Η πολιτική δεν είναι μόνο διαχείριση συμβόλων. Είναι άσκηση ισορροπίας: αφενός η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς συγκυρίας, αφετέρου η ικανοποίηση των εσωτερικών αναγκών της κοινωνίας. Στη βάση αυτού του σκεπτικού, η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να αναζητήσει, μετά την επανεκλογή του το καλοκαίρι του 2023, οδούς σύγκλισης με την Τουρκία διακρίνεται από στρατηγικά χαρακτηριστικά.
Τότε στο Μέγαρο Μαξίμου είχαν εμπεδώσει ότι αν αναλωνόταν και η νέα τετραετία σε μια διαρκή αντιπαράθεση με την Τουρκία θα ήταν αδύνατο να εφαρμόσουν την εξαγγελθείσα μεταρρυθμιστική ατζέντα τους. Ακόμα κι αν αρκετές από τις εισηγήσεις υποδείκνυαν ότι ο ίδιος μεγεθύνθηκε πολιτικά ακριβώς επειδή διαχειρίστηκε με επιτυχία μια σειρά κρίσεων – και δη της παραλίγο εισβολής χιλιάδων μεταναστών στον Εβρο, καθώς και του «Ορούτς Ρέις» στην Ανατολική Μεσόγειο –, ο κ. Μητσοτάκης είχε λάβει τις αποφάσεις του: με υπουργό Εξωτερικών τον Γιώργο Γεραπετρίτη θα αναζητούσαν modus vivendi με την Αγκυρα, με απώτερο, φιλόδοξο, στόχο την παραπομπή της διαφοράς οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στη διεθνή δικαιοδοσία.
Τρία χρόνια μετά, καθώς η Αθήνα τελεί εν αναμονή της κατάθεσης του νομοσχεδίου, όπου σύμφωνα με τις διαρροές θα συμπεριλαμβάνονται οι τουρκικές αναθεωρητικές θέσεις της «Γαλάζιας Πατρίδας», κι ενώ ενδιαμέσως αποδείχθηκε ότι Ελλάδα και Τουρκία δεν πρόκειται να προσφύγουν στη Χάγη, δύο καίρια ερωτήματα προκύπτουν εντός της γαλάζιας παράταξης: ήταν πετυχημένη ή έστω αποτελεσματική η πολιτική των «ήρεμων νερών»; Μήπως πρέπει από εδώ και στο εξής, εν όψει μιας νέας πιθανής κλιμάκωσης της έντασης και καθώς ο χρόνος μετράει αντίστροφα έως τις εκλογές, η στρατηγική να αλλάξει;
Εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις
«Πώς θα έκανε η Ελλάδα όλα αυτά που έκανε αν δεν ήταν στα “ήρεμα νερά” με την Τουρκία» έχει αναρωτηθεί επανειλημμένως ο κ. Γεραπετρίτης, υπερασπιζόμενος την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, η οποία άλλωστε χαράσσεται από το ΚΥΣΕΑ με επικεφαλής τον Πρωθυπουργό. Ο υπουργός Εξωτερικών αναφέρεται κυρίως στην ενίσχυση των διεθνών συμμαχιών της χώρας με το Ισραήλ, τα κράτη του Κόλπου, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ινδία, αλλά και στη διάνοιξη του χρόνου ώστε έπειτα από μια σχεδόν δεκαετή κρίση οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις να ισχυροποιηθούν, περνώντας σε μια νέα εποχή.
«Η πολιτική του κατευνασμού είναι μια φενάκη και οδηγεί σε αποθράσυνση των γειτόνων», ήταν η πλέον χαρακτηριστική αποστροφή του Αντώνη Σαμαρά κατά τη διάρκεια της τελευταίας ομιλίας του στη Βουλή. Ο πρώην πρωθυπουργός πιστεύει ότι «ήρεμα νερά» δεν υπήρξαν ποτέ – αντιθέτως, κάθε βήμα «υποχώρησης» πριμοδοτεί την επόμενη διεκδίκηση της Τουρκίας και η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου και του υπουργείου Εξωτερικών είναι αποτυχημένη. Σύμφωνα με εκείνον, το νομοσχέδιο αποτελεί σημείο καμπής («turning point») και η εθνική κρίση ελλοχεύει.
Για τον Κώστα Καραμανλή «η πολιτική των ήρεμων νερών πρέπει να μας προβληματίζει». Ο έτερος πρώην πρωθυπουργός, σαφώς πιο διπλωματικός, χαρακτήρισε «κατανοητή» την προσπάθεια αποφυγής εντάσεων, επιφυλάχθηκε όμως λέγοντας ότι αν αυτή η συμπεριφορά «παρερμηνεύεται ως υποχωρητικότητα στην άσκηση του παραμικρού δικαιώματος ακόμα και στο κέντρο του Αιγαίου», το κόστος καθίσταται «δυσανάλογα μεγαλύτερο» από το επιδιωκόμενο υποτιθέμενο όφελος.
Εμφανώς, οι απόψεις των αρμόδιων κυβερνητικών στελεχών και των πρώην πρωθυπουργών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Οι πρώην διατυμπανίζουν ότι η Ελλάδα έχει παραιτηθεί από τα κυριαρχικά δικαιώματά της, και στο Μέγαρο Μαξίμου και την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών δείχνουν αυτά που οι ίδιοι θεωρούν ως έμπρακτη άσκησή τους: Κατάθεση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (ΘΧΣ), χάραξη θαλασσίων πάρκων, ενδιαφέρον της Chevron για τα νοτιοανατολικά της Κρήτης.
