Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ατολμη, συντηρητική, αχρείαστα φλύαρη, ατελής και γι’ αυτό σε πολλά σημεία κρυπτική, και εν πολλοίς υποκριτική, πέρα από χρονικά καθυστερημένη, εμφανίζεται η πρόταση της ΝΔ για την αναθεώρηση του Συντάγματος, παρότι χαρακτηρίζεται ως «οδικός χάρτης» εκσυγχρονισμού. Ποιος εκσυγχρονισμός με την επιστολική ψήφο, που αίρει τα εχέγγυα μυστικότητας και αυτοπροσωπίας, αντί μιας στιβαρής πρότασης για αυτοπρόσωπη ηλεκτρονική ψήφο;

Ο βεβαιωτικός χαρακτήρας κάποιων διατάξεων (όπως η συνταγματική κατοχύρωση των ώριμων ενοχικών απαιτήσεων, που ήδη απορρέει από την EΣΔΑ) και ο απλώς διακηρυκτικός και συμβολικός χαρακτήρας άλλων (κρατική μέριμνα για προσιτή στέγη) από τη μια πλευρά και η συμπερίληψη διατάξεων συντηρητικής αισθητικής, όπως η αυτονόητη προαγωγή της ελληνικής γλώσσας και η προστασία της ελληνικής σημαίας (άραγε, ποιον κίνδυνο διατρέχει που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί νομοθετικά;) βαρύνουν άστοχα και άσκοπα την πρόταση, «πετώντας την μπάλα στα δίχτυα», χωρίς να προσφέρουν ίχνος κανονιστικού «εκσυγχρονισμού».

Ομοίως και συμπαθητικές αρχές, όπως η διαγενεακή δικαιοσύνη, η ένθεση της τεχνητής νοημοσύνης στην ελευθερία του ατόμου και την ευημερία της κοινωνίας και η προστασία από την κλιματική κρίση, ιδίως όταν τέτοιες αρχές έχουν πλέον και κατ’ ανάγκην υπερεθνικό, ή και διεθνικό, χαρακτήρα. Ιδίως, μάλιστα, όταν η «δυναμική» πολεοδομία μπορεί να έχει αντίθετο αποτέλεσμα από την προστασία του περιβάλλοντος.

Παρότι στην «ταυτότητα» της πρότασής τους οι βουλευτές της ΝΔ αναγνωρίζουν την ανάγκη αυξημένης συμμετοχής της δικαστικής λειτουργίας στη διερεύνηση τυχόν ποινικών αδικημάτων τελεσθέντων από (εν ενεργεία και πρώην) υπουργούς, η πρόταση είναι άτολμη και συντηρητική, αφού αφήνει τη δίωξη στα χέρια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και άρα έωλη και σε κομματικές σκοπιμότητες. Αδιαφανής (αν όχι ύποπτη) είναι και η πρόταση για επανακαθορισμό των ασυμβιβάστων των υπουργών και ύπαρξη αντιπροέδρων του Υπουργικού Συμβουλίου που δεν θα είναι και υπουργοί.

Υποκριτική εμφανίζεται και η επίκληση του «ενοποιητικού ρόλου» του Προέδρου της Δημοκρατίας, μετά την «αεροπειρατεία» που το κυβερνών κόμμα συντέλεσε επί της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για άμεση εκλογή, αλλάζοντας την «κατεύθυνση» της αναθεώρησης (την οποία περιέργως αναφέρει τώρα ρητά στην πρότασή της η ΝΔ, ωσάν να προσπαθεί να αποτρέψει να κάνουν οι αντίπαλοί της στην επόμενη Βουλή, αυτό που έκανε η ίδια το 2019). Τι σημασία έχει η μία, διευρυμένη, θητεία, αν πρόκειται για καθαρά κομματικές επιλογές;

Εξίσου υποκριτική η κατάργηση της αμνηστίας, από μία κυβερνητική πλειοψηφία που εισήγαγε κρυπτοαμνηστία για κομματικά ημέτερους… Οπως και η συμμετοχή των Ανωτάτων Δικαστηρίων στην επιλογή της ηγεσίας τους από κοινοβουλευτική επιτροπή (με ποια σύνθεση και πλειοψηφία;), όταν έχει προηγηθεί η αγνόηση της γνώμης τους, που προβλέπεται ήδη νομοθετικά (N.5123/2024). Διότι, δεν είναι το Σύνταγμα που «θέτει όρια» (Πρόταση, σελ. 2), αλλά συγκεκριμένες κυβερνητικές επιλογές, που ενισχύουν τον πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό σε βάρος των θεσμικών αντιβάρων. Σημειώνεται ότι η επιφύλαξη περί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα των ιδιωτικών πανεπιστημίων έχει απαλειφθεί, και δεν είναι σαφές αν η μορφή του νομικού προσώπου πανεπιστημιακής εκπαίδευσης θα καλύπτει και τα δημόσια πανεπιστήμια, που για την ανάπτυξή τους είναι απαραίτητο να χαλαρώσει ο ασφυκτικός κρατικός εναγκαλισμός τους.

Προς θετική κατεύθυνση, αλλά χρειάζονται εξειδίκευσης οι προτάσεις για απλοποίηση των ά.14 και 15 Σ περί ελευθερίας της έκφρασης, και στα ηλεκτρονικά μέσα, ο δικαστικός έλεγχος της (μη) συμμετοχής ενός κόμματος στις εκλογές, οι αρχές καλής νομοθέτησης και προκήρυξης δημοψηφίσματος (αν ελέγχονται δικαστικά) και η συνταγματοποίηση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.

Εκτός, όμως, από τις προτάσεις, μιλούν και οι σιωπές: αντί για Συνταγματικό Δικαστήριο, αναδεικνύεται ως καχεκτικό του είδωλο το ΑΕΔ, ένα μεταβαλλόμενης σύνθεσης δικαστήριο, χωρίς εχέγγυα (έμμεσης) δημοκρατικής νομιμοποίησης. Ο προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας όπως και η αυτοδιάλυση της Βουλής συνεχίζουν να υπηρετούν τον πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό, και άρα, ελλείψει αντιβάρων, τον πρωθυπουργοκεντρισμό, παρά την τάχα ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή που είναι μόνον ρηματική, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.

Η κυρία Λίνα Παπαδοπούλου είναι καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.