Οι φωτιές ανάβουν. Εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας χορεύουν και τραγουδάνε γύρω τους. Οταν όμως ακούγονται οι «απαγορευμένοι» στίχοι από τα παραδοσιακά «τραγούδια δίχως λόγια», με τα οποία έχουν συνηθίσει να γλεντάνε ντόπιοι και επισκέπτες εδώ και δεκαετίες στις «φωτιές της Φλώρινας» αλλά και σε άλλες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, αρχίζει να αναζωπυρώνεται μια παλιά διαμάχη.

Φωτιές, τελικά, άναψε η παρέμβαση του δημάρχου Φλώρινας, Βασίλη Γιαννάκη, ο οποίος ζήτησε από την ορχήστρα Banda Entopica (Μπάντα Εντόπικα) να διακόψει το πρόγραμμά της, για να ξυπνήσουν μνήμες από άλλες εποχές.

Πόσο πίσω πρέπει να πάει κανείς; Εχουν περάσει 30 χρόνια από το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 όταν «αγανακτισμένοι πολίτες» με αφορμή μια δίγλωσση πινακίδα στην ελληνική και τη μακεδονική γλώσσα βανδάλισαν και πυρπόλησαν τα γραφεία του «Ουράνιου Τόξου», πολιτικής οργάνωσης που εκπροσωπούσε δίγλωσσους σλαβόφωνους έλληνες πολίτες της περιοχής.

Το επεισόδιο τρεις δεκαετίες μετά στις «φωτιές της Φλώρινας» ενεργοποίησε εκ νέου τη ρητορική των εθνικιστικών κύκλων και τα πάθη τους – όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στη Βόρεια Μακεδονία.

To «κράτος των Αθηνών»

«Εγινε μια προσπάθεια να φανεί για λόγους προπαγάνδας ότι εμείς εδώ στη Φλώρινα χορεύουμε και διασκεδάζουμε με τραγούδια που δεν είναι ελληνικά. Δεν τους πέρασε μετά από αυτό που έκανε ο δήμαρχος» λέει στο «Β» άνθρωπος που κατείχε δημόσιο αξίωμα στην περιοχή κατά το παρελθόν.

«Εμείς εδώ φοβόμαστε όταν το κράτος των Αθηνών χαϊδεύει ρουφιάνους και “πρακτοράκια”». Είναι μια ρητορική που λέει ακόμη πως «οι Ελληνες της Μακεδονίας δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε από κάποιους λίγους που αυτοπροσδιορίζονται ως μη Ελληνες Μακεδόνες», πως «αυτό που νιώθουν οι περισσότεροι εδώ είναι ότι είναι αδικημένοι και εγκαταλελειμμένοι από το κεντρικό κράτος», αλλά και πως «κάποιοι βγάζουν λεφτά απ’ όλη αυτή την ιστορία».

Τον περασμένο Δεκέμβριο αντίστοιχες αντιδράσεις προκάλεσε ημερίδα με θέμα «Η Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και η Ελλάδα: Προοπτικές πολιτιστικής συνεργασίας: Η μακεδονική γλώσσα» που διοργανώθηκε στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας από το Εργαστήριο Μελέτης του Πολιτισμού, των Συνόρων και του Κοινωνικού Φύλου που λειτουργεί στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών.

Οι πρυτανικές αρχές ζήτησαν αλλαγή του χώρου της εκδήλωσης, εθνικιστικές ομάδες κάλεσαν σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, ενώ στον χώρο του πανεπιστημίου ανέλαβαν ρόλους περιφρούρησης μέλη αριστερών και αναρχικών φοιτητικών οργανώσεων.

«Λυπάμαι πραγματικά που το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, του οποίου διετέλεσα πρύτανης, συνδιοργανώνει τη συγκεκριμένη εκδήλωση για το σλαβομακεδονικό ιδίωμα της βουλγαρικής γλώσσας που ομιλούν οι σλαβομακεδόνες γείτονες, που παρεμπιπτόντως έχουν ακόμη το άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου στην πιο κεντρική πλατεία τους. Κρίμα… Ούτε επί ΣΥΡΙΖΑ» είχε γράψει τότε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο πρώην πρύτανης του ΠΑΜΑΚ Αχιλλέας Ζαπράνης.

Η άλλη άποψη

Αναφερόμενη στα δύο επεισόδια, η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, καθηγήτρια στο Τμήμα Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, κάνει λόγο για επιχείρηση «καταστολής της σλαβοφωνίας». Σύμφωνα με την ίδια, «τα δυο περιστατικά σαφώς σχετίζονται, επειδή απορρέουν από τα εθνικιστικά επιθετικά ένστικτα κάποιων που έχουν αναγάγει σε εθνικό καθήκον τη συνέχιση της καταστολής της σλαβοφωνίας στην Ελλάδα και των διώξεων και εκβιασμών ενάντια σε ένα μέρος του πληθυσμού της χώρας που έχει διαχρονικά υποφέρει τα πάνδεινα.

Εδώ μεγάλο ρόλο έχει παίξει το παρακράτος αλλά και οι προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες κάποιων που έχτισαν την καριέρα τους όλη πάνω στην παραβίαση βασικών ελευθεριών και ανθρώπινων δικαιωμάτων» σημειώνει.

Η ίδια εξηγεί πως «ο όρος εντόπικα/ντόπια/ντόπικα είναι ένας εναλλακτικός όρος που χρησιμοποιήθηκε για την αποφυγή του επαχθούς για κάποιους όρου “μακεδονική γλώσσα”, την ύπαρξη της οποίας είχαν αναγνωρίσει και κατέγραφαν ως μακεδονική πολλά χρόνια “εθνικώς άμεμπτες” προσωπικότητες όπως ο Παύλος Μελάς και ο Ιων Δραγούμης».

