• Αναζήτηση
  • Η γλώσσα κόκαλα τσακίζει

    Ανοσιουργήματα, πρόστυχες χειρονομίες, βλάσφημα λόγια. Βωμολοχίες, υβρεολόγιο, βρωμόλογα, κατάρες, χυδαιολογίες, προσβλητικά λόγια, γαλλικά, μπινελίκια.

    Μαρία Καμηλάκη, Γεωργία Κατσούδα, Μαρία Βραχιονίδου
    Πιπέρι στο στόμα!
    Οψεις των λέξεων-ταμπού στη Νέα Ελληνική
    Πρόλογος Θανάσης Νάκας.
    Εκδόσεις Καλλιγράφος, 2015,
    σελ. 480, τιμή 23,32 ευρώ

    Ανοσιουργήματα, πρόστυχες χειρονομίες, βλάσφημα λόγια. Βωμολοχίες, υβρεολόγιο, βρωμόλογα, κατάρες, χυδαιολογίες, προσβλητικά λόγια, γαλλικά, μπινελίκια. Λέξεις στιγματισμού, λέξεις κακόσημες, λέξεις ρατσιστικές. Είναι απαγορευμένες αλλά χρησιμοποιούνται διαρκώς. Ποιοι τις χρησιμοποιούν, σε ποια γλωσσικά περιβάλλοντα, με ποιον σκοπό; Καταστάσεις-ταμπού και λέξεις-ταμπού στη διαχρονία και στη συγχρονία τους. Τα γεννητικά όργανα και η οπαδική γλώσσα των γηπέδων. Η επιθετική αργκό των νέων και γυναίκες που μιλούν σαν νταλικέρηδες. Πηδήκουλες, τσούλες, μπάζα, μανούλια, πουρά, πρεζόνια, μουρλοί, ντουβάρια, πισωγλέντηδες, γουρούνια, ξεκωλιάρες, πασοκοφρουροί. Η εξωτερική εμφάνιση, η αναπηρία, η ασθένεια, η παραβατική συμπεριφορά, η κομματική ταυτότητα, στόχοι των λέξεων-ταμπού. Πώς η αριστοφανική ψωλή διατηρεί τον ταμπού χαρακτήρα της από την αρχαιότητα ως τις ημέρες και πώς ο δυσφημισμός μαλάκας (αυτός που αυνανίζεται) κατέληξε προσφώνηση οικειότητας, σχεδόν συνώνυμη του «φίλος» (Ρε μαλάκα, πάμε για καμιά μπίρα;); Γιατί αποφεύγουμε να λέμε τον καρκίνο με το όνομά του και γιατί ο δυσοίωνος γκιώνης της λαϊκής δοξασίας αποκαλείται στην Κρήτη καλό πουλί; Τι είναι ο βυζούβιος, ο πουτανικός και η πουστάρδα; Πώς σχηματίζονται οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί Γερμαναράς, Αμερικανάκι, Τουρκαλάς και κωλοβούλγαρος; Ποια είναι η δύναμη του ονόματος και γιατί πιθανόν δεν θα βαφτίζατε σήμερα το παιδί σας Χρυσαυγή; Πώς μεταμφιέζονται οι κακέμφατες λέξεις στον κυρίαρχο λόγο, πώς δημιουργούνται οι ευφημισμοί; Πώς οργανώνει την πραγματικότητά της μια κοινωνία μέσω της γλώσσας και πώς η γλώσσα προδίδει νοοτροπίες και την εξέλιξη των κοινωνιών; Το βέβηλο και το απαγορευμένο και οι λέξεις που αναφέρονται σε αυτό είναι θέμα ερεθιστικό που προκαλεί ερωτήματα και εγείρει συζητήσεις. Στο Πιπέρι στο στόμα! Οψεις των λέξεων-ταμπού στη νέα ελληνική (Καλλιγράφος, 2015) τρεις γλωσσολόγοι, η Μαρία Καμηλάκη, η Γεωργία Κατσούδα και η Μαρία Βραχιονίδου, επιχειρούν να απαντήσουν στα ερωτήματα αυτά σε μια γλωσσολογική μελέτη που καταγράφει, περιγράφει και ερμηνεύει την εμφάνιση και τη χρήση των λέξεων-ταμπού στην ελληνική γλώσσα αντλώντας υλικό από γραπτά κείμενα και τον προφορικό λόγο, από τη λογοτεχνία και τον Τύπο, από το Διαδίκτυο και την τηλεόραση, από την κυρίαρχη γλωσσική ποικιλία της ελληνικής και τις πολύχρωμες τοπικές και κοινωνικές διαλέκτους.

