Τον γνώρισε όλος ο κόσμος ως Μεξικανό βαρόνο των ναρκωτικών Πάμπλο Εσκομπάρ, στη σειρά «Narcos» του Netflix. Τώρα ο Βάγκνερ Μόουρα ανεβαίνει στη σκηνή της Πειραιώς 260 όχι ως ένας ακόμη χαρισματικός αντιήρωας, αλλά ως ένας άνθρωπος που ζητά να δικαστεί ξανά από την κοινωνία. Στο «A Trial», που παρουσιάζεται στις 26 και 27 Ιουλίου από το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, ο Βραζιλιάνος ηθοποιός υποδύεται τον γιατρό Τόμας Στόκμαν από τον «Εχθρό του λαού» του Χένρικ Ιψεν, ενώ η υπόθεση εκτυλίσσεται στη σύγχρονη Βραζιλία. Η τελική ετυμηγορία ανατίθεται στους θεατές.
Η παράσταση που δημιούργησε ο Μόουρα μαζί με τη σκηνοθέτρια Κριστιάν Ζαταΐ, δεν είναι μια νέα διασκευή του κλασικού έργου του Ιψεν αλλά μια συνέχεια της ιστορίας του: Γνωρίζουμε ότι ο γιατρός Τόμας Στόκμαν, υπεύθυνος υγειονομικού ελέγχου των δημοτικών λουτρών από τα οποία εξαρτάται η ευημερία της πόλης του, ανακαλύπτει ότι το νερό είναι επικίνδυνα μολυσμένο. Συνειδητοποιεί έτσι ότι η προστασία της δημόσιας υγείας απαιτεί πολιτική δράση, κόστος και σύγκρουση. Όταν ο Στόκμαν επιμένει να μιλήσει, η πόλη – θεσμοί, Τύπος και πλειοψηφία– τον στοχοποιεί και τον βαφτίζει «εχθρό του λαού».
Εκσυγχρονίζοντας τον Ίψεν
Στην θεατρική εκδοχή των Μόουρα και Ζαταΐ, ο Στόκμαν επιστρέφει στη σύγχρονη Βραζιλία για να ζητήσει μια δεύτερη αμερόληπτη κρίση. Δικαστές και δικηγόροι απουσιάζουν. Δώδεκα θεατές επιλέγονται ως ένορκοι (μετά από κλήρωση), εξετάζουν τους χαρακτήρες και αποσύρονται για να αποφασίσουν εάν ο γιατρός υπερασπίστηκε τη δημόσια υγεία ή εάν, περιφρονώντας τη βούληση της πλειοψηφίας, υπονόμευσε ο ίδιος τη δημοκρατία.

Foto Caio Lirio @caiolirio-Todos os Direitos Reservados
Η παράσταση στρέφεται στην οικολογική κρίση, στην παραπληροφόρηση, στη σχέση επιστημονικής αλήθειας και οικονομικών συμφερόντων και στους μηχανισμούς με τους οποίους ο αυταρχισμός μπορεί να χρησιμοποιήσει τους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς. Στο μεταίχμιο θεάτρου και κινηματογράφου, η υβριδική σκηνοθετική γραφή της Ζαταΐ συνδυάζει ζωντανή δράση με προ-γυρισμένο υλικό και διαδικτυακές ‘μαρτυρίες’, συνομιλώντας με τη σύνθετη οικολογική και πολιτική πραγματικότητα της Βραζιλίας.
Ο 50χρονος Μόουρα φτάνει στην Αθήνα στην κορυφαία μέχρι σήμερα στιγμή της διεθνούς σταδιοδρομίας του. Για την ερμηνεία του στην ταινία «The Secret Agent» του Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιο κέρδισε το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στις Κάννες το 2025 και τη Χρυσή Σφαίρα δραματικού ρόλου το 2026. Λίγο αργότερα έγινε ο πρώτος Βραζιλιάνος που προτάθηκε για Οσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου. Δεν κέρδισε το αγαλματίδιο –το βραβείο απονεμήθηκε στον Μάικλ Μπ. Τζόρνταν για το «Sinners»–, όμως η υποψηφιότητά του έγραψε ιστορία στο βραζιλιάνικο και παγκόσμιο σινεμά.
Η τέχνη ως πολιτική πράξη
Η επιλογή του Βάγκνερ Μόουρα να επιστρέψει στο θέατρο με ένα έργο για την αλήθεια, τη δημοκρατία και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης δεν είναι τυχαία. Ο Μόουρα δεν έχει κρύψει ποτέ τις προοδευτικές πολιτικές του θέσεις ενώ προσεγγίζει την πολιτική διάσταση της τέχνης σε συνάφεια με τη δουλειά του. «Η τέχνη και η πολιτική συγχωνεύονται· δεν πρέπει να είναι δύο χωριστά πράγματα», έχει δηλώσει στους Los Angeles Times. Ακόμη και μια ρομαντική κομεντί ή μια ταινία κινουμένων σχεδίων, για τον ίδιο, γίνεται πολιτική όταν αγγίζει τον θεατή, τον μεταμορφώνει και τον κάνει να σκεφτεί διαφορετικά τη ζωή του.

