Ο Δημήτρης Σταματόπουλος, καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, επεξηγεί μιλώντας στο «Βήμα» τα πρόσφατα γεγονότα στο Ιράν με βάση τις ιδιαίτερες δυναμικές που έχουν αναπτυχθεί στην ιστορία του. Στο επίκεντρο είναι η σχέση του Ιράν με την Τουρκία, καθώς οι δύο χώρες εκφράζουν δύο εναλλακτικούς τρόπους πρόσληψης των ίδιων προκλήσεων. Η σχέση με την Τουρκία έχει ιδιαίτερη σημασία και για το μέλλον του Ιράν μετά την τελευταία κρίση, καθώς η στάση της έναντι του ενδεχομένου αποσταθεροποίησης του Ιράν αναμένεται να επηρεάσει τους συσχετισμούς στη Μέση Ανατολή.

Στο τελευταίο έργο σας (Έθνος και Αυτοκρατορία. Συγκριτική Ιστορία των Αυτοκρατοριών της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, εκδ. Κάλλιπος, Αθήνα, 2025) πραγματοποιείτε, μεταξύ άλλων, μια σύγκριση Τουρκίας και Ιράν.

Τον 16ο αιώνα, ο σχηματισμός της περσικής αυτοκρατορίας των Σαφαβιδών (1501-1736), η οποία ενοποίησε έναν χώρο από τη Βαγδάτη μέχρι τα εδάφη του σημερινού Αφγανιστάν και Πακιστάν, λειτούργησε ως σημαντικό αντίπαλο δέος στην οθωμανική αυτοκρατορία. Η σύγκρουση των δύο αυτοκρατοριών είχε ιδεολογικό πρόσημο. Η οθωμανική αυτοκρατορία αυτοπροβλήθηκε ως υπερασπίστρια του σουνιτικού Ισλάμ, ενώ η Σαφαβιδική αυτοκρατορία εγκαθίδρυσε το σιιτικό ισλάμ ως κυρίαρχη θρησκεία στην Περσία. Έχει ενδιαφέρον ότι τον ίδιο αιώνα συγκρούονται αφενός Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες στην Ευρώπη και, αφετέρου, Σουνίτες και Σιίτες στη Μέση Ανατολή.

Η διαδρομή των δύο ισλαμικών αυτοκρατοριών δεν ήταν η ίδια, καθώς οι Οθωμανοί κράτησαν μέχρι την αρχή του 20ού αιώνα, οπότε προέκυψε το σύγχρονο κράτος της κεμαλικής Τουρκίας. Αντιθέτως, τα εδάφη του Σαφαβιδικού Ιράν μοιράστηκαν μεταξύ Οθωμανών και Ρώσων τον 17ο αιώνα. Εντέλει, τα δύο εθνικά κράτη της Τουρκίας και του Ιράν, που προέκυψαν μέσα από τις δύο αυτοκρατορίες, συγκροτούνται επίσης λίγο πολύ την ίδια περίοδο. Δηλαδή, η κεμαλική Τουρκία από το 1923 και μετά, ενώ ακριβώς στην ίδια περίοδο ο Ρεζά Σαχ Παχλαβί (1925-1941), ο πατέρας του Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί (1941-1979) που εκδιώχθηκε από την ιρανική επανάσταση του 1979, συγκροτεί το σύγχρονο Ιράν. Ως αξιωματικός επικεφαλής ταξιαρχίας Κοζάκων υπό ρωσική επίβλεψη καταλαμβάνει την Τεχεράνη το 1921, ανατρέπει την προηγούμενη δυναστεία και συγκροτεί τη δική του, η οποία διαρκεί μέχρι το 1979.

Ποιες είναι οι αντιστοιχίες μεταξύ της κεμαλικής Τουρκίας και του Ιράν στον 20ό αιώνα;

Η ομοιότητα-κλειδί είναι ότι η κεμαλική Τουρκία και το Ιράν ενσωμάτωσαν ισλαμικούς πληθυσμούς. Η σύγχρονη Τουρκία αποτέλεσε το καταφύγιο εκδιωγμένων μουσουλμάνων από τα Βαλκάνια, αλλά και τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Με αρκετά παρόμοιο τρόπο, στην Περσία του Παχλαβί ο περσικός εθνικισμός ενσωμάτωσε πολλές άλλες ομάδες. Το σημερινό Ιράν είναι στην πραγματικότητα ένα πολυεθνικό κράτος. Μόλις το 61% περίπου είναι περσικής καταγωγής, ενώ ένα 16% είναι Αζέροι, περίπου 10% Κούρδοι, 6% Λούρ, από 2% περίπου Βαλούχοι, Άραβες, Τουρκμένοι, ενώ υπάρχουν ακόμη Αρμένιοι, Ασσύριοι και άλλες εθνότητες.

Έχει πολύ ενδιαφέρον ότι ο Παχλαβί το 1935 ζήτησε από την «Κοινωνία των Εθνών» να μετονομαστεί το κράτος του από Περσία σε Ιράν. Ποια είναι η διαφορά: ο όρος «Περσία» προέρχεται από μια νότια περιοχή του σημερινού Ιράν, το Παρς. Πρόκειται για την περιοχή που βρίσκεται περίπου απέναντι από τα στενά του Ορμούζ. Από εκεί προέρχεται και η ονομασία της γλώσσας «Φαρσί».

«Ιράν», όμως, σημαίνει κάτι διαφορετικό, είναι η «χώρα των Αρίων», δηλαδή η χώρα των Ινδοευρωπαίων. Βεβαίως, δεν είναι όλοι «Άριοι» – λ.χ. δεν είναι ακριβώς Άριοι οι Αζέροι. Θεωρούνται, όμως, ως Ινδοευρωπαίοι οι Πέρσες, οι Κούρδοι, οι Βαλούχοι, οι Λουρ και άλλοι, οπότε το όνομα «Ιράν» περιλαμβάνει ιδεολογικώς περισσότερους πληθυσμούς και όχι μόνο τους Πέρσες.

Υπάρχει, όμως, μια ακόμη πιο συμπεριληπτική ταυτότητα και αυτή είναι ο σιιτισμός που αντιστοιχεί στο 94% του πληθυσμού. Το σιιτικό Ισλάμ είναι, επομένως, ένας πολιτισμικός πυρήνας που κράτησε το Ιράν ενιαίο παρά την εθνοτική διαφοροποίηση. Μάλιστα, μέσω του σιιτισμού, το Ιράν διατηρεί τη δυνατότητα να επηρεάζει και τους Αζέρους στο γειτονικό Αζερμπαϊτζάν. Το αντίστοιχο στην Τουρκία ήταν η σύγχρονη έννοια «τουρκικότητας» ως καταφυγίου ετερόκλητων μουσουλμανικών πληθυσμών.

Και στις δύο χώρες έλαβαν την ίδια εποχή του κεμαλισμού και των Παχλαβί προγράμματα σκληρού αυταρχικού αστικού εκσυγχρονισμού από τα πάνω. Εδώ, όμως, αρχίζουν οι σημαντικές διαφορές στους βίους παράλληλους των δύο χωρών. Στην Τουρκία, ήδη στον Αντνάν Μεντερές (πρωθυπουργός 1950-1960) βρίσκουμε φιλομουσουλμανικά στοιχεία που δεν ευθυγραμμίζονται με τη σκληρότερη γραμμή του κεμαλισμού, ενώ με τον Νετσμετίν Ερμπακάν (πρωθυπουργός 1996-1997), έχουμε ένα είδος πολιτικού Ισλάμ, που θα συνεχιστεί αργότερα από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (2003 και εξής).

Στο Ιράν έχουμε επίσης μια παρόμοια αντίθεση. Όμως, διαφορετικά από ό,τι στην Τουρκία, αυτή προέρχεται από τον κλήρο. Αυτό οφείλεται στη διαφορά σουνιτικού και σιιτικού Ισλάμ. Συνήθως στις σουνιτικές χώρες θρησκευτικοί λειτουργοί, όπως οι μουφτήδες (ερμηνευτές του Κορανίου για την απόδοση δικαιοσύνης), είναι ενσωματωμένοι στις κρατικές διοικητικές δομές, έχοντας περισσότερο έναν ρόλο νομοδιδασκάλου. Αντιθέτως, στο σιιτικό Ισλάμ ο κλήρος ήταν πάντα αυτονομημένος από το κράτος και την πολιτική εξουσία.

