Με τον φόβο της ύφεσης, την αύξηση της πολιτικής αβεβαιότητας και την αλληλεξάρτηση κρατών και τραπεζών να αυξάνει τους συστηµικούς κινδύνους εντείνοντας το κλίµα δυσπιστίας στη διατραπεζική αγορά και ξυπνώντας «µνήµες Lehman Brothers», εύλογα οι αγορές βρέθηκαν σε «βαθύ κόκκινο», καθώς η αποστροφή του ρίσκου οδήγησε τους επενδυτές στα λεγόµενα «ασφαλή καταφύγια». Η τάση αποφυγής του κινδύνου διατηρείται πλέον σχεδόν σε επίπεδα-ρεκόρ καθώς ο σχετικός δείκτης της Credit Suisse καταδεικνύει σαφώς µια κατάσταση «πανικού». Οι αποδόσεις των γερµανικών κρατικών οµολόγων βρέθηκαν σε νέα ιστορικά χαµηλά, οι µετοχικοί δείκτες παραµένουν υπό πίεση, το δολάριο κινήθηκε ανοδικά πιέζοντας τον χρυσό, ενώ συνεχίστηκαν οι πιέσεις στο πετρέλαιο, στα εµπορεύµατα, στο ευρώ και στη στερλίνα.
Τα ευρωπαϊκά χρηµατιστήρια κατέγραφαν χαµηλό 26 µηνών, ενώ απώλειες σηµείωσε και η Wall Street µετά τις απαισιόδοξες προβλέψεις της Federal Reserve για την αµερικανική οικονοµία και τα αρνητικά οικονοµικά στοιχεία από την Κίνα και τη Γερµανία. Μεγάλες ήταν οι απώλειες στις τραπεζικές µετοχές, µε τις ελληνικές – όπως εξάλλου και συνολικά το Χρηµατιστήριο Αθηνών, που κινείται κοντά σε χαµηλά 17 ετών – να σηµειώνουν τη χειρότερη απόδοση εφέτος στον κόσµο.
Οι επενδυτές παραµένουν εξάλλου επιφυλακτικοί για την απόδοση των νέων δηµοσιονοµικών µέτρων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, καθώς,όπως υποστηρίζεται, «οι αγορές θέλουν να δουν πρωτοβουλίες από την κυβέρνηση και όχι κινήσεις που είναι αποτέλεσµα πιέσεων της τρόικας». Η χώρα θα πρέπει να επιλύσει, όπως υποστηρίζεται, όσο γίνεται πιογρήγορα τα δύο βασικά προβλήµατά της: την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσµατος µέσω της δραµατικής µείωσης των δαπανών και τη ρύθµιση του υπέρογκου χρέους της µε ένα «κούρεµα» 50%-60% των οµολόγων. Ωσπου, µάλιστα, υποστηρίζουν, οι αγορές να πειστούν ότι η χώρα µπορεί να κάνειένα αποφασιστικό βήµα για τη σωτηρίατης, δύσκολα και το Χρηµατιστήριο Αθηνών θα βρει τον δρόµο του.
Την ίδια στιγµή, ενώ η χώρα βρίσκεται «µε την πλάτη στον τοίχο», τα µαύρα σύννεφα στην παγκόσµια οικονοµία έχουν αυξηθεί ραγδαία, µε τους επενδυτές να στρέφουν το βλέµµα τους και στις αποφάσεις του G20 στην Ουάσιγκτον. Αναλυτές αναρωτιούνται επίσης αν οι χώρες BRICs (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα), αλλά και άλλες µε µεγάλα ταµειακά διαθέσιµα, θα µπορούσαν µε όχηµα το ∆ΝΤ να δανείσουν «σώζοντας» τις χώρες PIIGS (Πορτογαλία, Ιταλία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία), ειδικά αν η βοήθεια της ΕΚΤ και του Ευρωπαϊκού Ταµείου Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) δεν επαρκέσει για τη διαχείριση της κρίσης.
Παράλληλα η δυσπιστία στις ευρωπαϊκές τράπεζες ως προς τις ζηµιές που υφίστανται εξαιτίας των θέσεών τους στα ελληνικά οµόλογα παραµένει, αφού η αγορά των ελληνικών οµολόγων είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη και δεν υπάρχουν ασφαλή στοιχεία ως προς την πραγµατική τους αξία. Σύµφωνα µε τους υπολογισµούς της Nomura, π.χ., ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος θα χρειαζόταν κεφαλαιακή ενίσχυση 350 δισ. ευρώ αν αποτιµούσε τους ελληνικούς τίτλους µε τη µέθοδο mark to market (δηλαδή, µε βάση τις τιµές της αγοράς), ενώ το ∆ΝΤ προειδοποίησε ότι η κρίση χρέους απειλεί να ανοίξει γιγαντιαία τρύπα ύψους 300 δισ. ευρώ στα κεφάλαια των τραπεζών.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



