Στα μέσα του 19ου αιώνα, το τέλος εγγραφής στον Δικηγορικό Σύλλογο του Λονδίνου ήταν 6 λίρες για τους γνωρίζοντες αρχαία ελληνικά και 100 για τους ανελλήνιστους. Αν η αρχαία ελληνική ως εκπτωτικό κουπόνι είναι, μεταξύ άλλων, και εκδήλωση του βρετανικού χιούμορ, την ίδια εποχή οι Γερμανοί, με κεκτημένη ταχύτητα από την ελληνολατρική κραιπάλη του 18ου αιώνα, οραματίζονταν μια κοινωνία δικηγόρων που διαβάζαν Ομηρο και εμπόρων που μπορούσαν να παραθέτουν Σοφοκλή – στο πρωτότυπο, εννοείται.
Στα κολέγια της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ οι λογιότατοι λιτάνευαν τον έλληνα λόγο. Για τον Τζ. Κ. Στίβεν η ελληνική γλώσσα ήταν το τιμαλφέστερο δημιούργημα της ανθρώπινης διάνοιας. Ο Τζ. Κ. Στίβεν απηχούσε την κοινή αντίληψη, αλλά αξίζει ειδική μνεία αφού ήταν εξάδελφος της Βιρτζίνια Γουλφ, βασικός ύποπτος για ένα διάστημα ως Τζακ Αντεροβγάλτης, και τόσο ηρωικά παράφρων ώστε να αυτοκτονήσει αρνούμενος τροφή. Το ψυχιατρικό ανακοινωθέν δεν συνέδεσε το διάβημα με την ελληνολατρική του εμμονή.
Οι ανεκδοτολογικές παραφυάδες της ελληνολατρίας είναι πολλές, αλλά η γνώση της ελληνικής ως superfood για το μυαλό και την ψυχή αναθεωρήθηκε σοβαρά μόνο όταν οι ραγδαία εξελισσόμενες φυσικές επιστήμες επέβαλαν αλλαγή της εκπαιδευτικής φιλοσοφίας. Καλύτερα να ξέρεις πού είναι το συκώτι παρά να ξέρεις πώς το έλεγαν οι Ελληνες, αποφάνθηκε ένας άγγλος λόρδος τον καιρό που μετά από περιεσκεμμένα πειράματα κάποιοι διαπίστωναν ότι τα μαθήματα στενογραφίας προσέφεραν περισσότερες εγκεφαλικές βιταμίνες από τα ενέσιμα της ελληνικής. Είναι γνωστό ότι από τότε μέχρι σήμερα η διαμάχη συνεχίζεται, συχνά με φαιδρές και ευφάνταστες εκατέρωθεν απλουστεύσεις.
Ποιος φοβάται τα ελληνικά;
Ομως, αν η ελληνική γλώσσα δικαιούται την Παγκόσμια Ημέρα της, τη δικαιούται όχι ως απλό γλωσσικό τιμαλφές, αλλά κυρίως ως καταλύτης τεκτονικών μετατοπίσεων στην πολιτισμική και κοινωνική ιστορία της Δύσης, και ένα από τα πιο επίζηλα παράσημά της είναι ότι υπέθαλψε ανατρεπτική απείθεια απέναντι στους καταναγκασμούς του κατεστημένου πολύ πριν τον ώριμο Διαφωτισμό του 18ου αιώνα. Η βαθιά ελληνομάθεια επέτρεψε στον ολλανδό ουμανιστή Ερασμο (1469-1536) να διορθώσει τις αστοχίες της Vulgata, δηλαδή του λατινόγλωσσου κειμένου της Βίβλου. Ο ασεβής που διόρθωσε τις θεόπνευστες γραφές ήταν ελληνομαθής και οι ρωμαιοκαθολικοί άμβωνες άστραψαν και βρόντησαν: κρατήστε τα παιδιά σας μακριά από τα ελληνικά!
Η ηθική αυτουργία της ελληνομάθειας σε γεγονότα και κινήσεις που προκαλούσαν συναγερμό στο θεολογικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο είναι μία όψη μόνο του ζητήματος. Μία άλλη, εξίσου κρίσιμη, είναι ότι αυτή η εξέλιξη έδινε ώθηση στη Μεταρρύθμιση και στα αιματηρά της έκτροπα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η γνώση των ελληνικών την εποχή αυτή των μεγάλων πνευματικών και διανοητικών κινημάτων αποβαίνει τεκμήριο νεωτερικής προαίρεσης απέναντι στα παραδεδομένα και οριοθετεί με νέους τρόπους τόσο τις θρησκευτικές και πολιτισμικές ταυτότητες όσο και μια διαφορετική συνείδηση ατομικότητας. Μέσα στον ευρωπαϊκό 16ο αιώνα, ανάμεσα στο «μάθετε ελληνικά» και στο «προφυλάξτε τα παιδιά σας από τα ελληνικά» μαινόταν μια ολόκληρη επανάσταση.
Το χρονικό της ευρωπαϊκής ελληνομάθειας είναι αχανές, από τη συνάντηση της Ελλάδας με τη Ρώμη μέχρι σήμερα, και το «γνωρίζω ελληνικά» σφράγισε πνευματικούς αναπροσανατολισμούς, παιδαγωγικές μεταρρυθμίσεις, φυλετικές μυθολογίες και ταξικούς ελιτισμούς – μπόλικο υλικό για αναστοχασμό στις επόμενες παγκόσμιες τιμητικές μας. Αλλά η γιορτή ζητάει αναδρομή και στα δικά μας.