Στο Ιράν η σύγκρουση του σιιτικού κλήρου με το κοσμικό καθεστώς είχε ξεκινήσει από τον πατέρα Παχλαβί ήδη από τη δεκαετία του 1930, όταν έγινε προσπάθεια να καταργηθεί η μαντίλα και να αλλάξει το οικογενειακό δίκαιο. Παρεμπιπτόντως, το κίνημα των γυναικών για την κατάργηση της μαντίλας στο Ιράν είναι παλαιότατο, υπάρχει ήδη το 1936.

Πώς, όμως, φτάσαμε ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός του σιιτικού κλήρου να μετατραπεί σε πολιτικό ριζοσπαστισμό στο Ιράν;

Ήταν σημαντικό το ζήτημα του πετρελαίου. Η διαφορά Τουρκίας και Ιράν είναι και εδώ αποκαλυπτική. Όταν η Τουρκία εγκατέλειπε στον βρετανικό έλεγχο τη Μοσούλη και το Κιρκούκ, όλοι θεώρησαν ότι οι Τούρκοι ήταν οι μεγάλοι χαμένοι. Στην πραγματικότητα βγήκαν κερδισμένοι. Γιατί στις χώρες όπου οι Βρετανοί γνώριζαν, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, ότι υπήρχε πετρέλαιο, όπως στο Ιράν και στο βόρειο Ιράκ, επέβαλαν αποικιοκρατικούς όρους εκμετάλλευσης.

Η Anglo-Persian Oil Company, δηλαδή αυτή που σήμερα γνωρίζουμε ως BP (British Petroleum), είχε επιβάλει έναν έλεγχο του ιρανικού πετρελαίου, όπου μόλις το 16% αποδιδόταν στο ιρανικό κράτος και το υπόλοιπο στην εταιρεία. Πρώτος ο ίδιος ο Ρεζά Σαχ Παχλαβί προσπάθησε να το αυξήσει στο 21% υπέρ του ιρανικού κράτους. Οι Βρετανοί αντέδρασαν και βρέθηκε ένας συμβιβασμός, ο οποίος ήταν όμως και πάλι υπέρ των Βρετανών.

Και, όπως γνωρίζουμε, στα χρόνια του δεύτερου Παχλαβί, του Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί, είχαμε την προσπάθεια του πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέκ να εθνικοποιήσει τα πετρέλαια του Ιράν το 1951. Αλλά δύο χρόνια αργότερα οι Βρετανοί μαζί με τους Αμερικανούς θα οδηγήσουν σε ένα πραξικόπημα, το οποίο θα έχει την υποστήριξη και του Σάχη Παχλαβί εναντίον του πρωθυπουργού του. Αυτό ήταν ένα σημείο κλειδί, ένα σημείο καμπής.

Και πράγματι οκτώ χρόνια αργότερα, το 1961, έχουμε την πρώτη μεγάλη εξέγερση εναντίον του καθεστώτος, στην οποία θα διαμεσολαβήσουν κυρίως κληρικοί των τζαμιών και θα αναδυθεί η μορφή του Ρουχολάχ Μουσαβί Χομεϊνί, ο οποίος εξορίστηκε στο Ιράκ και, εντέλει, στο Παρίσι. Αλλά παρότι εξόριστος, θα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην οργάνωση και στην κατεύθυνση των επαναστατικών δραστηριοτήτων εναντίον του Σάχη.

Είναι σημαντικό, για την κατανόηση του Ιράν, να καταλάβουμε την ώσμωση ανάμεσα στον θρησκευτικό και τον πολιτικό ριζοσπαστισμό, η οποία οδήγησε στην πολιτική ηγεμονία των αγιατολάδων μετά την επανάσταση του 1979. Υπήρξε, βέβαια, και ένα άλλο ιστορικό λάθος της Δύσης: η επανάσταση δεν αφέθηκε να εξελιχθεί, αλλά στηρίχθηκε το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν στην επίθεσή του εναντίον του Ιράν. Όμως, όταν ένα καθεστώς υφίσταται επιθετική στρατηγική από γειτονικό κράτος, τότε δεν είναι πιθανό ότι θα πέσει αλλά, αντιθέτως, θα θεμελιωθεί με ακόμα πιο ισχυρό τρόπο.

Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, τη σύγκριση μεταξύ Τουρκίας και Ιράν, θα λέγαμε ότι δύο εθνικά κράτη στη Μέση Ανατολή που προέκυψαν από μεγάλες αυτοκρατορίες, ουσιαστικά μέσα από τις συνέπειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ακολούθησαν προγράμματα αστικού εκσυγχρονισμού από τα πάνω, τα οποία δεν έγιναν δεκτά από, σε μεγάλο βαθμό, αγροτικούς και περιθωριοποιημένους πληθυσμούς. Η διαφορά έγκειται στον διαφορετικό τύπο πολιτικής διαμεσολάβησης στην Τουρκία και στο Ιράν: πολιτικά ισλαμικά κόμματα ήπιου ισλαμισμού στην Τουρκία, ριζοσπαστικοποιημένες ομάδες κληρικών με ώσμωση πολιτικού και θρησκευτικού ριζοσπαστισμού στο Ιράν.

Πιστεύετε ότι η ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας στο Ιράν θα συνοδευόταν από έντονα αποσχιστικά κινήματα; Και ποια είναι σήμερα η αντίδραση της Τουρκίας σε παρόμοιο ενδεχόμενο;

Κυρίως υπό την ομπρέλα των Κούρδων και των Βαλούχων αναπτύσσονται σήμερα αποσχιστικά κινήματα. Ένα αποσχιστικό κίνημα των Κούρδων στο Ιράν θα προκαλούσε μεγάλο πρόβλημα στην Τουρκία και για αυτό η Άγκυρα παρακολουθεί με μεγάλη ανησυχία και επιφύλαξη το ενδεχόμενο αποσταθεροποίησης του Ιράν.
Ξεκινώντας από το κουρδικό ζήτημα, ο Ερντογάν έχει αλλάξει το τουρκικό αμυντικό δόγμα. Ενώ στην κλασική κεμαλική εποχή, από τον Ατατούρκ ως τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, το δόγμα της Τουρκίας ήταν αμυντικό, δηλαδή μη εμπλοκή σε ζητήματα γειτονικών χωρών, επί Ερντογάν έχουμε νέο δόγμα τουρκικής εμπλοκής παντού, ακόμη και στρατιωτικής με σκοπό τον έλεγχο.

Η Τουρκία σίγουρα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις κινήσεις των Κούρδων στο Ιράν. Οπωσδήποτε, οι γενικότεροι δισταγμοί και διλήμματα για δυναμικές ενέργειες ως προς το καθεστώς των αγιατολάδων συνδέονται και με τον προβληματισμό που προκαλεί στην Τουρκία η προοπτική αποσταθεροποίησης του Ιράν με επίκεντρο το κουρδικό ζήτημα.

Υπάρχει «συνταγή Βενεζουέλας» στο Ιράν;

Προς αυτή την κατεύθυνση δείχνει η άρνηση του Τραμπ να στηρίξει τον Ρεζά Παχλαβί ως διάδοχη κατάσταση. Φαίνεται σαν μια επανάληψη της λογικής που ακολούθησε στη Βενεζουέλα με την απόρριψη της Κορίνα Ματσάδο. Όμως ο θρησκευτικός χαρακτήρας του ιρανικού καθεστώτος καθιστά πολύ δύσκολο το να αποστασιοποιηθεί κάποιος από την πάγια πολιτική του και να μη θεωρηθεί προδότης. Στη Βενεζουέλα, η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροδρίγκες ως κόρη διάσημου αγωνιστή της δεκαετίας του 1980, από τον οποίο ο Τσάβες είχε εμπνευστεί, διαθέτει ένα σημαντικό ηθικό κεφάλαιο. Στο Ιράν κάτι αντίστοιχο είναι δύσκολο. Ουσιαστικά, το δίλημμα για το καθεστώς είναι είτε να απορροφήσει με κάποιο τρόπο τις νέες μορφωμένες ελίτ, είτε να περάσει μια κόκκινη γραμμή βίαιης καταστολής μετά την οποία θα καταρρεύσει. Το τι θα ακολουθήσει μετά, όμως, είναι άδηλο. Πολλές από τις εναλλακτικές είναι απονομιμοποιημένες. Συζητείται μια πιθανή διάλυση της χώρας σε εθνοτικές γραμμές. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όμως, ότι η χώρα δεν λέγεται «Περσία», δηλαδή χώρα των Περσών, αλλά από το 1935 ονομάζεται «Ιράν», δηλαδή χώρα που περιλαμβάνει μια πληθώρα «αρίων» εθνοτήτων.