    Εξωτερική εμφάνιση, ασθένεια, αναπηρία

    Από νήπια αντιλαμβανόμαστε ότι κάποιες λέξεις προκαλούν αμηχανία, ότι τις περιβάλλει η έλξη του απαγορευμένου, ότι είναι λέξεις κακές. «Θα σου βάλω πιπέρι στο στόμα αν το ξαναπείς!» απειλούν οι γονείς το παιδί, συχνά το αγόρι, που με την είσοδο στη σχολική ηλικία της πρώτης χειραφέτησης εκστομίζει λέξεις μη κοινωνικά αποδεκτές που αλιεύει από το περιβάλλον του, κοινωνικό, οικογενειακό, σχολικό: σκατά, γαμώτο, μαλάκας. Οι δυσφημισμοί για την εξωτερική εμφάνιση συνιστούν τις πρώτες πράξεις λεκτικού εκφοβισμού. Πρώτος στόχος το πάχος, που στη σημερινή δυτική κοινωνία αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά ταμπού στην εξωτερική εμφάνιση και στιγματίζεται λεκτικά με μειωτικούς όρους όπως θωρηκτό, καταβόθρα, φαγάνα, ντουλάπα, πατσοκοιλιάς ή ζωωνυμικά όπως φάλαινα, αρκούδα, μοσχάρι.
    Μετά τα περιττά κιλά, σε μια κοινωνία που αποθεώνει την υγεία, τα νιάτα και την ομορφιά, εμφανίζεται ο ρατσισμός της ηλικίας με τα δυσφημιστικά σιτεμένος, μουστόγρια, ραμολιμέντο. Πουροτινέιτζερ και πουρότεκνο αποκαλείται ο ηλικιωμένος άνδρας που νεανίζει, γεροντομπεμπέκα και πουρογκόμενα αντίστοιχα η γυναίκα. Γερομπήχτης και γερομπερμπάντης είναι ο ερωτύλος γέρος. Ματσακόνα λέγεται η μεγάλης ηλικίας ξεδοντιασμένη γίδα και η ηλικιωμένη γυναίκα στη Στερεά Ελλάδα, μολυβού, με αρχική ερμηνεία μάντισσα, η κακιά και ραδιούργα γριά στην Ιωνία της Μ. Ασίας και στον Πόντο. Μαυροτσούκαλο αποκαλείται δυσφημιστικά ο μελαψός και ξανθόψειρα ο ξανθός και άχαρος.
    Η σωματική αναπηρία, στη διαρκή προσπάθεια να βρεθεί ένας μη μειωτικός όρος που να την προσδιορίζει, εκδηλώνεται ως ισχυρό ταμπού στο επίπεδο της γλώσσας. Οι στιγματισμένοι μη αποδεκτοί όροι σακάτης, κούτσαβλος, γκαβός, στραβούλιακας, κουφάλογο αντικαθίστανται στον κυρίαρχο λόγο από λεγόμενους ορθοφημιστικούς (με άλλα λόγια, πολιτικά ορθούς) ΑΜΕΑ (Ατομο με Αναπηρία), τυφλός, κωφός, έχοντας περάσει από την ενδιάμεση κατάσταση του όρου Ατομα με ειδικές ανάγκες, σε μια προσπάθεια αποστιγματισμού των αναπήρων.
    Μέγα κοινωνικό ταμπού ο καρκίνος αποκαλείται ευφημιστικά επάρατη νόσος και κακιά αρρώστια. Ιδιαίτερη θέση στο λεξιλόγιο της ασθένειας έχουν τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, με τη σύφιλη να παραμένει έντονα στιγματισμένη, ακόμη και μεταξύ των επαγγελματιών της υγείας, που προτιμούν το ουδέτερο ωχρά σπειροχαίτη, ενώ στον καθημερινό λόγο απαντά με τα ευφημιστικά μεγαλόσταυρος (από τους πολλούς σταυρούς που εμφανίζονται στην εξέταση αίματος) ή παράσημο. Διαφορετική αλλά εξίσου στιγματισμένη είναι η περίπτωση του AIDS, για το οποίο επικράτησε η καθαρά ορθοφημιστική ονομασία, βασισμένη στην ιατρική ορολογία για την ασθένεια, αλλά η έλλειψη εναλλακτικών όρων για την πάθηση δημιουργεί υποψίες, εκτιμούν οι συγγραφείς του τόμου, για το μέγεθος ταμπού που εξακολουθεί να εμπερικλείει η λέξη.
    Ο θάνατος ως έσχατη συμφορά, ως δυσάρεστο τετελεσμένο γεγονός ή ως απειλητικό ενδεχόμενο απομακρύνεται με τα αποτροπαϊκά και μεταφορικά έφυγε, κοιμήθηκε, έκλεισε τα μάτια του και τα αργκοτικά είδε τα ραδίκια ανάποδα και τίναξε τα πέταλα αντί του κυριολεκτικού πέθανε και απεβίωσε, ενώ η αναφορά στον επερχόμενο θάνατο γίνεται με τα υπαινικτικά σβήνει το κερί μου, σώνονται τα ψωμιά μου.
    Ρατσισμός και βλασφημίες

