Σε «αιώνιο πόλεμο» ή «πόλεμο χαμηλής έντασης» φαίνεται ότι εξελίσσεται, επί του παρόντος, ο αμερικανο-ισραηλινός πόλεμος στο Ιράν. Η κατάρρευση της εκεχειρίας της 17ης Ιουνίου, η επανέναρξη των εχθροπραξιών το τελευταίο δεκαήμερο και ο ναυτικός αποκλεισμός που επανέφερε ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ από την περασμένη Τρίτη (αποκλεισμός όλων των πλοίων από και προς τα ιρανικά λιμάνια), την ίδια στιγμή που το Ιράν απαγορεύει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ όλων των πλοίων που δεν έχουν προηγουμένως λάβει άδεια από τους Φρουρούς της Επανάστασης, ενισχύουν την άποψη πολλών αναλυτών ότι παραμένει το αδιέξοδο ως προς τον τερματισμό της σύρραξης.
Στις βασικές αιτίες του αδιεξόδου εντάσσεται η έλλειψη στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Μιλώντας στο «Βήμα», ο Αλεξ Βατάνκα, πολιτικός αναλυτής ειδικός στο Ιράν στο αμερικανικό think tank Middle East Institute (MEI), συνοψίζει ότι «οι ΗΠΑ έχουν περάσει στη δεύτερη φάση του πολέμου. Κατά την πρώτη φάση, ο στόχος της Ουάσιγκτον έμοιαζε να είναι ο αιφνιδιασμός και η αποσταθεροποίηση του ιρανικού καθεστώτος. Στη δεύτερη φάση, ο στόχος των ΗΠΑ μετατοπίζεται στην άσκηση οικονομικής πίεσης, μέσω του ελέγχου των θαλάσσιων οδών. Ωστόσο, εξακολουθεί να απουσιάζει μια πειστική εξήγηση για το πώς η στρατιωτική πίεση μπορεί να οδηγήσει σε ένα βιώσιμο και διαρκές πολιτικό αποτέλεσμα».
Πρόσθετη πρόκληση
Οπως σημείωσε σε ανάλυσή του ο έμπειρος αρθρογράφος των «New York Times» Στίβεν Ερλάνγκερ, «ακόμη και οι πιο προηγμένες στρατιωτικές δυνάμεις δεν αρκούν αν δεν υπάρχει μια στρατηγική που να μετατρέπει την υπεροχή στο πεδίο της μάχης σε διαρκή πολιτική και διπλωματική επιτυχία». Επιπλέον, ο Τραμπ αντιμετωπίζει την πρόσθετη πρόκληση ότι προσπαθεί να πετύχει τους στόχους του βασιζόμενος αποκλειστικώς στην αεροπορική και ναυτική ισχύ, χωρίς την επιλογή ανάπτυξης χερσαίων στρατευμάτων σε ιρανικό έδαφος – μια επιλογή με μεγάλο πολιτικό κόστος.
Ο Ερλάνγκερ αντιπαραβάλει τον σημερινό πόλεμο στο Ιράν με τον πόλεμο των Αμερικανών στον Περσικό Κόλπο το 1991, ο οποίος ήταν σύντομος και πέτυχε τους στόχους του επειδή ο τότε αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος είχε έναν σαφή και συγκεκριμένο πολιτικό σκοπό: να εκδιώξει τον Σαντάμ Χουσεΐν από το Κουβέιτ.
Σύμφωνα με τον βρετανικό «Economist», μια επιλογή για τον Τραμπ θα ήταν να συνεχίσει τις περιορισμένες επιθέσεις εναντίον ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι ύστερα από πολλές εβδομάδες εντατικών αμερικανικών και ισραηλινών βομβαρδισμών τα οφέλη από περιστασιακά πλήγματα είναι περιορισμένα. Ακόμη και αν οι ΗΠΑ κατάφερναν να καταστρέψουν όλους τους εκτοξευτές πυραύλων στις ιρανικές ακτές, το καθεστώς της Τεχεράνης θα μπορούσε να συνεχίσει να πλήττει πλοία από την ενδοχώρα, καθώς πολλοί από τους πυραύλους και τα drones που διαθέτει έχουν βεληνεκές άνω των 1.000 χιλιομέτρων.
Η κλιμάκωση
Μια δεύτερη επιλογή για τις ΗΠΑ θα ήταν η κλιμάκωση της σύγκρουσης – μια επιλογή η οποία ενέχει σημαντικούς κινδύνους και δεν προσφέρει καμία εγγύηση επιτυχίας. Η τρίτη επιλογή του Τραμπ, εξίσου αναποτελεσματική, θα ήταν να αναζητήσει βοήθεια από άλλες χώρες. Θεωρητικώς υπάρχει μια πολυεθνής αποστολή για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, ενώ και η Βρετανία και η Γαλλία είναι διατεθειμένες να συνεργαστούν με το Ομάν για την εκκαθάριση των ναρκών. Ομως η αναζωπύρωση των συγκρούσεων αποθαρρύνει αρκετές χώρες που θα μπορούσαν να συμμετάσχουν με πολεμικά πλοία.
