Κέρκυρα, 11 Φεβρουαρίου 1776. Σε ένα αρχοντικό στο ομηρικό νησί των Φαιάκων, υπό το βλέμμα του Λέοντα της Βενετίας, ακούγεται το κλάμα ενός νεογέννητου αγοριού. Είναι το τρίτο παιδί του νομικού Αντωνίου Μαρία Καποδίστρια και της Διαμαντίνας Γονέμη.
Τίποτα εκείνη τη στιγμή, μέσα στη χειμωνιάτικη υγρασία του Ιονίου, δεν προμήνυε πως αυτό το βρέφος, ο Ιωάννης, θα διέσχιζε τις αυλές της Ευρώπης, θα γινόταν Υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου και τελικά, θα θυσίαζε τα πάντα για να σχεδιάσει από το μηδέν ένα κράτος που ακόμη δεν υπήρχε στον χάρτη.
Φεβρουάριος, 2026. Ακριβώς 250 χρόνια μετά. Η ιστορία έχει γράψει τον επίλογό της στο Ναύπλιο, τα βιβλία έχουν καταγράψει τα γεγονότα –συχνά με αμηχανία– όμως η μνήμη είναι ζωντανή. Και επιμένει να ζει μέσα από τους ανθρώπους.
Η Ντάρια Κοσκόρου είναι ιστορικός τέχνης, σύμβουλος, επιμελήτρια και η πρώτη διευθύντρια του Μουσείου Καποδίστρια στην Κέρκυρα. Τα εννέα χρόνια που διετέλεσε επικεφαλής προσδιόρισαν τη μορφή και τη λειτουργία του ως ενός σύγχρονου μουσειακού οργανισμού. Είναι όμως και κάτι παραπάνω: το αίμα που κυλάει ακόμα, η μακρινή αλλά ζωντανή απόδειξη της συνέχειας.

Δισέγγονη της Μαρίας Καποδίστρια-Δεσύλλα και απόγονος του Γεωργίου, του αδελφού του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, η Κοσκόρου μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου ο Καποδίστριας δεν ήταν ένα ακόμα κεφάλαιο στα μαθητικά βιβλία της ιστορίας, αλλά ο δικός της πρόγονος, ο Κόντε Νάνες στα κάδρα και στα σερβίτσια της γιαγιάς.
Σε μια συζήτηση που ακροβατεί ανάμεσα στο δέος της επετείου και την οικειότητα της οικογενειακής αφήγησης, η Ντάρια Κοσκόρου φωτίζει, με αφορμή τη συμπλήρωση 250 ετών από τη γέννηση του Καποδίστρια, την άλλη πλευρά του κυβερνήτη.
Εκείνη που δεν διδάσκεται στα σχολεία, αλλά ψιθυρίζεται στα καντούνια της Κέρκυρας. Μιλά για το βάρος και την ευθύνη της προγονικής καταγωγής της, για τη γυναίκα που οραματίστηκε το Μουσείο και για τη σιωπηλή θυσία ενός ανθρώπου που επέλεξε την Ελλάδα, μολονότι γνώριζε ότι στην πραγματικότητα επέλεγε το τέλος του.
Κυρία Κοσκόρου, καταρχάς θα ήθελα να μάθω ποια είναι η γενεαλογική σχέση σας με τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας;
Είναι σημαντικό να το ξεκαθαρίσουμε: Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν έκανε δική του οικογένεια. Όλοι εμείς που φέρουμε την ιδιότητα του απογόνου, προερχόμαστε από τον μικρότερο αδελφό του, τον Γεώργιο, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός που παντρεύτηκε και απέκτησε παιδιά.
Από τον Γεώργιο επομένως συνεχίζει το κλαδί που φτάνει έως σήμερα. Παιδιά, εγγόνια και δισσέγονα της Μαρίας Καποδίστρια-Δεσύλλα και του Βιάρου Καποδίστρια, που ήταν με τη σειρά τους δισσέγονα του Γεωργίου Καποδίστρια.
Ο Βιάρος, πατέρας της ηθοποιού Ναταλίας Καποδίστρια, ήταν ο τελευταίος άρρεν του κλάδου και είχε μια εντυπωσιακή ομοιότητα στον Ιωάννη. Εγώ είμαι δισέγγονη της Μαρίας Καποδίστρια–Δεσύλλα.

Γενεαλογικό Δέντρο οικογένειας Καποδίστρια. Μάριος Πιέρης (1906-1990). Δωρεά Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας. Μουσείο Καποδίστρια – Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών
Πώς είναι να μεγαλώνει ένα παιδί σε ένα σπίτι φορτισμένο με τέτοια ιστορία; Νιώθατε αυτό το βάρος στην καθημερινότητά σας;
Μέσα στην οικογένεια δεν ένιωθα κανένα βάρος, διότι αυτή ήταν η φυσιολογική μας ζωή. Ήταν η κανονικότητά μας να ζούμε ανάμεσα σε κειμήλια, να βλέπουμε τα πορτρέτα στους τοίχους και να τρώμε στα σερβίτσια της οικογένειας. Αυτά ήταν τα αντικείμενα που πλαισίωναν την οικοσκευή μας. Η μόνη «πίεση» που θυμάμαι ως παιδί ήταν η φράση: «Πρόσεχε μην τα σπάσεις!».
«Ο Καποδίστριας δεν έκανε δική του οικογένεια. Όλοι εμείς που φέρουμε την ιδιότητα του απογόνου, προερχόμαστε από τον μικρότερο αδελφό του, τον Γεώργιο»
Την ιδιαιτερότητα την αντιλαμβανόμουν έξω, στην κοινωνία της Κέρκυρας. Μεγαλώνοντας τη δεκαετία του ’80, πήγαινα σε δημόσιο σχολείο, έκανα αγγλικά, ζούσα όπως όλα τα παιδιά. Όμως, υπήρχαν κάποιοι παλαιότεροι Κερκυραίοι που μας αντιμετώπιζαν με έναν ιδιαίτερο σεβασμό, σχεδόν με δέος, κάτι που τότε, ως παιδί, δυσκολευόμουν να ερμηνεύσω. Έλεγα μέσα μου: «Μα τι έχω κάνει;».
Πότε αρχίσατε να συνειδητοποιείτε την ευθύνη απέναντι σε αυτό το όνομα;
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η προγιαγιά μου, η Μαρία Καποδίστρια-Δεσύλλα. Μιλάμε για μια σπουδαία γυναίκα, μια πραγματικά δυναμική και ελεύθερη γυναίκα, η οποία γεννήθηκε το 1898 και έφυγε από τη ζωή το 1980. Έζησε όλες τις μεγάλες αλλαγές του 20ού αιώνα και υπήρξε η πρώτη εκλεγμένη γυναίκα δήμαρχος στην Ελλάδα (Κέρκυρα, 1956).
Εκείνη ένιωσε το χρέος για τη διαφύλαξη της μνήμης του προγόνου μας. Κατάλαβε ότι, χωρίς τη μέριμνα για διαφύλαξη της μνήμης, η ιστορία φθίνει και χάνεται. Γι’ αυτό δώρισε την οικογενειακή εξοχική κατοικία των Καποδίστρια στην Κέρκυρα, γνωστή ως Κουκουρίτσα, μαζί με τα μοναδικά κειμήλια που είχαν διασωθεί, με ρητό σκοπό να λειτουργήσει ως Μουσείο.
Η δωρεά έγινε σε τρία ιστορικά σωματεία της Κέρκυρας: Φιλαρμονική Εταιρία Κέρκυρας (Παλαιά), Αναγνωστική Εταιρία Κερκύρας και Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, θέτοντας τα θεμέλια για αυτό που βλέπουμε σήμερα.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία. Συλλογή Ιεράς Μητρόπολης Κέρκυρας, Παξών & Διαποντίων Νήσων
Το Μουσείο πέρασε μια φάση εσωστρέφειας, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει αναγεννηθεί. Πώς έγινε αυτή η μετάβαση ή, αν προτιμάτε, το rebranding;
Ο κύριος λόγος είναι η οικονομική δυσχέρεια, καθώς το Μουσείο δεν έχει καμμία εξασφαλισμένη ή μακροχρόνια θεσμική ή ιδιωτική υποστήριξη. Ήταν και παραμένει πάντα ρίσκο η εύρυθμη λειτουργία του.
Σε κάθε περίπτωση η μεγάλη αλλαγή και η αναγέννησή του που συντελέστηκε την τελευταία δεκαετία οφείλεται πρώτα από όλα στους άνθρωπους που αγκάλιασαν και πλαισιώσαν το όραμα για «μεταστροφή» του Μουσείου σε ένα εξωστρεφές πολιτιστικό κύτταρο, το οποίο μέσα από την κερκυραϊκή εξοχή συνομιλεί με το κοινό του και αναπτύσσει ευκαιρίες διάδοσης του έργου και της παρακαταθήκης του Καποδίστρια.
Κι όλα αυτά στο πλαίσιο ενός δυναμικού εκπαιδευτικού προγράμματος, με έρευνα και δράσεις και φυσικά μέσα από μια βιωματική – έως και συγκινητική- εκθεσιακή εμπειρία.
«Ο Καποδίστριας γνώριζε τον κίνδυνο κι όμως ήρθε στην Ελλάδα, εν τέλει ήξερε ότι μπορεί να τον σκοτώσουν κι όμως συνέχισε το έργο του»
Το 2017 σηματοδοτήθηκε αυτή η επανεκκίνηση με τα εγκαίνια της επανέκθεσης από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο.
Πλέον, το Μουσείο λειτουργεί με σύγχρονους όρους, έχει ψηφιοποιήσει το αρχείο Καποδίστρια, προσφέροντας πρόσβαση σε ερευνητές από όλο τον κόσμο μέσα από την ιστοσελίδα του και η επισκεψιμότητα έχει εκτοξευθεί στα 10.000 άτομα ετησίως. Δεν είναι πια ένα απλό σπίτι, αλλά ένας φάρος έρευνας και πολιτισμού.
Εσείς, ως μαθήτρια, βλέπατε διαφορά ανάμεσα στον «Καποδίστρια του σπιτιού» και τον «Καποδίστρια των σχολικών βιβλίων»;
Τεράστια. Στα σχολικά βιβλία της δεκαετίας του ’80 και του ’90, η αναφορά ήταν σύντομη, ξερή, σχεδόν διεκπεραιωτική. Εμφανιζόταν ξαφνικά ως Κυβερνήτης, σαν «τύραννος» κάποιες φορές, και μετά χανόταν. Στην Κέρκυρα, όμως, η ατμόσφαιρα ήταν εντελώς διαφορετική. Υπήρχε –και υπάρχει ακόμα– μια διάχυτη αίσθηση οικειότητας, πένθους και αδικίας.
Στο νησί μιλούσαν για έναν άνθρωπο που θυσιάστηκε, ενώ στο σχολείο σπάνια συζητούσαμε το γεγονός ότι ο πρώτος αρχηγός του κράτους δολοφονήθηκε εν ενεργεία και μάλιστα από Έλληνες. Αυτή η σιωπή, ή μάλλον η αμηχανία της επίσημης ιστορίας απέναντι στο τέλος του, μου προκαλούσε πάντα εντύπωση. Δεν μπορούσαμε να το συζητήσουμε ανοιχτά, υπήρχε μια άβολη σχέση με την ιστορία.