Foto Caio Lirio @caiolirio-Todos os Direitos Reservados
Ο ίδιος και ο Μεντόνσα Φίλιο υπήρξαν από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της βραζιλιάνικης καλλιτεχνικής κοινότητας εναντίον του Ζαΐχ Μπολσονάρο. Ο Μόουρα είχε προειδοποιήσει δημόσια για τον κίνδυνο πραξικοπήματος και είχε ασκήσει κριτική στον δικαστή Σέρζιο Μόρο, υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Ασφάλειας κατά την προεδρία Μπολσονάρο. Η παρέμβασή του είχε προσωπικό κόστος. «Δέχθηκα απειλές θανάτου. Ηταν σκληρό», έχει πει στον Guardian.
Το 2019 πραγματοποίησε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το «Marighella», για τον επαναστάτη Κάρλος Μαριγκέλα, ο οποίος δολοφονήθηκε από το δικτατορικό καθεστώς της Βραζιλίας. Παρότι η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βερολίνου, η κυκλοφορία της στη Βραζιλία καθυστέρησε περισσότερο από δύο χρόνια. Ο Μεντόνσα Φίλιο είδε την καθυστέρηση ως «κυνική και ανεπίσημη δολιοφθορά» από την κυβέρνηση Μπολσονάρο, ενώ ο Μόουρα περιέγραφε μια κατάσταση στην οποία ήταν δύσκολο να αντιδράσεις, επειδή κανείς δεν εξηγούσε επίσημα τι είχε συμβεί.
Η εμπειρία της περιόδου Μπολσονάρο στη Βραζιλία (2019-2023), κατά την οποία οι καλλιτέχνες και γενικότερα ο χώρος του πολιτισμού στοχοποιήθηκαν, διαπερνά τόσο το «The Secret Agent» όσο και το «A trial». «Χρειάζεται θάρρος να μένεις πιστός στις αξίες σου όταν όλα γύρω σου υποστηρίζουν το αντίθετο», έχει δηλώσει ο Μόουρα. Για τον Βραζιλιάνο ηθοποιό και σκηνοθέτη, η σημερινή απειλή δεν προέρχεται μόνο από έναν αυταρχικό ηγέτη, αλλά και από τη διάλυση ενός κοινού πεδίου πραγματικότητας: «Δεν ζούμε πια στον ίδιο νοητικό χώρο», έχει σχολιάσει, αναφερόμενος σε έναν δημόσιο διάλογο όπου τα γεγονότα θολώνουν από ανταγωνιστικές «εκδοχές».

Foto Caio Lirio@caiolirio-Todos os Direitos Reservados
Αυτό ακριβώς το ασταθές πεδίο εξετάζει η παράσταση. Η Ζαταΐ και ο Μόουρα εργάστηκαν περίπου έναν χρόνο πάνω στο έργο, συζητώντας για την πολιτική, την οικογένεια, την κοινωνία και τη σχέση ανάμεσα στην ιδιωτική και την αστική ζωή. Η διάσπαση οικογενειών και κοινωνικών ομάδων κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπολσονάρο οδήγησε τους δύο δημιουργούς στο ιψενικό αριστούργημα και στη σύγκρουση ανάμεσα στα αδέλφια Τόμας και Πέτερ Στόκμαν.
Το αποτέλεσμα δεν αγιοποιεί τον γιατρό. Ο Στόκμαν έχει πιθανότατα δίκιο για το μολυσμένο νερό, αλλά σταδιακά αρχίζει να αντιμετωπίζει την πλειοψηφία με περιφρόνηση, θεωρώντας ότι μια φωτισμένη μειονότητα γνωρίζει καλύτερα τι χρειάζεται η κοινωνία. Η παράσταση δεν παραλείπει τις αυταρχικές πλευρές του ήρωα που συχνά αφαιρούνται από άλλες σκηνικές εκδοχές. Το κοινό πρέπει επομένως να αποφασίσει όχι μόνο ποιος λέει την αλήθεια, αλλά και εάν η κατοχή της αλήθειας δικαιολογεί κάθε τρόπο υπεράσπισής της.
Πέρα από τα στερεότυπα του «Narcos»
Ο Βάγκνερ Μανισόμπα ντε Μόουρα γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου 1976 στο Σαλβαδόρ της Μπαΐα. Ξεκίνησε από το θέατρο και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στη Βραζιλία μέσα από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε με τον ρόλο του Πάμπλο Εσκομπάρ στο «Narcos», για τον οποίο προτάθηκε για Χρυσή Σφαίρα το 2016.
Στην τηλεόραση πρωταγωνίστησε επίσης στα «Shining Girls» και «Dope Thief» του Apple TV+ και εμφανίστηκε στην περιπέτεια δράσης «Mr. & Mrs. Smith» του Prime Video. Στον κινηματογράφο έχει συμμετάσχει, μεταξύ άλλων, στις ταινίες «Elite Squad», «Elysium», «The Gray Man» και «Εμφύλιος Πόλεμος», ενώ το 2019 σκηνοθέτησε το πολιτικό δράμα «Marighella».

