Η φωτογραφία της κάτοψης της κύριας αίθουσας ακρόασης αλλά και των δύο συμπληρωματικών αιθουσών για το ακροατήριο πήγαινε από οθόνη σε οθόνη μεταξύ των δημοσιογράφων και των φωτορεπόρτερ που βρισκόμασταν ήδη από τις 06:30 το πρωί έξω από το Γαιόπολις για την έναρξη της δίκης των Τεμπών.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή αυτή ήταν η μοναδική εικόνα που είχαμε στη διάθεσή μας για να αποκωδικοποίησουμε την «ειδική διαμόρφωση» του χώρου του συνεδριακού κέντρου το οποίο θα είχε τις προδιαγραφές να φιλοξενήσει τους περισσότερους από 250 συνηγόρους αλλά και τον αντίστοιχο αριθμό συγγενών θυμάτων και επιζώντων του δυστυχήματος.

Σε λιγότερο από μιάμιση ώρα θα διαπιστώναμε ότι η εικόνα αυτή μπορεί να ήταν μεν ακριβής, αλλά, όπως έκαναν με ένταση σαφές συγγενείς και συνήγοροι των θυμάτων, δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες της δίκης.

Μέχρι να επιτραπεί η είσοδος στο συνεδριακό κέντρο, η οποία είχε οριστεί από το Εφετείο για τις 08:00 το πρωί, η ατμόσφαιρα φορτιζόταν από τη βαρύτητα της στιγμής –την έναρξη μιας δίκης για την οποία ενδιαφέρεται το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας και έχει στόχο να αποδώσει δικαιοσύνη για ένα αδιανόητο δυστύχημα και να τιμωρήσει τους όσους κριθούν ένοχοι.

Στις δηλώσεις κατά την προσέλευσή τους, οι συνήγοροι τόνιζαν την σημαίνουσα θεσμική βαρύτητα της δίκης, ενώ οι συγγενείς, αρκετοί από αυτούς με έναν κόμπο στο λαιμό ή μια σκιά πάνω από το βλέμμα τους, επαναλάμβαναν  το αυτονόητο και δικαιολογημένο αίτημά τους για δικαίωση και δικαιοσύνη.

Σήμερα, το πρωί της 23ης Μαρτίου 2026 θα γινόταν υποτίθεται το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Προς το παρόν δεν είδαμε ιδιαίτερη δικαστική πρόοδο.

Μια αίθουσα ανεπαρκής

Λίγο μετά τις 8:00 εισήλθαμε στην αίθουσα μαζί με τους συνηγόρους, τους επιζώντες και τους συγγενείς των θυμάτων. Στις μπροστινές σειρές οι πιο γνωστοί και μαχητικοί των οικογενειών: οι αδελφοί Πλακιά, η Μαρία Καρυστιανού, ο Παύλος Ασλανίδης, πρόεδρος του συλλόγου των Τεμπών, ο Θοδωρής Ελευθεριάδης. Στις πιο πίσω σειρές, οικογένειες με ελάχιστες έως μηδαμινές παρεμβάσεις στο δημόσιο λόγο, όπως οι γονείς του Ιορδάνη Αδαμάκη ή οικογένεια της Φραντζέσκας Μπέζα, που κρατούσαν στα χέρια τους από μια φωτογραφία της. Κάποιοι συγγενείς έφτασαν νωρίς, άλλοι μπήκαν στο τέλος του χρόνου προσέλευσης με διάθεση να κάνουν αμέσως αισθητή την παρουσία τους.

Μεσολάβησαν μόλις 15 λεπτά για να γεμίσει ασφυκτικά ο χώρος. Απαιτούνταν απλώς στοιχειώδεις γνώσεις μαθηματικών για να αντιληφθεί κάποιος ότι τα νούμερα δεν βγαίνουν  – η αίθουσα ήταν πολύ μικρή και τα καθίσματα ελάχιστα. Η εικόνα που επικρατούσε δεν ταίριαζε με την εικόνα μιας ευνομούμενης πολιτείας.  «Νομίζετε ότι έχετε έρθει εδώ να δικάσετε κλεφτοκοτάδες», αναρωτήθηκε εξοργισμένος επιζών του δυστυχήματος.

Συγγενείς και επιζώντες χωρίς θέση

Συνήγοροι δεν είχαν έδρανο, αλλά και όσοι είχαν δεν μπορούσαν καν να ανοίξουν τους φακέλους τους, μάρτυρες στέκονταν όρθιοι, συγγενείς θυμάτων και επιζώντες αναζητούσαν μάταια μια θέση.

Την ίδια στιγμή έμεναν κενές οι 34 από τις 36 θέσεις των κατηγορουμένων, καθώς μόνο δύο, οι Κώστας Μαρουδέλης και Σπύρος Πατέρας, εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Παρά το γεγονός ότι είχαν δικαίωμα να μην εμφανιστούν, η απουσία των περισσοτέρων προκάλεσε αρνητική εντύπωση και σχολιάστηκε έντονα.

Αρκετή ώρα πριν ανέβουν οι δικαστές στην έδρα η ατμόσφαιρα, ειδικά ανάμεσα στις τάξεις των συνηγόρων, ήταν τεταμένη για την κατάσταση που επικρατούσε κάτι που επιβεβαιώθηκε σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και για περίπου 5 ώρες.

Στις εύλογες αιτιάσεις της υπεράσπισης ότι δεν είναι δυνατόν η δίκη να ξεκινήσει με αυτές τις συνθήκες, επομένως θα έπρεπε να διακοπεί, η έδρα επέμενε στη συνέχιση της διαδικασίας.

«Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την εμμονή και επιμονή της έδρας στην άρνηση κάθε πρότασής μας», σχολίασε συνήγορος στο περιθώριο της διαδικασίας.

Στο μεταξύ, είχε προηγηθεί η εντολή της προέδρου για την αποχώρηση των ΜΜΕ από τον χώρο αλλά και η απαγόρευση για οποιαδήποτε καταγραφή, είτε με ήχο είτε με βίντεο, από την κύρια αίθουσα ακρόασης, γεγονός που προκάλεσε τις πρώτες εντάσεις μεταξύ προεδρείου και συνηγόρων.

Αντιπαραθέσεις και εντάσεις μεταξύ των συγγενών

Όσο αυξανόταν ο αριθμός των διακοπών, τόσο περισσότερο φορτιζόταν η ατμόσφαιρα ενώ ο αριθμός του πλήθους αυξανόταν. Ο πολύς αυτός κόσμος βρισκόταν πλέον σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον, στοιβαγμένος, με ελάχιστο αέρα και δίχως παράθυρα. Όχι ακριβώς οι ιδανικές συνθήκες για τη διεξαγωγή μιας τόσο σύνθετης δίκης.

Δεν έλειψαν μάλιστα τόσο οι οργισμένες αντιδράσεις των συγγενών προς την έδρα, καθώς θεώρησαν την επιλογή και τη χωροταξία της αίθουσας προσβλητική για τους ίδιους και τη μνήμη των θυμάτων, όσο και οι μεταξύ τους εντάσεις.  Άλλωστε, φαινόταν ότι υπήρχαν δύο ομάδες -μία που συντασσόταν πλήρως με τα αιτήματα των συνηγόρων άρα και με τη διακοπή της δίκης για άγνωστο διάστημα μέχρι να επιλυθεί το ζήτημα του χώρου, και μία δεύτερη που δεν επιθυμούσε περεταίρω αναβολές και καθυστερήσεις.

Σε μια τέτοια στιγμή έντασης η Μαρία Καρυστιανού είπε προς την πλευρά Πλακιά «και εμείς χάσαμε παιδιά, αλλά εσείς θέλετε μια fast track δίκη».

«Δεν μπορεί να υπάρξει δίκαιη δίκη έτσι»

Όπως φάνηκε από τις δηλώσεις των συνηγόρων μετά την ολοκλήρωση της πρώτης μέρας, είναι βέβαιοι όχι μόνο για την ακαταλληλόλητα του συγκεκριμένου χώρου να φιλοξενήσει μια τέτοια δίκη, αλλά και για το αποτέλεσμα της επιλογής αυτής της αίθουσας, που δεν είναι άλλο από το «να διεξαχθεί η δίκη δίχως τους συγγενείς, δίχως τα θύματα», όπως χαρακτηριστικά σχολίασαν.

«Δίκαιη δίκη σε υποβαθμισμένους χώρους απονομής ποινικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να υπάρξει» σημείωσε μιλώντας στους δημοσιογράφους ο Θεόδωρος Μαντάς, εκπρόσωπος της ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων. «Στις αμέσως επόμενες μέρες η ολομέλεια θα λάβει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες για τη μεταφορά της δίκης σε άλλη αίθουσα», προσέθεσε.

Πήγες των συνηγόρων σχολίαζαν ότι πρόθεσή τους είναι να ζητήσουν όχι μόνο αλλαγή αίθουσας, αλλά και αλλαγή έδρας, προκρίνοντας την επιλογή της Θεσσαλονίκης.

Η επόμενη δικάσιμος ορίστηκε για την 1η Απριλίου.