Δολοφονία του Ι. Καποδίστρια, 1872. Χαράλαμπος Παχής (1844 – 1891). Δωρεά Ερασμίας Παντελιού. Μουσείο Καποδίστρια – Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή του κόσμου προς τον Καποδίστρια. Το είδαμε πρόσφατα και με το ενδιαφέρον για την ομώνυμη ταινία. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό τώρα;
Υπάρχει ένα εξαιρετικό βιβλίο της Χριστίνας Κουλούρη και του Χρήστου Λούκου, «Τα πρόσωπα του Καποδίστρια», που περιγράφει πώς κάθε εποχή προβάλλει στον Καποδίστρια τις δικές της ανάγκες. Τον έχει χρησιμοποιήσει με διαφορετικό τρόπο σε πολλές φάσεις της η επίσημη ιστορία μας.
Νομίζω ότι η σημερινή στροφή γίνεται με την οικονομική κρίση. Όταν η Ελλάδα κατέρρευσε και χάσαμε τις ψευδαισθήσεις μας, ψάξαμε από κάπου να κρατηθούμε. Τότε ανακαλύψαμε ξανά τον Καποδίστρια: έναν άνθρωπο που δεν προσπάθησε να πλουτίσει, που ήταν ανιδιοτελής.
Η θυσία του συγκινεί. Και δεν εννοώ μόνο τη δολοφονία του. Η θυσία του ξεκίνησε νωρίτερα, όταν επέλεξε δύο φορές να εγκαταλείψει τη λαμπρή διεθνή καριέρα του και μια άνετη ζωή στην Ευρώπη, για να έρθει και να αναλάβει μια κατεστραμμένη χώρα. Γνώριζε τον κίνδυνο κι όμως ήρθε, εν τέλει ήξερε ότι μπορεί να τον σκοτώσουν κι όμως συνέχισε το έργο του.
Ποια θεωρείτε εσείς τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη του;
Την ανιδιοτέλεια. Το παράδειγμα ότι αν θέλεις να υπηρετήσεις το κοινό καλό, πρέπει να αφήσεις στην άκρη το προσωπικό συμφέρον. Ο μόνος εγωισμός που επιτρέπεται σε έναν ηγέτη είναι η υστεροφημία.
Ο Καποδίστριας ήταν ένας άνθρωπος ήπιος και πραγματιστής που έζησε στο μεταίχμιο μεγάλων κοσμοϊστορικών αλλαγών (Γαλλική Επανάσταση, Ναπολεόντειοι Πόλεμοι, δημιουργία εθνικών κρατών) και είχε όραμα για μια ανεξάρτητη Ελλάδα, όχι απλώς για μια αυτόνομη επαρχία. Και δούλεψε σκληρά για να μορφωθούν οι Έλληνες, ώστε να μπορούν να διοικήσουν αυτό το κράτος.

Η Ντάρια Κοσκόρου, απόγονος του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, σύμβουλος, επιμελήτρια και πρώην διευθύντρια του Μουσείου Καποδίστρια στην Κέρκυρα
Μια και έχετε επιμεληθεί τη συλλογή του Μουσείου, υπάρχει άραγε κάποιο αντικείμενο με το οποίο συνδέεστε συναισθηματικά;
Αν πρέπει να διαλέξω ένα, αυτό είναι το λεγόμενο «καλό» του σερβίτσιο. Το παρήγγειλε το 1818 από τον οίκο Wedgwood, όταν ήταν Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και μεσουρανούσε στη διεθνή διπλωματία.
Θα περίμενε κανείς κάτι φανταχτερό. Κι όμως. Επέλεξε ένα σερβίτσιο στο χρώμα της κρέμας, λιτό, μόνο με ένα λεπτό χρυσό σιρίτι και το μονόγραμμά του («C» για το Capodistria) με την οκτάκτινη κορώνα του Κόμη.
Αυτό το αντικείμενο είναι ο καθρέφτης του χαρακτήρα του: ποιότητα κορυφαίου επιπέδου αλλά απόλυτη λιτότητα και ουσία. Χωρίς περιττές πολυτέλειες, αλλά με ξεκάθαρη ταυτότητα. Αυτός ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας.








