Πριν από λίγο καιρό έγινε το μνημόσυνο ενός καλού φίλου, στην επέτειο των τριών χρόνων αποδημίας του. Μαζευτήκαμε στο νεκροταφείο Καλλιθέας μερικοί φίλοι και στενοί συγγενείς, για να τιμήσουμε τη μνήμη του και να ανανεώσουμε τη μεταξύ μας υπόσχεση ότι, όσο θα υπάρχουμε, κάτι από εκείνον θα παραμένει, εντός μας τουλάχιστον, ακόμα ζωντανό.
Η φωτογραφία του, τοποθετημένη κατά τα ταφικά έθιμα στο κεφάλι του μνήματος, μας κοιτούσε με εκείνο το αφοπλιστικό χαμόγελο που ήταν το σήμα κατατεθέν του όσο ζούσε, σχεδόν σαν να μας πείραζε, απαθανατισμένη από ένα παρελθόν που δεν φανταζόταν το σύντομο μέλλον του. «Τι μνημονεύετε ακριβώς;» σαν να μας ρωτούσε. «Εμένα, τη δική μου ανάμνηση μέσα σας, ή το πολύτιμο πέρασμα όλων μας από τον κόσμο;».
Κάναμε τα προβλεπόμενα, ακούσαμε το όμορφο τροπάριο του – όπως πάντα – βιαστικού ιερέα, και ύστερα κατευθυνθήκαμε προς μια κοντινή ταβέρνα, περίπου σαν να ντρεπόμασταν για την ενδόμυχη ελπίδα ότι ένα ίχνος του, πέρα από το καθρέφτισμά του στη σκέψη μας, ίσως να παραμένει όντως ζωντανό κάπου.
Το Πάσχα που βρίσκεται και πάλι εδώ αποτελεί την πεμπτουσία ετούτης της εξόχως χριστιανικής, αλλά και πλέον αδιανόητης, υπόσχεσης. Της υπόσχεσης, όχι μονάχα ότι οι ψυχές μας δεν θα πεθάνουν μαζί με το σώμα μας, αλλά ότι, κάποια ορισμένη, προαναγγελθείσα στις γραφές μέρα, τα σώματά μας θα αναδυθούν απ’ τους τάφους για να επανενωθούν με το μεταστάν άυλο συνθετικό τους, εγκαινιάζοντας μια καινούργια, αιώνια, όλβια ύπαρξη.
Μια νέα ζωή δίχως φθορά, όπου ύλη και πνεύμα θα έχουν αναβαπτιστεί διά παντός στην αθανασία της θεϊκής αγάπης. Κάποτε, ιδίως στη διάρκεια των Χαιρετισμών ή της Μεγάλης Εβδομάδας, όταν τα βήματά μου με φέρνουν σε κάποιον ναό, αναρωτιέμαι πόσοι από όσους παρίστανται μαζί μου στη λειτουργία πιστεύουν πραγματικά σε κάτι τέτοιο.
Στα βιβλία φαντασίας που διαβάζω, ακόμα και σε εκείνα που γράφω, συχνά γίνεται λόγος για την πάταξη του θανάτου – αν και σχεδόν ποτέ με ευπρόσδεκτη έκβαση. Στον αρχετυπικό Φρανκενστάιν της Μέρι Σέλεϊ, το ξαναζωντάνεμα του πλάσματος οδηγεί σε μια τερατογένεση με συντριπτικές προεκτάσεις. Στο Ubik του Φίλιπ Κ. Ντικ, η επαναφορά στη ζωή δεν έχει κανένα σωτηριολογικό νόημα, αποτελώντας απλά την παρενέργεια ενός θαυματουργού σπρέι (!) που καταλήγει να φέρνει τους ανθρώπους σε μια ενδιάμεση κατάσταση, μιας αέναα παρατεινόμενης, ημι-ζωντανής, ημι-θανούς ύπαρξης.
Στην επική σειρά Hyperion Cantos του Νταν Σίμονς, το τίμημα της αθανασίας είναι εξίσου βαρύ: όσοι την αγγίζουν, γίνονται ψυχικά και πνευματικά ακρωτηριασμένοι, μολυσμένοι από ένα παράσιτο που τους καθιστά απέθαντους, περισσότερο ως τιμωρία και λιγότερο ως ανταμοιβή.
Στα μεταγενέστερα έργα του κυβερνοπάνκ, η ψηφιακή μεταφόρτωση της διάνοιας από σώμα σε σώμα επίσης δεν διαθέτει κανένα ευφρόσυνο ή μεσσιανικό στοιχείο. Οι ήρωές τους διαιωνίζουν μια υπαρξιακή κενότητα σε σύνδεση περισσότερο με την αρχαιοελληνική Αχερουσία, όπου οι νεκροί περιφέρονται ως θλιβερές σκιές του εαυτού τους, και λιγότερο με την υπεσχημένη, αναστάσιμη αιωνιότητα των κηρυγμάτων του χριστιανισμού.
Η αδιανόητη υπόσχεση, κατά τα φαινόμενα, δεν διατηρεί την παλιά δύναμή της στον σύγχρονο άνθρωπο. «Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατο» λέει ο ύμνος της εξόδιας ακολουθίας, και αυτό είναι ίσως το πυρηνικό περιεχόμενο της σχέσης μας με το βιολογικό τέλος σήμερα.
Δίχως τη μεταφυσική παραμυθία της μετάβασης σε κάποιο επέκεινα, και – εννοείται – δίχως την ελπίδα της επανένωσης με τον σαρκικό μας εαυτό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στη χώρα μας η πρακτική της καύσης των νεκρών ολοένα και εξαπλώνεται – αντιβαίνοντας ευθέως στο γράμμα τής κατά την ορθόδοξη πίστη προσδοκίας «ανάστασης νεκρών και ζωής του μέλλοντος αιώνος».
Σκέφτομαι ωστόσο μήπως όλο αυτό δεν είναι παρά ένα προϊόν της περιόδου που διανύουμε. Ετούτης της «χάλκινης», μεταβατικής εποχής, πάνω-κάτω εδώ και δύο αιώνες, όπου έχει χαθεί η πίστη στα πάντα, δίχως να συνοδεύεται από την ελπίδα σε τίποτα.
Και μήπως, κάποια στιγμή στο μέλλον, αυτό το νέφος της απροσδιοριστίας που μας περιβάλλει, με κάποιον τρόπο (Επιστημονικό; Διαισθητικό; Ψηφιακό; Με τη βοήθεια μιας νέας βιολογίας της αντίληψης;) γίνει κατορθωτό να διαρρηχθεί. Και αν, μέσα απ’ τα πέπλα των έως χθες αδιαπέραστων, αδιαφανών διαστάσεων, μπορέσουμε να διακρίνουμε το χαμόγελο μιας ζωής που τη νομίζαμε χαμένη για πάντα.
Κάτι. Ενα σινιάλο. Ενα νεύμα από αλλού.
Αυτή είναι για μένα η μορφή της ελπίδας. Αν υπάρχει. Γι’ αυτό και συνεχίζω να την επικαλούμαι, πηγαίνοντας καμιά φορά, τέτοιες μέρες συνήθως, σε κάποια εκκλησία. Οπου, στοιχηματίζω, είναι πολλοί που ελπίζουν παρόμοια. Τυφλά. Αδοξα. Ψηλαφητά. Αλλά και παραδόξως επίμονα.
Ο κ. Νίκος Α. Μάντης είναι συγγραφέας.






