Στα πέντε της χρόνια, η Τζούντιτ μπορούσε να νικήσει τον δάσκαλό της στο σκάκι. Γεννημένη στη Βουδαπέστη, εκείνη και οι αδελφές της έκαναν τα μαθήματά τους αποκλειστικά στο σπίτι ως μέρος ενός πειράματος του πατέρα τους, Λάζλο Πόλγκαρ, ο οποίος πίστευε ότι κάθε παιδί μπορεί να διαπρέψει από μικρή ηλικία αν λάβει τη σωστή εκπαίδευση.
Ο Λάζλο Πόλγκαρ είναι Ούγγρος προπονητής σκακιού, εκπαιδευτικός ψυχολόγος και φυσικά ο δάσκαλος της Τζούντιτ η οποία, μαζί με τις αδερφές της, Ζούζα και Ζόφια, μεγάλωσε με σκοπό να γίνει η καλύτερη.
Η Τζούντιτ, σήμερα, θεωρείται ευρέως η κορυφαία σκακίστρια όλων των εποχών, καθώς είναι η μοναδική γυναίκα που έχει καταταγεί στην πρώτη δεκάδα παγκοσμίως, ενώ η Ζούζα έγινε Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Σκακιού Γυναικών. Όλα αυτά, βέβαια, μπορεί να τα παρακολουθήσει κανείς στο νέο ντοκιμαντέρ του Netflix, Queen of Chess, αξίζει όμως να εξετάσουμε σε βάθος – εκτός από την πορεία της Τζούντιτ -, το σκεπτικό του πατέρα της.
Αν και ο Λάζλο Πόλγκαρ θεωρείται πρωτοπόρος θεωρητικός στην ανατροφή παιδιών, υποστηρίζοντας ότι «οι ιδιοφυΐες δημιουργούνται, δεν γεννιούνται», όταν αποφάσισε να μεγαλώσει τις κόρες του με απαιτητικές ασκήσεις σκακιού, χαρακτηρίστηκε από τους επικριτές του ως «Φρανκενστάιν».
«Καταστρέφουν τα παιδιά τους»
Ο Λάζλο Πόλγκαρ και η σύζυγός του, Κλάρα, εξέτασαν διάφορα πιθανά πεδία στα οποία θα εκπαίδευαν εντατικά τα παιδιά τους, «συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών και των ξένων γλωσσών», αλλά τελικά κατέληξαν στο σκάκι. «Θα μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο με οποιοδήποτε πεδίο, αν ξεκινήσεις νωρίς, αφιερώσεις πολύ χρόνο και δώσεις μεγάλη αγάπη σε αυτό», εξήγησε αργότερα η Κλάρα Πόλγκαρ.
Το πείραμα ξεκίνησε το 1970 «με μια απλή υπόθεση: ότι κάθε παιδί έχει την έμφυτη ικανότητα να γίνει ιδιοφυΐα σε οποιονδήποτε επιλεγμένο τομέα, αρκεί η εκπαίδευση να αρχίσει πριν από τα τρίτα του γενέθλια και η εξειδίκευση να ξεκινήσει στα έξι».
Για να εκπαιδεύσει τα κορίτσια στο σπίτι, ο Πόλγκαρ αντιμετώπισε τις ουγγρικές αρχές για να λάβει άδεια. «Δεν πηγαίναμε στο σχολείο, κάτι που ήταν πολύ ασυνήθιστο εκείνη την εποχή», θυμήθηκε το 2008 η μικρότερη κόρη του, Τζούντιτ. «Ο κόσμος έλεγε: “Οι γονείς τα καταστρέφουν, πρέπει να δουλεύουν όλη μέρα, δεν έχουν παιδική ηλικία”. Έγινα αμυντική και όχι ιδιαίτερα κοινωνική». Έγινε, επίσης, η κορυφαία σκακίστρια όλων των εποχών, αυτή που κέρδισε τον Γκάρι Κασπάροφ.
This is a man’s world. Μέχρι να φτάσει η Τζούντιτ
Έπαιξε το πρώτο της διεθνές τουρνουά σε ηλικία εννέα ετών, κερδίζοντας το New York Open. «Ήταν ένα ιδιαίτερο συναίσθημα – μπορείς να φανταστείς – για ένα εννιάχρονο κορίτσι να νικά έναν ενήλικα ή ακόμη και απλώς να συμμετέχει σε αγώνα», είπε χρόνια αργότερα η Τζούντιτ.
Στα 11 της νίκησε τον πρώτο της γκραν μετρ και έγινε και η ίδια γκραν μετρ το 1991, σε ηλικία 15 ετών αφαιρώντας από τον Αμερικανό Μπόμπι Φίσερ το ρεκόρ του νεότερου γκραν μετρ στην ιστορία.
Ο πατέρας της Πόλγκαρ πίστευε ακράδαντα ότι, αφού το σκάκι είναι καθαρά πνευματικός ανταγωνισμός, οι γυναίκες θα έπρεπε να μπορούν να αποδίδουν στο ίδιο επίπεδο με τους άνδρες. Μέχρι τα 14 της, η Πόλγκαρ είχε ξεπεράσει τόσο πολύ τις γυναίκες αντιπάλους της, ώστε δεν έβλεπε λόγο να αγωνίζεται σε γυναικεία τουρνουά.
«Το νούμερο ένα, δύο και τρία στη ζωή μου ήταν το σκάκι».
«Έπαιζα εναντίον ανδρών το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, επειδή στόχος μας ήταν να φτάσω στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο και να γίνω απόλυτη παγκόσμια πρωταθλήτρια», είπε. «Υπήρχε πολύ μεγάλη διαφορά, ακόμη μεγαλύτερη από σήμερα, ανάμεσα στους καλύτερους άνδρες και στις καλύτερες γυναίκες σκακίστριες.
»Ο πατέρας μου πίστευε ότι όσο ψηλότερα θέτεις τον στόχο σου, τόσο ψηλότερα φτάνεις. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που εγώ και οι αδελφές μου παίζαμε κυρίως εναντίον ανδρών».
Εκτόξευση
Μπορεί να μην είχε την πρόθεση να αμφισβητήσει την ανδρική κυριαρχία στο σκάκι, ωστόσο η Πόλγκαρ τα κατάφερε, και μάλιστα κάνοντας θόρυβο.
Τα μέσα ενημέρωσης της εποχής εστίασαν έντονα στο θέαμα ενός νεαρού κοριτσιού που αγωνιζόταν απέναντι σε άνδρες ακόμη και τέσσερις δεκαετίες μεγαλύτερούς της. Κανένας μεγάλος σκακιστής δεν απολαμβάνει την ήττα, αλλά η ήττα από ένα κορίτσι θεωρούνταν ιδιαίτερα ταπεινωτική.
Το 2001, οι New York Times ανέφεραν ότι «στον έντονα ανδροκρατούμενο κόσμο του σκακιού υψηλού επιπέδου, δεν είναι ντροπή να χάνεις από την Τζούντιτ Πόλγκαρ… Από κοντά, η δεσποινίς Πόλγκαρ δεν δίνει καμία ένδειξη ότι είναι μια τίγρης στη σκακιέρα. Είναι ήρεμη και σεμνή».
Σήμερα, η Πόλγκαρ λέει ότι, αν ήταν παράξενο για τους ειδικούς του σκακιού να βλέπουν ένα νεαρό κορίτσι να εκτοξεύεται στην κορυφή, ήταν το ίδιο παράξενο και για την ίδια.
«Υπήρξε μια περίοδος που ήταν λίγο υπερβολικό για μένα και δεν μπορούσα να διαχειριστώ τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων και όλη τη φασαρία γύρω από τα αποτελέσματά μου… Έπρεπε να συνειδητοποιήσω ότι ήμουν πρότυπο για άλλα κορίτσια και τους γονείς τους – ήθελαν να ακολουθήσουν τα βήματά μου. Αλλά εγώ επικεντρώθηκα στο σκάκι», είπε η Πόλγκαρ. «Δεν σκεφτόμουν άλλα πράγματα».
«Το να είσαι επαγγελματίας σημαίνει ότι το 100% δεν είναι αρκετό».
Το 2002, η Πόλγκαρ νίκησε τελικά τον Γκάρι Κασπάροφ, ο οποίος είχε προηγουμένως δηλώσει ότι ήταν «ταλαντούχα αλλά όχι εξαιρετικά ταλαντούχα», εξηγώντας ότι «οι γυναίκες από τη φύση τους δεν είναι εξαιρετικές σκακίστριες ούτε σπουδαίες μαχήτριες», σε συνέντευξη του 1990 στους New York Times. Το μετάνιωσε.
Σε μια παρτίδα που η Πόλγκαρ χαρακτήρισε «μία από τις πιο αξιοσημείωτες στιγμές» της καριέρας της, νίκησε σε 42 κινήσεις. Ο Κασπάροφ αργότερα αναγνώρισε την επιτυχία της οικογένειας Πόλγκαρ στο βιβλίο του How Life Imitates Chess.
«Αναζητώντας και συχνά νικώντας τον πιο σκληρό ανταγωνισμό», έγραψε, «οι Πόλγκαρ έδειξαν ότι δεν υπάρχουν εγγενή όρια στις ικανότητές τους, μια ιδέα που πολλοί άνδρες παίκτες αρνούνταν να αποδεχθούν μέχρι να συντριβούν απρόσμενα από ένα δωδεκάχρονο κορίτσι με αλογοουρά».
Spin-off: Μια ιστορία από το 1994
Στο Λινάρες 1994, η Τζούντιτ Πόλγκαρ έχασε μια αμφιλεγόμενη παρτίδα από τον Παγκόσμιο Πρωταθλητή Γκάρι Κασπάροφ. Το τουρνουά σηματοδότησε την πρώτη φορά που η 17χρονη τότε Πόλγκαρ προσκλήθηκε να αγωνιστεί με τους ισχυρότερους παίκτες του κόσμου.
Κατά τη διάρκεια της παρτίδας τους, στον πέμπτο γύρο, και με τον Κασπάροφ σταδιακά να αποκτά σαφές πλεονέκτημα μετά από 35 κινήσεις, ο Παγκόσμιος Πρωταθλητής φέρεται να άλλαξε γνώμη για την κίνηση ενός ίππου και να μετέφερε το κομμάτι σε διαφορετικό τετράγωνο ενώ είχε ήδη κάνει την κίνησή του.
Σύμφωνα με τους κανόνες του σκακιού, μόλις ένας παίκτης αφήσει ένα κομμάτι, η κίνηση ισχύει. Επομένως, αν ο Κασπάροφ είχε πράγματι απομακρύνει το χέρι του, θα έπρεπε να υποχρεωθεί να παίξει την αρχική του κίνηση.
Η Πόλγκαρ δήλωσε αργότερα πως δεν μίλησε εκείνη τη στιγμή επειδή «έπαιζα με τον Παγκόσμιο Πρωταθλητή και δεν ήθελα να δημιουργήσω δυσάρεστη κατάσταση κατά την πρώτη μου πρόσκληση σε ένα τόσο σημαντικό γεγονός. Φοβόμουν επίσης ότι, αν η ένστασή μου απορριπτόταν, θα με τιμωρούσαν χρονικά ενώ βρισκόμασταν ήδη σε πίεση χρόνου».
Το περιστατικό καταγράφηκε σε βίντεο από συνεργείο της ισπανικής τηλεοπτικής εταιρείας PVS, και το υλικό έδειχνε ότι τα δάχτυλα του Κασπάροφ είχαν απομακρυνθεί από τον ίππο. Ο διευθυντής του τουρνουά Κάρλος Φαλκόν δεν μηδένισε τον Κασπάροφ όταν το αποδεικτικό αυτό στοιχείο τέθηκε υπόψη του.
Μετά το περιστατικό, ο Κασπάροφ δήλωσε ωμά σε συνέντευξη ότι «εκείνη είπε δημόσια ότι έκλεψα… Νομίζω ότι ένα κορίτσι της ηλικίας της θα πρέπει να μάθει καλούς τρόπους πριν κάνει τέτοιες δηλώσεις». Είπε επίσης ότι η συνείδησή του ήταν καθαρή, καθώς δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε απομακρύνει το χέρι του.
«Οι προτεραιότητες αλλάζουν»
Το 2003, η Πόλγκαρ πέτυχε ένα από τα καλύτερα αποτελέσματα της καριέρας της. Σε τουρνουά στην Ολλανδία τερμάτισε μισό βαθμό πίσω από τον τότε Παγκόσμιο Πρωταθλητή Βισβανάθαν Άναντ, έναν βαθμό μπροστά από τον Βλαντίμιρ Κράμνικ και νίκησε τον Ανατόλι Κάρποφ. Την επόμενη χρονιά γεννήθηκε ο γιος της Όλιβερ και έκανε ένα διάλειμμα από το σκάκι.
Το 2005 συμμετείχε σε δύο τουρνουά που την έφεραν στην υψηλότερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης, στην όγδοη θέση.
«Το να είσαι επαγγελματίας σημαίνει ότι το 100% δεν είναι αρκετό», είπε. «Το νούμερο ένα, δύο και τρία στη ζωή μου ήταν το σκάκι. Η πραγματικότητα για τις γυναίκες είναι ότι, όταν μπαίνει ένα παιδί στη ζωή, οι προτεραιότητες αλλάζουν».
Μετά τη γέννηση της κόρης της το 2006, η Πόλγκαρ δήλωσε ότι «τα πράγματα στην καριέρα μου έπεσαν πολύ. Όχι μόνο οι βαθμοί μου, αλλά δεν ήμουν ευχαριστημένη με τον τρόπο που έπαιζα». Η κατάταξή της έπεσε από τη 10η στη 50ή θέση στον κόσμο και το 2008 τερμάτισε τελευταία στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Blitz.
«Όλα σχεδόν κατέρρευσαν», είπε στο Chess magazine, «παρόλο που είχα βοήθεια με τα παιδιά μου από την πρώτη μέρα από παππούδες και νταντάδες. «Πρώτα απ’ όλα, οι προτεραιότητές μου στη ζωή και στο μυαλό μου άλλαξαν. Δεν είχα το ίδιο ενδιαφέρον για το σκάκι όπως πριν».
Όπως αποκάλυψε στο βιβλίο της How I Beat Fischer’s Record, μόνο όταν έπαιξε ένα άνοιγμα που ήταν αγαπημένο της από την παιδική ηλικία (το Γκαμπί του Βασιλιά) εναντίον του μετέπειτα νικητή του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2009 ένιωσε ξανά την επιθυμία να αφοσιωθεί στο σκάκι.
«Ένιωσα σαν για μια στιγμή να επέστρεψε η Τζούντιτ του 1988, που πολλοί (συμπεριλαμβανομένης και εμένα) είχαν ξεχάσει, για να χαρίσει τις χαρακτηριστικές λαμπρές της παρτίδες. Όταν παντρεύτηκα, πολλοί από τους συναδέλφους μου πίστεψαν ότι η ζωή μου θα έπαιρνε διαφορετική κατεύθυνση και ότι πιθανότατα δεν θα με ενδιέφερε πια το παιχνίδι. Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο. Με κάποιον τρόπο έγινα πιο ισορροπημένη και η ζωή μου έγινε πιο ολοκληρωμένη».
Στις 13 Αυγούστου 2014, ανακοίνωσε στην εφημερίδα The Times του Λονδίνου την αποχώρησή της από το σκάκι στο υψηλότερο επίπεδο. Όσα κατάφερε έγραψαν ιστορία και πολλές φορές, η ιστορία περνάει από το Netflix. To Queen of Chess είναι στον αέρα και αυτή είναι μια καλή στιγμή να πατήσουμε το play. Ή να κουνήσουμε το πιόνι μας.