Σχολιάζοντας το περιστατικό στη Φλώρινα, τονίζει ότι «πρέπει να καταλάβουμε όλοι πως ο δήμαρχος δεν τελούσε απλά εν αδίκω, αλλά και παρανόμησε κάνοντας κατάχρηση εξουσίας και παραβιάζοντας διεθνή, υπογεγραμμένη από την Ελλάδα συνθήκη περί προστασίας των μειονοτήτων (αναγνωρισμένων και μη) που βάσει του άρθρου 28 του Συντάγματος οφείλει να σέβεται».

Από την πλευρά της η Φωτεινή Τσιμπιρίδου, διευθύνουσα του Εργαστηρίου Μελέτης του Πολιτισμού, των Συνόρων και του Φύλου που διοργάνωσε την ημερίδα, σημειώνει πως «σκοπός ήταν να αναδειχθεί η λογοτεχνία, ο πλούτος και ο πλουραλισμός των δύο γλωσσών».

Η Φωτεινή Τσιμπιρίδου θυμίζει ακόμη «τα “ευτράπελα” της εποχής Μεταξά, όταν οι άνθρωποι αναγκάζονταν να ορκιστούν μπροστά στον παπά και τον χωροφύλακα ότι δεν θα ξαναμιλήσουν αυτή τη γλώσσα».

Παραδοσιακοί χοροί και τραγούδια απέκτησαν ξανά πολιτικές συνδηλώσεις ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1990, όταν ξέσπασε η διαμάχη μεταξύ του ελληνικού κράτους με την τότε πΓΔΜ, σχετικά με το όνομα «Μακεδονία».

«Τραγούδια δίχως λόγια»

Στο Μεσημέρι Εδεσσας, όπως καταγράφεται σε διπλωματική εργασία του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, ο τοπικός πολιτιστικός σύλλογος είχε απαγορεύσει ρητά να ακούγονται τα λόγια από τοπικά παραδοσιακά τραγούδια. «Στις κοινωνικές περιστάσεις όπου παρευρέθηκα, όπως για παράδειγμα το “Αναμμα της φωτιάς” ή η “Γιορτή τσίπουρου”, τα τραγούδια παίζονταν από τις ορχήστρες χωρίς λόγια, με εξαίρεση εκείνα από άλλες περιοχές της Ελλάδας που έχουν ελληνικό στίχο» αναφέρει χαρακτηριστικά στην εργασία της η Θεοδώρα Βαξεβάνου.

«Οι κυρίαρχες απόψεις σχετικά με τα λόγια των τραγουδιών της περιοχής – όπως προέκυψε μέσα από τις συνεντεύξεις μου – μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε τρεις. Η πρώτη είναι πως τα τραγούδια αυτά δεν πρέπει να ακούγονται με λόγια, γιατί προκαλούν διαμάχες και αμφισβητούν την ελληνικότητα του χωριού.

Η δεύτερη άποψη που άκουσα είναι πως υπήρχαν τραγούδια του χωριού στην εντόπια γλώσσα, που όμως οι περισσότεροι έχουν ξεχάσει και δεν θυμούνται να είχαν τίτλους, ενώ υποστηρίζουν πως τα σημερινά τραγούδια που μπορεί να ακούγονται στα πανηγύρια δεν είναι ίδια με αυτά που τραγουδούνταν στο παρελθόν. Η τρίτη άποψη είναι ότι τα τραγούδια του χωριού ήταν τραγούδια όπως το “Μήλο μου κόκκινο” και το “Μακεδονία ξακουστή”, με λίγα λόγια η ολική άρνηση ότι στο χωριό τραγουδούσαν στο παρελθόν τραγούδια με μη ελληνικό στίχο».

Μιλώντας στο «Β» μουσικοί που ασχολούνται με τη συγκεκριμένη παραδοσιακή μουσική λένε ότι «όλοι γνωρίζουν αυτά τα τραγούδια ως “τραγούδια δίχως λόγια”». Δεν επιτρέπεται, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, να ακουστούν οι στίχοι από αυτά τα τραγούδια. Παίζονται από τις ορχήστρες χωρίς στίχους.

Παίζονται τραγούδια με στίχους ποντιακούς, βλάχικους, αλλά οι στίχοι στη μακεδονική γλώσσα είναι απαγορευμένοι. Λένε κάτι ακόμη. Πως «τα γνήσια παραδοσιακά τραγούδια στη μακεδονική γλώσσα δεν έχουν αλυτρωτικούς χαρακτηρισμούς οι οποίοι ενσωματώθηκαν από νεόφερτους στίχους που δημιούργησαν εθνικιστικοί κύκλοι από τη γειτονική χώρα».

Τι λένε πραγματικά τα «τραγούδια δίχως λόγια»; Οχι και πολύ διαφορετικά πράγματα απ’ όλα τα παραδοσιακά τραγούδια του κόσμου.

«Το παρελθόν είναι πάντα παρόν, ποτέ δεν σταματούν να μιλούν για εκείνους που έφυγαν, για ιστορίες που άκουσαν από τα παλιά, για το πώς ήταν το χωριό “τότε”. Οταν μου διηγούνταν αυτές τις ιστορίες, “ξέφευγε” πού και πού κάποια λέξη ή φράση στα εντόπια, και τότε αμήχανα μου χαμογελούσαν και κοιτούσαν απ’ την άλλη» γράφει στη διατριβή της η ερευνήτρια του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.