«Narcos»
Η ερμηνεία του στον «Μυστικό πράκτορα» (2025, «The Secret Agent») τού χάρισε το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στις Κάννες, τη Χρυσή Σφαίρα Α΄ Ανδρικού Ρόλου σε Δράμα και υποψηφιότητα για Οσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου, την πρώτη για Βραζιλιάνο ηθοποιό στην ιστορία του θεσμού.
Η τηλεόραση υπήρξε το μέσο που μετέτρεψε τον Μόουρα σε αναγνωρίσιμο πρόσωπο διεθνώς. Όμως ο ρόλος του Εσκομπάρ λίγο έλειψε να τον παγιδεύσει και να τον τυποποιήσει σε παρόμοιες εμφανίσεις στην οθόνη. «Δεν ήθελα να συνεχίσω να παίζω εμπόρους ναρκωτικών. Οι Λατινοαμερικανοί είναι πολλά περισσότερα από αυτό το διεφθαρμένο πρότυπο», δήλωσε, εξηγώντας γιατί απέρριψε προτάσεις που επαναλάμβαναν το ίδιο στερεότυπο.
Ακολούθησαν διαφορετικοί τηλεοπτικοί χαρακτήρες: ο δημοσιογράφος Νταν Βελάσκες δίπλα στην Ελίζαμπεθ Μος στο «Shining Girls», ένας μυστηριώδης πράκτορας στο «Mr. & Mrs. Smith» και ο Μάνι Καρβάλιο στο αστυνομικό δράμα «Dope Thief». Η διαδρομή αυτή επιβεβαίωσε ότι ο ηθοποιός που ταυτίστηκε με έναν από τους διασημότερους εγκληματίες του 20ού αιώνα μπορούσε να μετακινηθεί από το θρίλερ και την περιπέτεια στην πολιτική αλληγορία και στο ψυχολογικό δράμα.

Ο ΜυστικόςΠράκτορας («The Secret Agent»)
Στην Πειραιώς 260, όμως, ο Μόουρα επιστρέφει στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε: στο θέατρο. Και επιστρέφει με έναν ρόλο που συμπυκνώνει όσα φαίνεται να τον απασχολούν ως καλλιτέχνη και πολίτη: ποιος ελέγχει την αλήθεια, πότε μια κοινωνία μετατρέπει τον διαφωνούντα σε εχθρό και πόσο εύκολα η δημοκρατία μπορεί να υπονομευθεί στο όνομα της ίδιας της πλειοψηφίας. «Με έχουν συμβουλέψει να μην λέω ορισμένα πράγματα. Αλλά θα συνεχίσω να τα λέω», έχει παραδεχθεί.
Οι δύο παραστάσεις του Βάγκνερ Μόουρα στις 26 και 27 Ιουλίου σηματοδοτούν και την πανηγυρική – στην κυριολεξία – ολοκλήρωση του επετειακού προγράμματος του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου στον βιομηχανικό χώρο της Πειραιώς 260.
Τη Δευτέρα 27 Ιουλίου, το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου αποχαιρετά το αθηναϊκό κοινό με μια μεγάλη γιορτή για τα είκοσι χρόνια λειτουργίας του χώρου: μετά το «A trial», οι εργαζόμενοι του Φεστιβάλ παίρνουν τον λόγο σε ένα open mic αφιερωμένο σε όσα απομένουν από μια παράσταση όταν σβήνουν τα φώτα, ενώ η βραδιά κορυφώνεται στην πλατεία με παραδοσιακό πανηγύρι από το μουσικό σχήμα Κιντέρια.
Αγορά εισιτηρίων για την παράσταση «A Trial» σε σκηνοθεσία Κριστιάν Ζαταΐ, βασισμένη στο έργο «Ο Εχθρός του Λαού» του Χένρικ Ίψεν από το intickets.


