Η χρονιά της απώλειας των ισορροπιών

Γράφει ο Μάρκος Καρασαρίνης

Υπάρχουν κάποια έτη τα οποία αποκτούν ευθύς εξαρχής σημαδιακό χαρακτήρα και λογίζονται αμέσως ως ορόσημα στον χρόνο. Κανείς δεν περίμενε την απόσταση για να αντιληφθεί ότι το 1789 ή το 1914, για παράδειγμα, θα αποτελούσαν τομές στην Ιστορία, η αίσθηση όσων κατέγραφαν τις σκέψεις ή τις παρατηρήσεις τους ταυτόχρονα με τα γεγονότα ήταν αυτή μιας δεδομένης ρήξης με το παρελθόν.

Σε άλλες περιπτώσεις η ετυμηγορία μοιάζει πιο αμφίσημη: το 476 δεν βιώθηκε από τους συγχρόνους του ως η απόλυτη τομή που εκ των υστέρων ορίστηκε ως τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η σημασία της Ισλαμικής Επανάστασης το 1979 θεωρήθηκε αρχικά από πολλούς περισσότερο περιφερειακή παρά παγκόσμια. Το 2025 δεν ανήκει στην πρώτη κατηγορία – και ίσως να μην ανήκει ούτε και στη δεύτερη.

Οι διακριτές όμως μεταβολές στο διεθνές περιβάλλον που συνέβησαν στη διάρκειά του είναι βέβαιο ότι αποτελούν προάγγελο ευρύτερων ανακατατάξεων στο παγκόσμιο περιβάλλον. Η προεδρία Τραμπ αποδεικνύεται καταλύτης εφόσον πρεσβεύει την απομάκρυνση από τις πολιτικές, οικονομικές και διπλωματικές νόρμες του μεταπολεμικού κόσμου.

Μια συναλλακτική πολιτική προσέγγιση που προτάσσει τις συμφωνίες επί ορυκτού πλούτου έναντι των γενικών αρχών, που αδιαφορεί πρακτικά για τον σεβασμό της αρχής των συνόρων και πριμοδοτεί την επιβράβευση του επιτιθέμενου, συνιστά επιστροφή στις πολιτικές ισχύος των Μεγάλων Δυνάμεων του 19ου αιώνα.

Μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης φαίνεται πλέον να παρεμβάλλεται άλλος ένας ωκεανός, καθώς η οπτική των πραγμάτων διαφέρει ριζικά και ο υπαρκτός τραμπισμός επιλέγει τους φίλους του μεταξύ των ακροδεξιών ευρωπαϊκών σχηματισμών. Η άνοδος της Κίνας μετριέται πλέον και σε διεθνές κύρος (ή, έστω, εντυπώσεις) όπως έδειξε η Σύνοδος τoυ Τιαντσίν και οι εορτασμοί της νίκης κατά της Ιαπωνίας τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή μοιάζει με μια σύγχρονη «ύποπτο ανακωχή», ανάπαυλα πριν από τον επόμενο γύρο αναμετρήσεων. Από την αβεβαιότητα και τη σύγχυση που προκαλεί η αναδιάταξη του σκηνικού ενδεχομένως να αναδυθεί στην πορεία των επόμενων χρόνων μια διαφορετική ισορροπία. Ανεξάρτητα πάντως από τη μορφή της, το ερώτημα που τα γεγονότα του 2025 θέτουν μετ’ επιτάσεως είναι αν και κατά πόσον αυτή θα μπορέσει να αποβεί λυσιτελής.

Μια «κρυστάλλινη μπάλα» για την Ουκρανία

Γράφει η Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου

Η δυνατότητα να προβλέπουμε τα μελλούμενα είναι ευσεβής πόθος των ανθρώπων. Αδύνατο, και μάλλον συμπονετικό αφού μας προφυλάσσει από τη γνώση του θανάτου μας. Τουλάχιστον, φθάνουμε να εκτιμήσουμε τις βαθύτερες δυναμικές των πραγμάτων, αποφεύγοντας την παγίδα της νομοτέλειας, δηλαδή τον μύθο ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, που θα έκανε ευκολότερη την πρόβλεψη. Στη διεθνή πολιτική, οι τάσεις αποδεικνύονται σταθερές, γιατί το ύστατο διακύβευμα είναι η χρήση της «σκληρής ισχύος» (hard power), δηλαδή η ειρήνη ή ο πόλεμος.

Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στα δύο σημαντικότερα πολεμικά μέτωπα της τελευταίας δεκαετίας: Ρωσίας – Ουκρανίας και Ισραήλ – Χαμάς. Φαίνεται ότι αυτοί οι δύο πόλεμοι βαίνουν πλέον προς το τέλος τους με δύσκολη τελική διαπραγμάτευση και με τις ΗΠΑ σε ρόλο διαμεσολαβητή. Οχι γιατί το θέλει ο πρόεδρος Τραμπ, αλλά γιατί οι εμπόλεμοι έχουν εξαντλήσει τους αντικειμενικούς τους στόχους και δεν θα τελειώσουν τον πόλεμο χωρίς τη σφραγίδα της Pax Americana.

Στο μέτωπο της Ουκρανίας, που είναι πιο επικίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη, ο πόλεμος έχει κριθεί υπέρ του επιτιθέμενου, της Ρωσίας. Η ρωσική στρατιωτική επικράτηση αλλάζει το διεθνές δίκαιο μακροπρόθεσμα, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει συνθήκη που θα νομιμοποιεί το δίκαιο του επιτιθέμενου.

Βραχυπρόθεσμα φαίνεται να επιδιώκεται από τους εμπόλεμους μια λύση χωρίς συνθήκη, μια de facto κατάσταση «Κύπρου plus (+)»: Δηλαδή μια Ουκρανία με κατεχόμενα από τη Ρωσία εδάφη, η οποία θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση χωρίς να ισχύει στην Κριμαία και στο Ντονμπάς το κοινοτικό κεκτημένο.

Η ΕΕ, χωρίς τη στρατιωτική βοήθεια της οποίας η Ουκρανία θα είχε αποδεχθεί πολύ νωρίτερα το πολεμικό τετελεσμένο, έχει μεταβεί, παρά τη δυσαρέσκειά της, στο κεφάλαιο «ανασυγκρότηση», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εσωτερική της ισορροπία, αφού θα βασιστεί στους φορολογουμένους της.

Στις διαπραγματεύσεις ειρήνευσης έχουν διαμορφωθεί δύο μέτωπα: ΗΠΑ – Ρωσία από τη μία πλευρά, Ουκρανία – ΕΕ από την άλλη. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μάγος για να μαντέψει ποια πλευρά θα επικρατήσει. Αλλωστε, παρά την κοντή μνήμη όπου επενδύει η ΕΕ, η σύμπραξη ΗΠΑ – Ρωσίας δεν συμβαίνει για πρώτη φορά όταν κρίνεται η διεθνής ισορροπία.

Εχουν προηγηθεί δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ένας Ψυχρός, η απο-αποικιοποίηση κ.ά. Το κενό του διεθνούς δικαίου θα συμπληρώσουν οι αμερικανικές εγγυήσεις, ώστε να μην ισχύσει η de jure αναθεώρηση των συνόρων. Ο ταραχοποιός ηγέτης Πούτιν δεν θα διωχθεί εξαιτίας της θέσης της Ρωσίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά και της γενικής αμνηστίας που θα ισχύσει για όλες τις πλευρές.

Το βόρειο και κεντροανατολικό μπλοκ της ΕΕ κραδαίνει τον κίνδυνο της Ρωσίας για να ανατάξει τις εθνικές οικονομίες μέσω αυξημένων αμυντικών δαπανών. Ομως, δυσκολεύεται να αποδεχθεί το αυτονόητο, πρώτον, ότι ακόμα και στην πιο διακυβερνητική σήμερα ΕΕ οι Ε3 ή οι Ε5 – όπου συμμετέχει η Βρετανία παρά το… Brexit – δεν μπορούν να βαπτίζουν «κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον» το εθνικό και, δεύτερον, ότι έχει προ πολλού παρέλθει η αμερικανική πολιτική «δι’ αντιπροσώπων».

Η Ουάσιγκτον επανήλθε στο επίκεντρο της διεθνούς σκηνής και αυτό δεν θα αλλάξει, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου 2026. Ο πρόεδρος Τραμπ, όπως κάθε πρόεδρος στις ΗΠΑ, είναι περαστικός – δημοκρατία γαρ. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική μετράει περισσότερο. Στο πεδίο αυτό τα δύο κυρίαρχα αμερικανικά κόμματα παραδοσιακά συναινούν (bipartisanship).

Τώρα συμπλέουν με τη γεωπολιτική απάντηση στα διεθνή προβλήματα αντί της ιδεολογικής, όπως υπαγορεύει ο τραμπισμός. Ακόμη και τα καλύτερα όπλα να αποκτήσει μια μελλοντική αυτόνομη άμυνα της ΕΕ, δεν μπορεί να φθάσει σε τέτοιο επίπεδο συναίνεσης για τη χρήση τους ή για τον προσδιορισμό της απειλής. Αλλωστε, ήδη η επικέντρωση στον ρωσικό κίνδυνο προκαλεί αναταράξεις για άλλες απειλές που αντιμετωπίζουν οι χώρες του Νότου, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα.

Με κρυστάλλινη μπάλα ή χωρίς, η Ελλάδα, ως μέλος της ΕΕ και εμπλεκόμενη στον πόλεμο της Ουκρανίας, θα τεθεί προ σημαντικών διλημμάτων το 2026. Ισως αρκετά κρίσιμων ώστε να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές, αφού η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Μέχρι τότε ας προσέχει τα ατυχήματα.

Η κυρία Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι καθηγήτρια Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, γενική διευθύντρια του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.

Η χρονιά των μη αναστρέψιμων αλλαγών

Γράφει ο Σωτήρης Ριζάς

Το 2025 χαρακτηρίστηκε από εξελίξεις που αφήνουν μονιμότερες, μη αναστρέψιμες αλλαγές στο διεθνές σύστημα. Οι μεταβολές αυτές συνδέονται συχνά, άμεσα ή έμμεσα, με την επάνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Το διεθνές καθεστώς του εμπορίου μεταβλήθηκε δραστικά λόγω της έμφασης του αμερικανού προέδρου στους δασμούς.

Η τελική έκβαση παραμένει αβέβαιη καθώς το ύψος τους και η έκτασή τους μεταβάλλονταν σε μια διαρκή διαπραγμάτευση, της οποίας τα κριτήρια εναπόκεινται σε συσχετισμούς που δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθούν πάντοτε δεδομένου του αστάθμητου τρόπου ενέργειας του προέδρου Τραμπ. Αυτό που είναι βέβαιο, πάντως, είναι ότι το ελεύθερο εμπόριο των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών ανήκει στο παρελθόν.

Το 2025 άλλαξαν ριζικά και οι όροι και οι περιστάσεις του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Η αλλαγή οφείλεται σε μεταβολή της πολιτικής της νέας αμερικανικής διοίκησης υπό τον προέδρο Τραμπ, η οποία δεν θεωρεί τη Ρωσία επιτιθέμενη αλλά μια μεγάλη δύναμη που επιχειρεί με την προβολή της ισχύος της να βελτιώσει τη θέση της στη γειτονιά της.

Είναι ασφαλώς αμφίβολο κατά πόσο η Ουκρανία θα μπορούσε να επικρατήσει δεδομένης της δημογραφικής ανισορροπίας υπέρ της Ρωσίας – αλλά και του γεγονότος ότι η τελευταία είναι πυρηνική δύναμη και λαμβάνεται υπόψη ως τέτοια από το ΝΑΤΟ. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι η αμερικανική στροφή επιδείνωσε τους όρους του πολέμου για το Κίεβο οικονομικά και διπλωματικά σε βαθμό μεγαλύτερο από όσο δικαιολογεί η προέλαση του ρωσικού στρατού, η οποία είναι αργή, περιορισμένη και πολυαίμακτη.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι φαίνεται να περνά στην Ιστορία η αρχή της μη αποδοχής της μεταβολής των συνόρων, η οποία, επί παραδείγματι, ίσχυε για μισό αιώνα στην περίπτωση της Κύπρου. Οι αρχές των Ηνωμένων Εθνών παραβιάζονταν συχνά στη μεταπολεμική εποχή, αλλά την παραβίασή τους σπάνια ακολουθούσε η συμβατική επικύρωση τετελεσμένων γεγονότων.

Η διπλωματική διαχείριση του τερματισμού του πολέμου δείχνει ότι εφεξής τα σύνορα είναι διαπραγματεύσιμα διά της βίας. Πρόκειται για έναν κόσμο πολύ πιο ανασφαλή για τα μικρά κράτη. Μοιάζει με αυτόν της δεκαετίας του ’30, την εποχή της βίαιης ανατροπής των συνθηκών από τις αναθεωρητικές δυνάμεις, την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και τη φασιστική Ιταλία.

Η πραγματικότητα αυτή επιτείνεται από γεγονός ότι το 2025 επίσης υπονομεύθηκε καίρια και πιθανώς οριστικά η ευρω-ατλαντική κοινότητα ασφαλείας. Η συμφωνία των ευρωπαίων συμμάχων για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ τον Ιούνιο του 2025 φάνηκε ότι δημιούργησε ένα κοινό έδαφος μεταξύ της Αμερικής και της Ευρώπης για τη συνέχιση των συμμαχικών δεσμών που χρονολογούνται από το 1949.

Ωστόσο, η βάση της Ατλαντικής Συμμαχίας υπονομεύθηκε, πιθανότατα οριστικά. Αυτό οφείλεται στη διαφορά της αντίληψης για τους κινδύνους ασφαλείας, ιδίως για τη θεμελιώδη αμφιβολία κατά πόσο η Ουάσιγκτον εγγυάται την αποτροπή ενδεχόμενης άμεσης απειλής εναντίον των συμμάχων του ΝΑΤΟ στη Βόρεια, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη με βάση το άρθρο 5 του Ατλαντικού Συμφώνου. Πέραν αυτού, η νέα αμερικανική διοίκηση υιοθετεί μια βαθύτατα ιδεολογική εκδοχή στην αντίληψή της για την Ευρώπη, η οποία δίνει έμφαση σε μια αντιμεταναστευτική/πολιτισμική ατζέντα και καθιστά δυσχερή μια νέα πραγματιστική αποκρυστάλλωση των ευρω-ατλαντικών σχέσεων.

Δεδομένου ότι οι τρεις πιο σημαντικές χώρες της Ευρώπης, η Γερμανία, η Γαλλία και η εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης Βρετανία, διευθύνονται από μάλλον αδύναμες κυβερνήσεις, οι οποίες υπόκεινται στην πολιτική πίεση των υπερ-συντηρητικών κομμάτων που προτιμά η αμερικανική διοίκηση ως φορείς του αυτοχθονισμού και της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας έναντι του προτύπου της υπερεθνικής ολοκλήρωσης, είναι σαφές ότι το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου δεν θα κριθεί μόνο στο πεδίο των διατλαντικών σχέσεων και της Ουκρανίας αλλά και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Τέλος, ως κληρονομιά του 2025 μπορεί να διαπιστωθεί και η ασταθής ισορροπία μεταξύ των δύο κολοσσών του διεθνούς συστήματος, της Αμερικής και της Κίνας. Η δασμολογική πολιτική της Ουάσιγκτον δεν επηρέασε υπερβολικά το Πεκίνο, το οποίο παραμένει μια εξαγωγική υπερδύναμη. Επίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν φαίνεται να είναι αποτελεσματικές στην προσπάθειά τους να οικοδομήσουν νέες συμμαχίες.

Αντίθετα, μάλλον σημειώνουν απώλειες, όπως δείχνει η απομάκρυνσή τους από την Ινδία, τις σχέσεις με την οποία είχαν καλλιεργήσει υπομονετικά για μια εικοσαετία προηγούμενες διοικήσεις. Η εξέλιξη αυτή, λόγω της επιμονής της ινδικής κυβέρνησης στην εισαγωγή ρωσικού πετρελαίου, όπως και η – υπό την αιγίδα της Κίνας – Σύνοδος της Σανγκάης του Σεπτεμβρίου του 2025, σημαίνει ότι στο επίπεδο του διεθνούς συστήματος θα εξακολουθήσουν η προσέγγιση μεταξύ των μη δυτικών δυνάμεων και η ένταση της προσπάθειάς τους για ένα νέο πολυπολικό σύστημα του οποίου επιθυμούν να γράψουν τους κανόνες.

Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Η χρονιά της σκόρπιας σκέψης

Γράφει η Μυρσίνη Γκανά

Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να προσδιορίσω πού αρχίζει αυτή η χρονιά. Η μετα-COVID εποχή έχει φτιάξει έναν άμορφο χυλό στο κεφάλι μου και ενώ βλέπω πράγματα που ξεχωρίζουν με μεγάλη ευκρίνεια, μου είναι αδύνατον να τα τοποθετήσω στη σωστή χρονική στιγμή: ίσως έγιναν πριν από δύο μήνες, ίσως πριν από τρία χρόνια. Ποιος ξέρει; Σίγουρα όχι εγώ. Το πού τελειώνει, ευτυχώς, είναι πιο ξεκάθαρο: στο τώρα.

Κι όμως, ομολογώ πως ούτε καν το τώρα δεν είναι πια ξεκάθαρο, τίποτα δεν είναι πια ξεκάθαρο. Το 2025 ήταν η χρονιά της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης, ένα θέμα που, μέσα σε 12 περίπου μήνες, αρχίζει ήδη να φαντάζει μπανάλ, κουραστικό, αδιάφορο, ενώ ταυτόχρονα έχει θολώσει για τα καλά την πραγματικότητα.

Θυμάμαι αμυδρά ότι κάπου στις αρχές του χρόνου ξεκίνησαν όλοι μια μέρα να πειράζουν φωτογραφίες με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης και να κατακλύζουν τα social media με εικόνες στο στυλ του ιαπωνικού studio Ghibli και την επόμενη μέρα όλοι να συζητούν για το αν είναι ηθικό και θεμιτό να μπορεί να χρησιμοποιεί κανείς έτσι τη δουλειά ενός καλλιτέχνη, τι νόημα έχει όλο αυτό και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Περίπου δύο δευτερόλεπτα κράτησε αυτή η συζήτηση, γιατί αμέσως μετά μπήκε για τα καλά στη ζωή μας το ChatGPT. Οχι μόνο του, ήρθαν κι άλλα μοντέλα, αλλά νομίζω μπορούμε να δεχτούμε ότι αυτό μοιάζει να κατέκτησε το κοινό, σε σημείο που πλέον, και σαφέστατα αυτό έγινε μέσα στο 2025, ακούς όλο και λιγότερο ανθρώπους να λένε «μισό λεπτό να γκουγκλάρω» και όλο και περισσότερους να λένε «μισό λεπτό να ρωτήσω το τσατ».