    Ελληνες που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως κυρίαρχη ομάδα απέναντι σε μια άλλη κυριαρχούμενη χρησιμοποιούν φυλετικούς δυσφημισμούς οι οποίοι εκφράζουν περιφρόνηση προς μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων που ομαδοποιούνται υπεραπλουστευτικά σε δεδομένες χρονικές στιγμές και κοινωνικές συνθήκες: Αράπης, κωλοεβραίος, Γερμαναράς. Ο όρος Βλάχος χρησιμοποιείται δυσφημιστικά για τον κάτοικο της επαρχίας, το Φιλιππινέζα έχει γίνει συνώνυμο του υπηρέτρια και ο όρος Ρωσίδα δηλώνει γενικώς τη χορεύτρια σε καμπαρέ και στριπτιζάδικo.
    Ανοσιολογίες και βλασφημίες, ηπιότερες οι πρώτες (Μα το Θεό! Μα την Αγία Τυρόπιτα! Είδα το Χριστό φαντάρο!), επιθετικές οι δεύτερες (Γαμώ το Χριστό σου!) απειλούν ένα άλλο θέμα ταμπού, τη θρησκευτική πίστη, και είναι, υποστηρίζουν οι συγγραφείς του τόμου, ριζωμένες στην ελληνική κουλτούρα μαζί με το θρησκευτικό αίσθημα.
    Λέξεις-ταμπού και γλωσσική ευρηματικότητα