Αμφότερες οι απόψεις βρίσκουν σήμερα υποστηρικτές στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας. Το ίδιο συμβαίνει με τον δημόσιο λόγο του υπουργού Αμυνας Νίκου Δένδια, ο οποίος μπορεί πλέον να θεωρείται ότι έχει περάσει στο σκληρό μπλοκ – αυτό άλλωστε επιτάσσει το χαρτοφυλάκιό του – συχνά όμως αναφέρεται στο «παράθυρο ευκαιρίας» που υπάρχει ώστε να επιλυθεί η τουρκική διαφορά, αρκεί η Αγκυρα να κάνει τα απαραίτητα πίσω βήματα.
Οπως, πάντως, λέει στο «Βήμα» παλαιό στέλεχος του κόμματος «το γεγονός ότι πολλοί βουλευτές ταυτίζονται με τις θέσεις του Καραμανλή ή ακόμα και αυτές του Σαμαρά δεν σημαίνει ότι είναι διατεθειμένοι ν’ ανοίξουν ρήγμα με το Μαξίμου με αντικείμενο τα ελληνοτουρκικά, ειδικά εν όψει της προεκλογικής περιόδου». Σύμφωνα με αυτή τη λογική, δεν είναι τόσο η «υποχώρηση» που απασχολεί την ΚΟ, όσο το γεγονός ότι οι διαρροές προς τα δεξιά εξαιτίας της εξωτερικής πολιτικής που χαράσσει η κυβέρνηση κοστίζει ψήφους.
Υπέρ και κατά
Πράγματι, αν το επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη αναζητεί τα χαμένα ποσοστά του από τα δεξιά τότε μάλλον η παραμονή στα «ήρεμα νερά» δεν θα ωφελήσει. Σύμφωνα, όμως, με διασταυρωμένες πληροφορίες η θέση που κυριαρχεί στο Μέγαρο Μαξίμου και στην ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών είναι ότι «δεν πρόκειται να κάνουμε εξωτερική πολιτική για κομματικό όφελος».
Αρα, ακόμα κι αν η αντίδραση της κυβέρνησης στο τουρκικό νομοσχέδιο είναι σκληρή, ανάλογη των διατάξεων που θα συμπεριλαμβάνονται, η φιλοσοφία παραμένει ως έχει: «Ο διάλογος με την Τουρκία θα πρέπει να συνεχιστεί, ενώ εξίσου απαραίτητο είναι να διατηρηθούν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας». Αλλωστε, σε αυτό το σκεπτικό συντείνουν τόσο η αστάθεια της διεθνούς συγκυρίας, όσο και η βεβαιότητα που επικρατεί στο επιτελείο του Πρωθυπουργού ότι το κεντρώο κοινό αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της εποχής και προσλαμβάνει με θετικό πρόσημο την πολιτική των «ήρεμων νερών».
Ομως, στην ΚΟ καταγράφονται άλλες, διακριτές φωνές. Για παράδειγμα, βουλευτής των Αθηνών επισημαίνει ότι «είναι άκρως απαραίτητο ν’ αλλάξουμε γραμμή, δυστυχώς η ηγεσία δεν έχει αντιληφθεί ότι όσο επιτρέπουμε στην Τουρκία να ασκεί την αναθεωρητική πολιτική της και εμείς παραμένουμε ήπιοι τόσο η πίεση σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας θα αυξάνεται». Ο ίδιος, μάλιστα, παραπέμπει στον εξαιρετικό αντίκτυπο που είχαν για την κυβέρνηση κινήσεις όπως η κατάθεση του ΘΧΣ, εννοώντας ότι η εξωτερική πολιτική πρέπει να καταστεί ακόμα πιο ενεργητική έναντι της Αγκυρας.
Στον αντίποδα βουλευτής της περιφέρειας, προερχόμενος μάλιστα από τη νησιωτική Ελλάδα, θεωρεί ότι «ναι μεν ένας κακός γείτονας με αναθεωρητικές βλέψεις δεν είναι αποδεκτός, η κυβέρνηση όμως ακολουθεί τη γραμμή που επιβάλλεται από τις διεθνείς κρίσεις: ενισχύουμε τις Ενοπλες Δυνάμεις και τις συμμαχίες μας, προχωρούμε σε κατοχύρωση κυριαρχικών δικαιωμάτων και ενημερώνουμε ετέρους και συμμάχους για τις πιθανές κινήσεις της Τουρκίας. Και άλλωστε ο κόσμος επικροτεί αυτές τις δράσεις μας». Ο ίδιος μάλιστα αναρωτιέται: «Ο Καραμανλής επισημαίνει σωστά τους κινδύνους, αλλά όπως και ο Σαμαράς τι ακριβώς προτείνουν να γίνει; Να είμαστε σε μια διαρκή αντιπαράθεση με την Τουρκία; Ποιον θα ωφελήσει αυτό;».
Πάντως, δεν είναι λίγες οι φορές στην πολιτική Ιστορία της χώρας όπου η εξωτερική πολιτική εργαλειοποιήθηκε από την κυβέρνηση ή/και την αντιπολίτευση για εσωτερικούς, ακόμα και ψηφοθηρικούς σκοπούς. Αλλωστε, ο πειρασμός της επανεκλογής ή της ανάρρησης στην εξουσία είναι τεράστιος. Τι ακριβώς θα πράξει η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη θα φανεί τις επόμενες εβδομάδες.






