«Δεν διαβάζω βιβλία, γιατί η δεν μου αρέσει η μυρωδιά τους» – Ντόναλντ Τραμπ
«Έχουν μάλιστα κυκλοφορήσει ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί ή περιγραφές από επικριτές του (όπως ο πρώην βουλευτής Adam Kinzinger ή παραγωγοί του The Apprentice) που αναφέρονται στην προσωπική του οσμή» – ΑΙ
Αυτό το σαιξπηρικό «σάπιο» στο βασίλειο της Δανίας επεκτείνεται, όπως και οι βρωμεροί πόλεμοί του. «Το Σύστημα κατέρρεε», γράφει ο Άσμπερι σε ένα από τα Τρία ποιήματα (εκδόσεις Σαιξπηρικόν, μτφρ. Β. Παπαγεωργίου) που το τιτλοφορεί εξ επί τούτου, «Το Σύστημα», και που στα μάτια μου επέχει θέση της διεισδυτικότερης πολιτικής θεωρίας. Αυτός λοιπόν που «είχε περιπλανηθεί μονάχος, αφήνοντας πίσω του τόσα περιστατικά και γεγονότα, άρχισε να αισθάνεται οπισθοδρομώντας κατά μήκος της αρχέγονης φλέβας που οδηγούσε στο κέντρο του, την αρχή ενός λόξιγκα που, αν του επιτρέπονταν να πυκνώσει, θα έσκαγε στέλνοντας το κέντρο στα άκρα της ζωής».
Και τώρα διαβάζω τι έχω γράψει κι εγώ πριν πολλά χρόνια στο βιβλίο μου για το «Σύστημα» (του καπιταλισμού) και τη «δομική αιτιότητα» που το διέπει. Τότε, που με «ενοχλούσαν» στο Πάντειο οι κνίτες και οι συνάδελφοι.
Με τον όρο «δομική αιτιότητα», όπως την «διαβάζει» ο Αλτουσέρ διαβάζοντας Μαρξ, περιγράφεται η επίδραση της δομής στα μέρη της. Σε αντίθεση με τη «γραμμική αιτιότητα» (αίτιο-αποτέλεσμα), η «δομική αιτιότητα» υποστηρίζει ότι η δομή δεν υπάρχει έξω από τα αποτελέσματά της, αλλά είναι παρούσα μέσα τους όπως ο πόλεμος και η ειρήνη. Άλλωστε, με τον όρο «έννοια» ( Darstellung), ο Μαρξ, από τις πρώτες σελίδες του Κεφαλαίου μας εξηγεί τη «δραστικότητα της δομής». Διαβάζοντας με τη σειρά μου το εμβληματικό Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο του Λουί Αλτουσέρ, προσπάθησα να μπω στη γραμμή των αναγνωστών του.
Σήμερα, σαράντα πέντε χρόνια μετά, χαίρομαι γιατί υπάρχει συνέχεια στις δικές μου νεανικές αναγνώσεις την εποχή του ασφυκτικού αμφιθεάτρου μάλλον, παρά του μοναχικού δωματίου της ηλικίας. Θα μιλήσω λοιπόν, από καρδιάς, για τον Γιώργο Φουρτούνη, που με τη δική του σειρά διαβάζει Γουόρρεν Μόνταγκ, που διαβάζει Αλτουσέρ, που διαβάζει Μαρξ, που (προφανώς) διαβάζει και Σπινόζα.
Όμως ο Φουρτούνης – άξιος μαθητής του Μπαλτά- εμμένει περισσότερο στο ιεραποστολικό καθήκον από εμένα, που, τότε, στους θλιμμένους τροπικούς του Παντείου, κόντεψαν να με καταπιούν κροκόδειλοι.
Σε προσεγμένη έκδοση από τις εκδόσεις «Εκτός γραμμής», που εμψυχώνει ο Γιώργος Καλαμπόκας για να δίνει κουράγιο σε μελετητές που δεν τα βάζουν κάτω, κυκλοφόρησε, πριν λίγες μέρες, το βιβλίο του Φουρτούνη ως ένα γαλλικό κλειδί για όποιον απορεί ακόμη για την «εμμένεια», το «αστάθμητο» και το «υποκείμενο». Κλειδί για τις βασικές έννοιες της πάλαι ποτέ γαλλικής σχολής των Αλτουσέρ, Φουκώ, Λακάν, Ντερριντά, Ντελέζ αλλά και των επιγόνων: από την Μπάτλερ και τον Ζακ-Αλαίν Μιλλέρ έως τον ακατάτακτο-άτακτο Αλαίν Μπαντιού. Τα φαντάσματά μας δηλαδή, στις βιβλιοθήκες και όχι στους δρόμους.
Απορίες του (μετα)δομισμού είναι ο τίτλος του βιβλίου του νεαρού Αναπληρωτή καθηγητή, τίτλος στον οποίο αυτό το «μετά» (εντός παρενθέσεως) που δεσπόζει, προετοιμάζει τον αναγνώστη του ή μάλλον τον ειδοποιεί με το παυλιανό εκείνο: «Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω», που σημαίνει «όποιος δεν εργάζεται (ενώ μπορεί), ας μην τρώει», και που εγώ θα το προέκτεινα σ’ ένα: «Όποιος δεν διαβάζει ας μη διαβάσει», (κάτι σαν το νιτσεϊκό «non legar, non legor- δεν διαβάζομαι, δεν θα διαβαστώ»). Διότι το βιβλίο του Φουρτούνη απαιτεί προηγουμένως εκτός από ανάγνωση και γραφή. Ύφος δηλαδή, όπως του Αλτουσέρ ή του Λακάν αλλά και όλων των άλλων (πλην ίσως της Μπάτλερ).
Ο Φουρτούνης πράγματι, στήνει με τα κείμενά του ένα «ερευνητικό εργαστήρι νέων προσεγγίσεων», παραλείπει όμως μια προϋπόθεση γι’ αυτό: τον Μωρίς Μπλανσό, που με την παραίνεσή του «για να γράψεις πρέπει πρώτα να γράψεις», επηρέασε ομολογημένα όλη τη γαλλική σχολή. Τον Μπλανσό, που η «διαδικασία» της πανεπιστημιακής μας εξέλιξης τον αποκλείει. Με τον Μπλανσό όμως, μπόρεσα να αντιληφθώ από τότε, την ανάγκη (μετα)στροφής προς ένα είδος χορευτικής γραφής. Η απαρχή ήταν Οι απροσδιόριστοι παράγοντές(*) μου, που δεν αξιώθηκαν να μνημονεύονται από ανάλογα σοβαρά βιβλία όπως του Φουρτούνη στην εκτενή βιβλιογραφία. (Ενδεχομένως, το βιβλίο μου να έχει ήδη πολτοποιηθεί και το πιθανότερο, εγώ να έχω σβήσει τα ίχνη του με το μπλάνκο της λογοτεχνίας).
Οι απροσδιόριστοι παράγοντες στην κοινωνία λοιπόν, «μετωνυμικές αιτιότητες», εγγενείς στη γλώσσα, με έστρεψαν σε ολόκληρο το «αλλού». Όχι το άθικτο, ολοένα διογκούμενο, «όλον». Μου έδειξαν μέσα από την ενδεχομενικότητα των κοινωνικών πραγμάτων, να ελκύομαι από το θέλγητρο του «έξω», όπως το αναλύει ο Φουκώ, γράφοντας για τον Μπλανσό στο δοκίμιό του Ο στοχασμός του έξω (εκδόσεις Πλέθρον). Η παράβλεψη αυτής της «εμπειρίας του έξω» κάνει ώστε κάθε επιστημονικός λόγος να καταλήγει σε μια διαφάνεια απλών σχημάτων ενώ θα έπρεπε να αυτοαμφισβητείται.
Και για να συμβεί αυτό θα έπρεπε ακόμα «η γλώσσα της φαντασίες» να εγκαλεί όχι απλώς το αόρατο, δηλαδή τους απροσδιόριστους παράγοντες αλλά να μας κάνει να «δούμε πόσο είναι αόρατη η μη ορατότητα του ορατού» (Φουκώ). Διότι, παρότι σήμερα η ποίηση σταματά να υπάρχει, την ίδια στιγμή σταματά και την ύπαρξη αυτού που ισχυρίζεται ότι έχει κάποιο νόημα. Η λογοτεχνία εν γένει, ως «δοκιμή» της θεωρίας, δείχνει ότι το υποκείμενο δεν ελέγχει τη γλώσσα, αλλά καθορίζεται από αυτήν.
Η είσοδος του ανθρώπου στον πολιτισμό και την κοινωνία ταυτίζεται με την ένταξή του στην τάξη του Συμβολικού που διέπεται από τους κανόνες της γλώσσας -κυρίως τη μετωνυμία και τη μεταφορά- των οποίων η αλτουσεριανή «δομική αιτιότητα» είναι η συνέπεια. Νόημα έχει μόνον η διολίσθηση του νοήματος, το λουκρήτιο «κλίναμεν».
Και αν πράγματι, «η Ιστορία είναι μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο», το άτομο δεν είναι προφανώς ο δημιουργός των κοινωνικών εξελίξεων, αλλά το «στήριγμα» (träger) των κοινωνικών αλλαγών. Συγκρατώ από τις αναλύσεις του Φουρτούνη τις «περιπέτειες της υποκειμενοποίησης» και το παράδοξό της, το οποίο διευκρινίζει η συζήτηση του Ντερριντά με τον Νανσύ (εκδόσεις Πλέθρον)
Συγκρατώ επίσης, τις παρατηρήσεις του πάνω στην φράση του Th. Nagel για την θέα από το πουθενά που διαθέτει ένα βλέμμα όπως η θεωρία στον Μαρξ. Οι ιδέες του Μαρξ είναι «πανταχού παρούσες», όμως μόνο «δυνάμει της “θεωρητικής μορφής” τους» (Μπαλιμπάρ). Και εδώ ο Φουρτούνης δείχνει αυτό που υποστήριζε ο Φουκώ πιο πάνω για τον Μπλανσό, που ισχύει ως προς την μαρξιστική αντινομία: ότι «η καρδιά του αποκλειστικά δικού της ορατού πεδίου, δηλαδή ακριβώς η ουσιώδης ανυπακοή της ιστορίας σε κάθε θεωρία, η ουσιώδης αντιουσιοκρατία της –εάν επιτρέπεται το παράδοξο-, εν ολίγοις η ίδια η ιστορικότητα καθίσταται το τυφλό σημείο της» (Φουρτούνης, σσ. 348-349). Όμως, το τυφλό σημείο δεν είναι απλώς το αόρατο της ιστορικότητας, αλλά το πόσο «είναι αόρατη η μη ορατότητα του ορατού». Την τυφλότητα αυτή, διερωτώμαι, εάν είναι σε θέση να την εξακριβώσει η ίδια ή εάν από το «τυφλό σημείο» ευεργετείται η διαύγεια γιατί αυτό που δεν βλέπει, είναι αυτό που την κάνει να δει.
Εκτιμώ τέλος, την επιστημολογική αγωνία του Φουρτούνη για τις προτεραιότητες και τις πρωτοκαθεδρίες των πρωτοκόλλων.
«Δεν χρειάζεται», γράφει ο Πιερ Μασερέ (εκδόσεις Εκτός γραμμής), «να επιλέξουμε ανάμεσα στην υπόθεση ενός Φουκώ (ακόμη) μαρξιστή και στην υπόθεση ενός Μαρξ (ήδη) φουκωικού. Η συνάντηση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο αναλυτές έχει ήδη πραγματοποιηθεί».
Την πραγματοποίησε προσθέτω, το ύφος της γραφής τους και οι αναγνώστες που το έργο τους δεν περιορίζεται στην κατανόηση αλλά που διαβάζοντας, «τοποθετούνται ένθεν ή εκείθεν της κατανόησης» με «την απλότητα του ελαφρού και του διάφανου», όπως θα τους ήθελε ο Μπλανσό. Επειδή ο Μαρξ διάβαζε Μπαλζάκ, ο Φουκώ, Ρουσέλ, και ο Ντελέζ, Προυστ και Κάφκα, το συγκινητικό (για μένα) βιβλίο του Φουρτούνη αποτελεί ένδειξη ότι ο συγγραφέας του αξίζει να εισέλθει από την πύλη του νόμου στο χώρο της λογοτεχνίας.
Και έξω μαίνεται ο πόλεμος.
(*) «Οι απροσδιοριστοι παράγοντες», εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα,1981.
«Με τη δράση των απροσδιόριστων παραγόντων -την ετερότητα-, διαρρηγνύετε το κέλυφος της δομής, η επαναδιάρθρωσή της, δηλαδή η μετάβαση από έναν δομικό τύπο σε άλλον. Τότε και το υποκείμενο, φορέας των στοιχείων της δομής, γίνεται “δημιουργό”, γινόμενο ταυτόχρονα από τη δομική δράση.
Απο-υποκειμενοποιείται για να επανα-υποκειμενοποιηθεί εκ νέου. Τότε μόνο η συνάρθρωση όλων των στοιχείων των δομών ενός σχηματισμού είναι εμφανής, αλλά και είναι δυνατή η καθιέρωση “ομολογίας” διαφορετικών μεθοδολογικών εργαλείων, όπως ο μαρξισμός και η ψυχανάλυση».