Το κληροδότημα και το χρέος
Είναι γνωστό ότι οι γλωσσικές ωδίνες είναι μέρος του νεοελληνικού τοκετού. Ποια ελληνικά έπρεπε να μιλήσει το νεογνό; Η διγλωσσία (ή σχιζογλωσσία, όπως την είπαν κάποιοι) ήταν παλαιό κληροδότημα που επέπρωτο να εξελιχθεί από ζήτημα λογιότητας και ορθοέπειας σε υπαρξιακή επιλογή. Δεν είχαν όλοι τη σωφροσύνη του Φαναριώτη Δημητράκη Καταρτζή (1730-1807) που ήθελε να διδαχτεί το Γένος από την αρχαιότητα αλλά να μιλήσει τη «φυσική» του γλώσσα, πλην για κάθε Δημητράκη Καταρτζή υπήρχε ένας Κωνσταντίνος Οικονόμος (1780-1857) που λίγο-πολύ προσδοκούσε ότι υιοθετώντας μια μορφή αρχαΐζουσας ελληνικής κοντά στην αττική γλώσσα το Γένος θα απέβαινε μετενσάρκωση της ελληνικής αρχαιότητας – προφανώς, με κάποιο είδος ενδοφλέβιας χορήγησης της γλώσσας του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα. Στην εξέλιξη αυτού του δράματος γύρω από τις μέσες οδούς ακροβολίστηκαν οι τοξότες του αρχαϊσμού και τα φουσάτα του δημοτικισμού. Χύθηκε αίμα, ο Μιστριώτης διέπρεψε ως χούλιγκαν της αρχαιοφροσύνης, ο Χατζηδάκις ήθελε δημοτική τις καθημερινές και καθαρεύουσα τις Κυριακές, ο Βενιζέλος πισωπατούσε και μόνο απόκεντρες φωνές από τη Θεσσαλονίκη ζητούσαν από τότε το αυτονόητο, που τελικά επισημοποιήθηκε το 1976.
Πώς έχουν σήμερα τα πράγματα; Εχουμε καταγεγραμμένα πάνω από 200.000 λέξεις-λήμματα σε χρήση σε σύγχρονα κείμενα, και ο αριθμός αυτός δεν είναι παρά τα 2/3 του εκτιμώμενου συνολικού μας λεξιλογίου – 300.000 λήμματα για την ελληνική των 11-12 εκατομμυρίων ομιλητών ενώ 350.000 λέξεις-λήμματα περίπου καταγράφονται για την πολυσυλλεκτικότερη γλώσσα του κόσμου, την αγγλική, με ένα δισεκατομμύριο χρήστες. Και δεν χρειαζόμαστε ούτε ελληναράδικους μύθους ούτε γλωσσικά καλλιστεία.
Ευλογημένη από το ζάπλουτο παρελθόν και την αχανή ιστορικότητά της, η συγκαιρινή μας ελληνική προσφέρει ένα ευρύτατο φάσμα εκφραστικών επιλογών και ένα τεράστιο απόθεμα λεξικών ψηφίδων. Κανοναρχείται από τους ρυθμούς και τις δομές της νεότερης γραμματολογικής της προίκας, αλλά στη νηφάλια και ισορροπημένη δημοτική της μορφή μπορεί να φιλοξενεί με άνετη προσαρμοστικότητα και εξάρσεις αρχαιότροπης λογιότητας που πολλαπλασιάζουν την εκφραστική της εμβέλεια και ακρίβεια. Ακόμη, επειδή ο μορφολογικός συντηρητισμός της σε σχέση με προηγούμενες μορφές της είναι ισχυρός, προσφέρει άπλετο χώρο για τεχνήεντα μεταβολισμό της γλωσσικής διαχρονίας σε συγχρονία. Είναι υπέροχη θυγατέρα ευκλεούς μάνας γιατί προσφέρει άφθονους τρόπους για μια μεστή, υψηλής τεχνολογίας γλωσσική χρήση.
Θέλει η γλώσσα τόλμη και αρετή. Θέλει και στοργή, στο σχολείο, στα ελληνικά που γράφονται ή ακούγονται στα ΜΜΕ, στα ελληνικά που ακούγονται από πολιτικούς και δημοσιολογούντες. Το χρέος γίνεται πιο επιτακτικό σε ένα τεχνολογικό περιβάλλον που συχνά βραχυγραφεί σκέψη και έκφραση.
Η γιορτή είναι του κόσμου όλου, αλλά το χρέος όλο δικό μας.
Χοροεσπερίδα
Εσπερινή σύναξη με κύρια ψυχαγωγία τη μουσική και τον χορό. Εχοντας εκπνεύσει πριν από τα τέλη του 20ού αιώνα ως όρος του κοινού λεξιλογίου, αναβιώνει τελευταία στην εφηβική διάλεκτο προκειμένου να περιγράψει τις σχολικές εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα σε προμεσονύκτιες ώρες: «Την Πέμπτη έχουμε χοροεσπερίδα»
Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι ακαδημαϊκός και πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.