Το «τσατ» έγινε, μέσα σε λίγους μόνο μήνες, πιστός σύντροφος των πάντων: υπάρχουν αυτοί που θα πουν «το χρησιμοποιώ μόνο για κάποια πράγματα στη δουλειά», οι «παίζω απλώς μαζί του», οι «του είπα τα πάντα για τη σχέση μου και αυτά που μου απάντησε ήταν πολύ σωστά και βρίσκει κι αυτό ότι έχω δίκιο», οι «του έδειξα τις ιατρικές μου εξετάσεις και μου είπε ότι πρέπει να πάω στον γιατρό».

Δεν ήταν μόνο το ChatGPT όμως που καθόρισε τη χρονιά που φεύγει. Οι αλγόριθμοι τα έδωσαν όλα και κατέκλυσαν τις οθόνες, τα μάτια και το μυαλό μας με βιντεάκια, προϊόντα κι αυτά των νέων δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης. Είδαμε κάθε λογής ζωάκια να χοροπηδούν σε τραμπολίνα, σκηνές όλο και πιο αληθοφανείς που μας κάνουν πια καχύποπτους απέναντι σε όλα, και ταυτόχρονα έναν πρόεδρο των ΗΠΑ που λέει και γράφει τόσο ακραία και απίστευτα πράγματα, που επίσης μας κάνει να αναρωτιόμαστε τι μπορεί να είναι αληθινό και τι όχι, από την αντίθετη πλευρά αυτή τη φορά.

Στα καθ’ ημάς, φέτος ήταν σίγουρα η πρώτη φορά στη ζωή μου που σκέφτηκα, και ίσως και να είπα, «έξω οι ξένοι», και αναφερόμουν στους ατελείωτους τουρίστες που έχουν καταλάβει κάθε σημείο της πόλης, αλλά και στους κάθε λογής «νομάδες» που καταφθάνουν – όχι σαν τους παλιούς αποικιοκράτες που εκτός από το να εκμεταλλευτούν τις όποιες πλουτοπαραγωγικές πηγές θεωρούσαν ότι έδιναν και μια ευκαιρία σε αυτούς τους βάρβαρους να εκπολιτιστούν – για να απολαύσουν το χάος, τις χαμηλές για τα δικά τους δεδομένα τιμές (που όλο ανεβαίνουν), τους χαριτωμένους ντόπιους, την «αυθεντικότητα», και ενώ αποτελούν καθοριστικό παράγοντα της αλλαγής της φυσιογνωμίας της πόλης, ενοχλούνται από αυτή και σύντομα ίσως φύγουν για κάποια πιο «αυθεντική εμπειρία» που θα μετατρέψουν επίσης σε κενή κοινοτοπία.

Η Πρωτοχρονιά ήταν πάντα η αγαπημένη μου γιορτή, με κάνει να νιώθω ελπίδα, αισιοδοξία, προσδοκία, διάθεση να επενδύσω εκ νέου σε ιδέες και σχέδια και να δοκιμάσω καινούργια πράγματα. Προσπαθώ να βρω κάποια θετικά στοιχεία που θα μου επιτρέψουν να γιορτάσω τον ερχομό του νέου έτους.

Τα σκληρά γεγονότα και οι πολιτικές προβλέψεις δεν είναι με το μέρος μου, άρα στρέφομαι στους ανθρώπους: όσους βρίσκονται κοντά μου, παλιούς και νέους, αλλά και όσους αναγνωρίζουν ήδη παντού τη φωνή του ChatGPT και τους φαίνεται ανυπόφορη, όσους βρίσκονται πίσω από οτιδήποτε έξυπνο παράγει η τεχνητή νοημοσύνη, όσους αναζητούν περισσότερη επαφή, σύνδεση, μοίρασμα, χαρά από κοντά, όσους, ακόμα κι αν δεν μπορούν να είναι μαζί μας, μόλις αλλάξει ο χρόνος θα μας τηλεφωνήσουν για να ευχηθούμε καλή χρονιά.

Η κυρία Μυρσίνη Γκανά είναι ποιήτρια και μεταφράστρια.