Το ζήτημα της ελεύθερης διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ είναι το μείζον διακύβευμα στη σύγκρουση, όπως επισημαίνει μιλώντας στο «Βήμα» ο Γάλλος Μπερνάρ Ουρκάντ, πολιτικός αναλυτής, ειδικός στο Ιράν, επίτιμος διευθυντής Ερευνών στο CNRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών) του Παρισιού. «Για το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ είναι ζήτημα εθνικών συνόρων. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούνται από τα χωρικά ύδατα του Ιράν, τα οποία συνορεύουν με τα χωρικά ύδατα του Ομάν. Πρόκειται συνεπώς για τα σύνορά του, τα οποία το Ιράν θέλει να διαφυλάξει – είναι μια έκφραση του ιρανικού εθνικισμού. Ταυτόχρονα, όμως, τα Στενά του Ορμούζ είναι ένα μείζονος σημασίας θαλάσσιο πέρασμα για το διεθνές εμπόριο, ιδίως για τις κινεζικές εισαγωγές και τη μεταφορά πετρελαίου – άρα το Ιράν, μέσω των Στενών, αποκτά διεθνή επιρροή και θεωρεί ότι μπορεί να επηρεάζει τις παγκόσμιες εξελίξεις».
Κατά τον Ουρκάντ, η Κίνα είναι η μόνη δύναμη που θα μπορούσε να επιβάλει την ειρήνη στις ΗΠΑ, στις χώρες της περιοχής και στο Ιράν, υπό μια βασική προϋπόθεση: το Ισραήλ να μην υπονομεύσει αυτή την προσπάθεια. Το Ισραήλ, προσθέτει, έχει τη δυνατότητα να σαμποτάρει μια ειρηνευτική συμφωνία, διότι ο σκοπός του είναι να αποδυναμώσει το Ιράν.
Οι μεγαλύτερες συνέπειες
Ο Τραμπ, συνεχίζει ο γάλλος ειδικός, γνωρίζει πολύ καλά ότι η Κίνα θα ήθελε να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη διευθέτηση της σύρραξης καθώς το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της περιοχής προορίζονται κυρίως για την κινεζική αγορά. «Η Κίνα είναι ο πρώτος μεγάλος χαμένος αυτού του πολέμου. Τα θύματα είναι βέβαια οι Ιρανοί, αλλά από γεωπολιτική και οικονομική άποψη η Κίνα είναι εκείνη που υφίσταται τις μεγαλύτερες συνέπειες. Και για να αποκλείσει την ανάμειξη της Κίνας, ο Τραμπ εξαπολύει επιθέσεις εναντίον της, όπως αυτή που εξαπέλυσε, το βράδυ της Πέμπτης, σχετικά με την υποτιθέμενη παρέμβαση του Πεκίνου στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2020, τις οποίες έχασε».
Ωστόσο, το πρόβλημα της αναποφασιστικότητας για τη διευθέτηση της σύγκρουσης αφορά τόσο την αμερικανική όσο και την ιρανική πλευρά. Ουδείς στις ηγεσίες των δύο χωρών δεν φαίνεται να είναι σε θέση να λάβει μια απόφαση. Ούτε ο Τραμπ, ο οποίος δεν επιθυμεί να δυσαρεστήσει τον σύμμαχό του, το Ισραήλ. Ούτε η ιρανική πλευρά, καθώς στο εσωτερικό των Φρουρών της Επανάστασης υπάρχουν άνθρωποι με πολύ διαφορετικές αντιλήψεις. Από τη μια πλευρά, υπάρχει ο Μοχάμεντ Γκαλιμπάφ, πρόεδρος του Κοινοβουλίου, που είναι πραγματιστής και υπέρ των διαπραγματεύσεων χωρίς να εγκαταλείπει τις ιδεολογικές του αρχές, και από την άλλη βρίσκεται ο Σαέντ Τζαλιλί, σκληροπυρηνικός ιδεολόγος. «Εξαιτίας αυτής της διαίρεσης, δεν υπάρχει σήμερα στο Ιράν καμία σημαντική προσωπικότητα ικανή να λάβει αποφάσεις. Οσο για τον γιο του Αλί Χαμενεΐ, τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ, αυτός είναι ανύπαρκτος» καταλήγει ο Ουρκάντ.