    Στη δημιουργία δυσφημισμών και ευφημισμών αποκαλύπτεται η ευρηματικότητα της γλώσσας και η ετοιμότητά της στην παραγωγή λέξεων και νοημάτων, με τη μεταφορά, τη μετωνυμία και τη σύνθεση να συνιστούν κατ’ εξοχήν μηχανισμούς αυτής της διαδικασίας. Η καριόλα (σκελετός κρεβατιού και αργότερα το χαμηλό ξύλινο κρεβάτι των πορνείων του Μεσοπολέμου) καταλήγει να δηλώνει μετωνυμικά αυτήν που χρησιμοποιεί το κρεβάτι, την πόρνη, την πουτάνα. Το σεξ και οι σεξουαλικές αποκλίσεις, τα γεννητικά όργανα και οι σωματικές εκκρίσεις αποτελούν ταμπού που εκφράζεται στη γλώσσα με ευφημισμούς που αντλούνται συχνά από το φαγητό: το στρώσαμε το γαλακτομπούρεκο, το κανέλωσε το ρυζόγαλο. Χειροτεχνία αποκαλείται μεταφορικά και ευφημιστικά ο αυνανισμός. Λέξεις δημιουργούνται και μέσω συμφυρμού: βυζούβιος (βυζί και Βεζούβιος), πουστάρδα (πούστης και μουστάρδα), αρχιδέας (αρχίδι και ΔΕΑ: Δόκιμος Εφεδρος Αξιωματικός). Με ένα επίθημα το ουδέτερο εθνικό Αμερικανός γίνεται αμερικανάκι (χαζοχαρούμενος, αφελής). Δυσφημιστικά είναι τα σύνθετα σκατόφατσα, μουνοπαγίδα, πουστοφέρνω, κουτόφραγκος, γερμανοτσολιάς. Σπαρταριστές παραφθορές διάσημων κινηματογραφικών ταινιών συνιστούν οι χιουμοριστικοί τίτλοι ελληνικών πορνοταινιών όπου γίνεται χρήση λέξεων-ταμπού: Τα κανόνια του Βυζαρόνε (από τα Κανόνια του Ναβαρόνε), Το κλαρίνο του λοχαγού Κωλέρι (από το Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι) κ.ά., ενώ το τροποποιημένο μαμάκας καταλήγει ευφημισμός του δυσφημιστικού μαλάκας, της αποκαλούμενης και «εθνικής λέξης» των Ελλήνων που γνωρίζουν άπαντες οι τουρίστες.
    Παρότι είναι κοινωνικά μη αποδεκτές, οι λέξεις-ταμπού υπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες, χρησιμοποιούνται και ανανεώνονται διότι επιτελούν κάποιες λειτουργίες. Σε ατομικό επίπεδο και από ψυχολογικής απόψεως «σχετίζονται με την εκτόνωση και τη λύτρωση που προκύπτει από την απελευθέρωση λεκτικής ενέργειας, σε περίπτωση βίωσης ακραίων συναισθηματικών καταστάσεων», κυρίως θυμού, οργής, απογοήτευσης, απελπισίας, επισημαίνουν οι συγγραφείς του τόμου. Εντείνουν τη συναισθηματική επικοινωνία σε βαθμό που δεν μπορούν οι μη-ταμπού λέξεις και είναι τόσο ισχυρές και εκφραστικές που αποτελούν «μία από τις τελευταίες γλωσσικές λειτουργίες που εγκαταλείπεται από τον ασθενή ακόμη και σε περιπτώσεις γλωσσικών διαταραχών, αφασίας και Alzheimer». Στις κοινωνικές συναναστροφές και σε συνθήκες οικειότητας οι φιλικές υβριστικές προσφωνήσεις (άντε, βρε μαλάκα!, χέσε μας, ρε συ!) δηλώνουν πειρακτική διάθεση και εντείνουν τους δεσμούς συνοχής. Στον καθημερινό κοινό λόγο οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί (κωλότουρκος, γούφτουλας, στόκος, χούφταλο, φλώρος, ψυχανώμαλος), καθώς σχετίζονται με βαθιά ριζωμένες πολιτισμικές αντιλήψεις και αξίες περί κανονικότητας, λειτουργούν ως όροι διαφοροποίησης του «εμείς» από τον «άλλον». Στο ιδιόλεκτο κοινωνικών ομάδων (νέοι, τοξικομανείς, φυλακισμένοι κ.ά.) οι λέξεις-ταμπού συνθέτουν έναν κοινό κώδικα, ενισχύουν τους δεσμούς αλληλεγγύης και συνοχής της ομάδας και λειτουργούν ως παράγοντες συγκρότησης της ομαδικής ταυτότητας.
    Η μελέτη Πιπέρι στο στόμα! καλύπτει ένα κενό στην περιορισμένη σχετική βιβλιογραφία στην Ελλάδα. Για τους επιστήμονες της γλωσσολογίας και της λεξικογραφίας θα αποτελέσει έργο αναφοράς, στον βαθμό μάλιστα που οι τρεις γλωσσολόγοι συντάκτριες του τόμου συνδυάζουν ποικίλες ειδικότητες και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της γλωσσολογικής έρευνας. Τα ενδιαφέροντα της Μαρίας Καμηλάκη εστιάζονται στην κοινωνιογλωσσολογία και στην πραγματολογία. Η Γεωργία Κατσούδα, ερευνήτρια Β’ στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, ειδικεύεται στη διαλεκτολογία και στη διαλεκτική λεξικογραφία. Η Μαρία Βραχιονίδου, η οποία εργάζεται επίσης στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων, είναι και λαογράφος, με ενδιαφέρον για τη διασύνδεση της διαλεκτολογίας με θέματα κοινωνικού φύλου, τροφής και αφήγησης. Αποθησαυρίζουν πλούσιο γλωσσικό υλικό από ποικίλες έντυπες και προφορικές πηγές, αξιοποιούν διαλεκτικό υλικό, καταγράφουν ενδιαφέρουσες ετυμολογήσεις των λέξεων-ταμπού που αποκαλύπτουν τη διαδρομή και τις μεταβολές της σημασίας τους στη διάρκεια της Ιστορίας. Πυκνή σε βιβλιογραφικές παραπομπές, κυρίως στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία, και διάστικτη με διεθνείς όρους της γλωσσολογίας, η μελέτη απαιτεί την υπομονή του μέσου αναγνώστη προκειμένου να οικειοποιηθεί το τεχνικό λεξιλόγιο και τις έννοιες της γλωσσολογικής επιστήμης για να προσπελάσει τον πληροφοριακό πλούτο του τόμου. Οπωσδήποτε η γνώση που αποκομίζει ο επίμονος αναγνώστης ανταμείβει τον μόχθο που καταβλήθηκε.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Στο extreme chic σαλέ… Ο πολυέλαιος του 18ου αιώνα είναι το εντυπωσιακότερο αντικείμενο στο κυρίως σαλόνι του «Ultima Gstaad». Οι κρυστάλλινες λεπτομέρειες έτσι... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk