Αποτελεί καθημερινότητα για δισεκατομμύρια άτομα παγκοσμίως και εκατομμύρια στη χώρα μας η συνεχής «πάλη» με τις οικονομικές δυσκολίες. Αυτή η μόνιμη μάχη όμως με τα χρήματα που ποτέ δεν φθάνουν έχει ως κύριο «θύμα» τον εγκέφαλο, σύμφωνα με νέα μελέτη ερευνητών του University College του Λονδίνου (UCL) που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Innovation in Aging».
Στο πλαίσιο της μελέτης αναλύθηκαν δεδομένα που αφορούσαν 2.759 άτομα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ολοι οι εθελοντές συμπλήρωναν ερωτηματολόγια καθ’όλη τη διάρκεια του βίου τους συμμετέχοντας στην Εθνική Μελέτη MRC για την Υγεία και την Ανάπτυξη (γνωστή επίσης ως Βρετανική μελέτη κοόρτης του 1946).
Μεγαλύτερη γνωστική φθορά μετά τα 50 έτη
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα άτομα που είτε είχαν επίμονα οικονομικά προβλήματα είτε μόνιμα χαμηλό εισόδημα στην αρχή αλλά και στο μέσον της ενήλικης ζωής τους εμφάνιζαν χαμηλότερα σκορ σε γνωστικά τεστ στην ηλικία των 53 ετών.
Περαιτέρω ανάλυση σε απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου, που διεξήχθη σε μια υπο-ομάδα των εθελοντών, έδειξε ότι τα άτομα με σταθερά χαμηλό εισόδημα παρουσίαζαν χειρότερη υγεία του εγκεφάλου (για παράδειγμα μεγαλύτερη συρρίκνωσή του) αργότερα στη ζωή τους (συγκεκριμένα στις ηλικίες 69 ως 71 ετών).
Οι συσχετίσεις αυτές φάνηκε να παραμένουν ισχυρές ακόμη και όταν ελήφθησαν υπόψη άλλοι παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα όπως η γνωστική ικανότητα στην παιδική ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο ή το μη υποστηρικτικό πλαίσιο κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής.
Όπως ανέφερε ο δρ Ζακ Γουέλς, εκ των κύριων συγγραφέων της μελέτης από το Τμήμα για τη Διά Βίου Υγεία και τη Γήρανση του UCL «οι περισσότερες μελέτες σχετικά με τη γνωστική φθορά διερευνούσαν την επίδραση των οικονομικών δυσπραγιών μόνο σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Η δική μας μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα δεκαετιών και μας επέτρεψε να δούμε τι προκαλεί η συσσώρευση των οικονομικών προβλημάτων σε μάκρος χρόνου σε ό,τι αφορά τη γνωστική υγεία».
Η μείωση της χρόνιας φτώχειας «κλειδί» για λιγότερες περιπτώσεις άνοιας
Από την πλευρά της η κύρια συγγραφέας της μελέτης, από το Τμήμα για τη Διά Βίου Υγεία και τη Γήρανση καθώς και από το Κέντρο Μακροπρόθεσμων Μελετών του UCL, καθηγήτρια Πραβίθα Παταλέι σημείωσε πως τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι «η ενίσχυση των ατόμων με οικονομικά προβλήματα και η μείωση της χρόνιας φτώχειας μπορούν να συμβάλλουν στην πρόληψη της γνωστικής φθοράς και των περιπτώσεων άνοιας στο μέλλον».
Ανδρες τα κύρια «θύματα»
Η ερευνητική ομάδα είδε μάλιστα πως η σύνδεση μεταξύ των οικονομικών δυσπραγιών και της φτωχότερης υγείας του εγκεφάλου αργότερα στη ζωή ήταν ιδιαιτέρως ισχυρή στους άνδρες, στα άτομα που μεγάλωσαν σε ένα ασταθές περιβάλλον ως παιδιά καθώς και σε όσους φέρουν τη γονιδιακή παραλλαγή APOE-ε4 η οποία αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης νόσου Αλτσχάιμερ.
Οι άνδρες που αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα εμφάνισαν επίσης χαμηλότερα σκορ σε γνωστικά τεστ στα οποία υπεβλήθησαν στην ηλικία των 53 ετών σε σύγκριση με τις γυναίκες ίδιας ηλικίας. Πιθανές αιτίες για αυτή τη διαφορά, κατά τους ερευνητές, περιλαμβάνουν το ότι οι άνδρες που αντιμετωπίζουν οικονομική δυσπραγία είναι πιθανότερο να έχουν επιβλαβείς συμπεριφορές υγείας (όπως το κάπνισμα και η κατάχρηση αλκοόλ) σε σχέση με τις γυναίκες που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα. Παράλληλα οι άνδρες συχνά βιώνουν εντονότερα το στρες εξαιτίας των οικονομικών δυσκολιών – ιδίως στις παλαιότερες γενιές στις οποίες ο άνδρας εθεωρείτο ο κατεξοχήν «κουβαλητής» του σπιτιού (αυτό συνέβαινε κατά κόρον στη συγκεκριμένη κοόρτη στην οποία οι συμμετέχοντες γεννήθηκαν στο σύνολό τους το 1946).
Οι μηχανισμοί που οδηγούν σε γνωστική φθορά
Σύμφωνα με τους ερευνητές, υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί μηχανισμοί οι οποίοι συνδέουν την ταχεία γήρανση του εγκεφάλου με τις οικονομικές δυσκολίες. Ενας από τους κυριότερους είναι η φλεγμονή που προκαλείται από το χρόνιο στρες και η οποία είναι γνωστό ότι επιταχύνει την εγκεφαλική γήρανση. Ενας άλλος παράγοντας αφορά τη συνεχή ανησυχία σχετικά με την έλλειψη χρημάτων η οποία αυξάνει το γνωστικό φορτίο μην αφήνοντας χώρο στο άτομο να «ακονίσει» τον εγκέφαλό του σε άλλα γνωστικά αντικείμενα.
Αξιοσημείωτο ήταν πάντως το γεγονός ότι ενώ τα άτομα με οικονομικά προβλήματα και χαμηλό εισόδημα είχαν χειρότερες επιδόσεις στα γνωστικά τεστ στην ηλικία των 53 ετών, η γνωστική φθορά τους φάνηκε να εξελίσσεται πιο αργά μεταξύ 53 και 69 ετών – αυτό, κατά τους ερευνητές, οφειλόταν πιθανότατα στο ότι τα συγκεκριμένα άτομα είχαν εμφανίσει πολύ μεγάλες και ταχείες γνωστικές απώλειες σε πιο μικρή ηλικία σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους που δεν αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα.
Πώς ορίστηκε η επίμονη οικονομική δυσπραγία
Οι συμμετέχοντες απάντησαν σχετικά με το εισόδημά τους σε τρεις χρονικές στιγμές – στα 24, στα 43 και στα 53 έτη τους – και κατηγοριοποιήθηκαν ως άτομα με επίμονη οικονομική δυσπραγία αν είχαν βρεθεί τουλάχιστον δύο φορές στο 20% των ατόμων με το χαμηλότερο εισόδημα επί του συνόλου (συνολικά το 16% των εθελοντών ή ένας στους έξι ανήκε σε αυτή την ομάδα των επίμονων οικονομικών προβλημάτων).
Τα γνωστικά τεστ που διεξήχθησαν στους εθελοντές περιελάμβαναν αξιολόγηση της λεκτικής μνήμης και της επεξεργασίας των πληροφοριών. Παράλληλα μαγνητικές τομογραφίες επέτρεψαν στους ερευνητές να εκτιμήσουν την ατροφία του εγκεφάλου η οποία αποτελεί σημάδι κακής εγκεφαλικής υγείας.
Η Βρετανική μελέτη κοόρτης του 1946, που διεξάγεται από το UCL, είναι η πιο μακροπρόθεσμη μελέτη παγκοσμίως η οποία παρακολουθεί εθελοντές από τη γέννησή τους ως σήμερα. Νωρίτερα εφέτος οι συμμετέχοντες γιόρτασαν τα 80α γενέθλιά τους.




