Κάθε φορά που ακούω τη φράση, ειπωμένη με το στυλάκι ανθρώπου που μόλις υπέγραψε τη διαθήκη του πολιτισμού, ότι «η νέα γενιά δεν ξέρει Ιστορία», μου γεννιέται η υποψία πως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη νέα γενιά, ούτε καν στην Ιστορία, αλλά στο «ξέρει», λες και η Ιστορία είναι ένας πίνακας πολλαπλασιασμού ή μια συνταγή για γεμιστά, κάτι που το μαθαίνεις, το αποθηκεύεις σε ένα συρτάρι του εγκεφάλου και το ανασύρεις όταν είναι να σε εξετάσει κάποιος.
Η ζωή θυμάται πολύ πριν αποκτήσει ο άνθρωπος την επιθυμία να γράψει. Το αίμα θυμάται, τα κύτταρα θυμούνται, το ανοσοποιητικό σύστημα φυλάσσει φακέλους παλιών εισβολών, το DNA μεταφέρει μια ατελείωτη βιβλιοθήκη από δοκιμές, λάθη και σωτηρίες, και έτσι ο άνθρωπος γεννιέται ήδη γεμάτος από μνήμες που ποτέ δεν έζησε, ώσπου κάποια στιγμή, σε μια από τις σπανιότερες εξάρσεις της φαντασίας του, αποφασίζει πως ούτε αυτό του αρκεί και επινοεί μια δεύτερη μνήμη, όχι βιολογική αλλά αφηγηματική, την Ιστορία, για να μπορεί να δανείζεται εμπειρίες από ανθρώπους που δεν γνώρισε ποτέ, να συγκινείται από ήττες που δεν υπέστη, να ντρέπεται για εγκλήματα που δεν διέπραξε και να γίνεται κληρονόμος βιωμάτων που δεν έζησε…
Εμείς, που κατηγορούμε τους νέους για αδιαφορία απέναντι στο παρελθόν, φροντίσαμε πρώτοι να τους το παρουσιάσουμε σαν αποστειρωμένη προθήκη, σαν μουσείο όπου όλα λάμπουν αλλά τίποτε δεν αναπνέει, ενώ την ίδια ώρα ξοδεύουμε αφειδώς τη λέξη «ιστορικό» για καθετί που επιθυμούμε να πουλήσουμε, ιστορική μεταγραφή, ιστορική συναυλία, ιστορική προσφορά, ιστορική έκπτωση, ώσπου η λέξη να καταντήσει ένα νόμισμα τόσο φθαρμένο ώστε να μην αναγνωρίζεται πια η μορφή που κάποτε έφερε.
Οι νέοι δεν αρνούνται την Ιστορία. Αρνούνται το σκηνικό που στήσαμε γύρω της, γιατί αισθάνονται, και συχνά δικαιολογημένα, ότι κάτω από τα μεγάλα λόγια λείπει ο άνθρωπος, λείπει η αμφιβολία, λείπει εκείνη η μικρή καθημερινή ήττα που κάνει έναν άγνωστο στρατιώτη, μια ανώνυμη γυναίκα, έναν εργάτη, έναν πρόσφυγα ή έναν δάσκαλο πιο κοντινούς μας από όλους τους έφιππους ανδριάντες μαζί.
Η Ιστορία αρχίζει μόνο όταν αντιλαμβάνεσαι πως οι σκέψεις σου έχουν προγόνους, πως ακόμη και η πιο τολμηρή ιδέα σου είναι ένας κρίκος σε μια αλυσίδα που ξεκίνησε πολύ πριν από εσένα και θα συνεχιστεί χωρίς εσένα, πως κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του ένα πλήθος αόρατων συνομιλητών και πως η πραγματική νεότητα δεν είναι να ξεκινάς από το μηδέν αλλά να έχεις το θάρρος να συνεχίζεις έναν διάλογο αιώνων χωρίς να πιστεύεις ότι εσύ τον εφηύρες.



