άλλο κόμμα δεν δέχθηκε να κατεβάσει υποψήφιο στις εκλογές. Το χρώμα πάνω από τους λόφους και τον κάμπο, κάθε χρόνο, το κόκκινο στον ουρανό πάνω από το αρχαίο θέατρο, η θέα, η ίδια θέα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα είναι πάντα καλύτερη παράσταση από κάθε παράσταση, κι όμως εγώ σκεφτόμουν τη μόνη ελπίδα της Βρετανίας, τον σκουπιδοτενεκέ από το Διάστημα.

Eνα συνειρμικό ταξίδι, ίσως, ξεκινώντας από τον κωμωδό Ευριπίδη. Ή από το τραγίσιο τριχωτό κεφάλι που φορούσε μπαίνοντας στη σκηνή ο θεός Διόνυσος. Ή από την απελπισία στη θέα μιας αρχαιότητας που πάντα στέκει πολύ ψηλή, όπως τη βλέπεις από τις κοιλάδες ενός γελοίου παρόντος. Γελοιότητα που μόνο το παλιό, καλό βρετανικό χιούμορ θα μπορούσε να συμπυκνώσει.

Πέντε άτομα, μια παρέα, στριμωγμένα στο αμάξι, πλησιάζοντας το θέατρο. Oλοι λίγο πριν ή λίγο μετά τα τριάντα, λίγο πριν από τον Αύγουστο. Είναι ακόμα μέρα.

«Τα ίδια βλέπανε οι αρχαίοι όταν πήγαιναν στο θέατρο;».

«Ε, πάνω κάτω τα ίδια θα βλέπανε».

«Πάντα μου άρεσε αυτή η διαδρομή».

«Το τοπίο;».

«Ή ίσως το ότι είναι πάντα πριν από την παράσταση πάντα απόγευμα, πάντα καλοκαίρι».

«Στις ίδιες αλάνες πάρκαραν οι αρχαίοι τα άρματά τους;».

Φυσικά, ακόμα γελοιότερο είναι το να δοξάζεις ή να κλαις την αρχαιότητα, λες και ήταν ο τελευταίος έντιμος και πια νεκρός σου συγγενής, λες και υπάρχει κάποιο πεπρωμένο (ή κάποια αλυσίδα) που σας ένωνε και που πια κουβαλάς μόνος.

«Πάντως, το τοπίο είναι το θέμα. Δεν μπορεί η γεωγραφία να μην παίζει ρόλο. Δεν γίνεται να ζεις κοιτώντας την ίδια κορυφογραμμή, τα ίδια χρώματα με κάποιον δυόμισι χιλιάδες χρόνια προγενέστερο και να μην υπάρχει κάτι να σας συνδέει».

«Και η γλώσσα; Τις ίδιες λέξεις έχουμε».

«Να, βλέπεις; Μου φαίνεται κάπως περίεργο που θα είναι στα αγγλικά η παράσταση».

«Είδατε ότι πέθανε το παιδί που πυροβόλησαν στο Αργος;»

Τα μεσάνυχτα, σε ένα τραπέζι στην Αρχαία Επίδαυρο, τρώμε σουβλάκια και διαπραγματευόμαστε την ορθή χρήση των αρχαίων έργων. Αν μη τι άλλο, τα έργα στην Επίδαυρο πατούν σε οικείο έδαφος, σε χώμα δικό τους. Πρόκειται περί νόστου. Εμείς, από την άλλη, μοιάζουμε κάπως ξέμπαρκοι. Εξίσου ξέμπαρκοι με την ξελιγωμένη οικογένεια Γερμανών που περιμένει στωικά να παραγγείλει στο διπλανό τραπέζι. Σαν εμείς να μην έχουμε να σταθούμε πουθενά. Πέντε άτομα, λίγο πριν λίγο μετά τα τριάντα, ζώντας στη χώρα του Ευριπίδη, που παραπονιέται γιατί δεν της δόθηκε έστω ένα ρολάκι να παίξει στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν.

«Διαβάζω ειδήσεις εμμονικά, κάθε μέρα. Νιώθω να με αφορούν όλο και λιγότερο».

«Με αυτοδυναμία δεν βγαίνει. Τώρα αν θα πάει να κάνει καμιά συγκυβέρνηση…».

«Με ποιον; Με το ΠαΣοΚ;».

«Να γίνει ομοσπονδιακή κυβέρνηση;»..

«Τραγωδία δηλαδή, τίποτα».

«Ούτε να θυμώσω μπορώ άλλο ούτε να στενοχωρηθώ».

«Στην Αγγλία έχουν τον Count Binface τουλάχιστον».

«Ποιος είναι αυτός;».

«Αρα ο Διόνυσος έβαλε τη μάνα του βασιλιά να διαμελίσει τον γιο της που τον αμφισβήτησε».

«Ναι, ο βασιλιάς που δεν αναγνώρισε τον νέο θεό καταστράφηκε».

«Ούτε που θυμάμαι πια τα σκάνδαλα».

«Τον νέο θεό ή το νέο γενικότερα;».

«Ενας διαγαλαξιακός πολεμιστής με κράνος-σκουπιδοτενεκέ».

Εχουμε ένα παιχνίδι που παίζουμε όταν δεν έχουμε τι ακριβώς να πούμε για την Ελλάδα ή όταν βαριόμαστε να βγάλουμε άκρη. Δεν είναι καν παιχνίδι, μια βλακεία είναι, μια χαζομάρα. Παίρνουμε τον διάσημο στίχο από το «Με τον τρόπο του Γ. Σ.» του Σεφέρη και τον κάνουμε ό,τι θέλουμε:

«Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με κουράζει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με καθυστερεί… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με απογοητεύει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα κάπως με ενοχλεί… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με ζορίζει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα μου τη δίνει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με διαλύει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα μου τη σπάει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα μου βρωμάει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με ξαποστέλνει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με αποπαίρνει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με εξοργίζει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με διαολίζει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με σκοτώνει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με αρρωσταίνει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με καρφώνει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με βαραίνει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με παρατάει… Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με κρεμάει…».

Είμαστε από τους προνομιούχους και ταξιδεύουμε, τα καλοκαίρια ταξιδεύουμε. Πάμε στην Επίδαυρο, πάμε στα νησιά. Φτάνει ο Ιούλιος και ξέρουμε, σε λίγο φεύγουμε. Κι αυτό τα κάνει όλα πιο εύκολα, και τη βρώμα και τους φόνους και το βάρος και το κρέμασμα. Ούτε δύο ώρες δεν περνούν και είμαστε στο αρχαίο Αιγαίο, μας καρφώνει «το χέρι στην κουπαστή / μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά / από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης». Η αλήθεια είναι ότι πέραν του πρώτου στίχου έχουμε καιρό να διαβάσουμε το ποίημα. «Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει / δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς / δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια / περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν. / Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δεν βρίσκεται πουθενά».

Ταξιδεύω και βλέπω τα πεύκα που κουτρουβαλούν ως τον Σαρωνικό. Βλέπω τα μάτια της κατσίκας που λάμπουν στο σκοτάδι του έρημου δρόμου και μοιάζει με μεταμορφωμένο θεό. Βλέπω τον Ποσειδώνα να καταπλακώνει έναν γίγαντα με ένα νησί· τη Νίσυρο. Νιώθω, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι βρίσκομαι κάπου. Βρίσκομαι στο καλοκαίρι, το ελληνικό καλοκαίρι που κάθε χρόνο φτάνει λίγο πιο αργά, λίγο πιο βαριά, με λίγη περισσότερη προσπάθεια.

Λίγο πριν, λίγο μετά τα τριάντα, στη χώρα του Ευριπίδη. Το παρελθόν δεν μας ανήκει· μας αφορά, σίγουρα μας αφορά, πάντως δεν μας ανήκει. Το (γελοίο) παρόν είναι κάτι που πρέπει να επιζήσουμε ή να ξεγελάσουμε ή να κατακτήσουμε· δεν μας ανήκει. Το μέλλον δεν χτίζεται από εμάς, το μέλλον δεν χτίζεται γενικότερα· δεν θα μπορούσε να μας ανήκει. Τουλάχιστον μέχρι να κατέβει ο Διόνυσος.

Το μόνο που μας ανήκει, προς το παρόν, είναι το καλοκαίρι. Και δεν ξέρω αν είναι τρομακτικό ή αν είναι υπέροχο που αυτό μπορεί και να μας αρκεί.

Ο κ. Φοίβος Οικονομίδης είναι συγγραφέας και τακτικός συνεργάτης του «Βήματος».