Το «επικαιροποιημένο» μνημόνιο του Μικ

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου δεκαπεντέμισι χιλιάδες και μία νύχτες πριν, με τη Γαλλία να ζεματίζεται από τον πιο καυτό Μάη στην ιστορία της και τις Κυλιόμενες Πέτρες να ροβολούν μη συντεταγμένες, ο εις εκ των Απαστραπτόντων Διδύμων γύρισε προς τον έτερο και αραχτός σε ένα σύννεφο από τύψεις και φιλαυτία τόλμησε, για πρώτη φορά, να ξεστομίσει αυτό που θα επαναλάμβανε ουκ ολίγες φορές στο μέλλον, ελαφρώς παραλλαγμένο φυσικά, για την εκάστοτε περίσταση…

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου δεκαπεντέμισι χιλιάδες και μία νύχτες πριν, με τη Γαλλία να ζεματίζεται από τον πιο καυτό Μάη στην ιστορία της και τις Κυλιόμενες Πέτρες να ροβολούν μη συντεταγμένες, ο εις εκ των Απαστραπτόντων Διδύμων γύρισε προς τον έτερο και αραχτός σε ένα σύννεφο από τύψεις και φιλαυτία τόλμησε, για πρώτη φορά, να ξεστομίσει αυτό που θα επαναλάμβανε ουκ ολίγες φορές στο μέλλον, ελαφρώς παραλλαγμένο φυσικά, για την εκάστοτε περίσταση: «Λοιπόν, το αποφάσισα… Από τη μία… Το ξέρεις, σ’ αγαπάω, ρε μπαγάσα! Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα και τους άλλους…».

«Βάζεις και τον ξανθό μέσα;» πέταξε μέσα στη θολούρα του ο άλλος προτού ξαποστείλει ανομολόγητη, κάπου ανάμεσα στον φάρυγγα και στο στομάχι, τη – μουσκεμένη στο μπέρμπον – αμοιβαιότητα: «Κι εγώ, βρε παλιομασκαρά, αλλά για προχώρα, να δω μέχρι πού θα το πας αυτήν τη φορά…».

«Ολο πόζες και καμώματα, ε; … Και μια και το ’φερε η κουβέντα, δεν νομίζω ότι θα τη σκαπουλάρει τελικά…».

«Θα τον μπαγλαρώσουν για τα καλά αυτήν τη φορά, λες;».

«Οχι, δεν εννοώ το δικαστήριο, σιγά τα λάχανα… Κακά ξεμπερδέματα θα έχουμε με δαύτον, να το θυμηθείς, αλλά τέλος πάντων… Τι σου έλεγα; Α, ναι… Από την άλλη λοιπόν, τρελαίνομαι όταν σκέφτομαι ότι το μόνο πράγμα που έχω καταφέρει μέχρι σήμερα είναι αυτό το συγκρότημα…».

«Και τι θα ’θελες, δηλαδή; Να σε κάνουν… σερ;» είπε για να καμουφλάρει τα δάκρυα που ανυπομονούσαν να βγάλουν σκάρτη την αυτοσυγκράτησή του και να προσθέσει, μιλώντας κυρίως στον ίδιο του τον εαυτό παρά στον κατεργάρη που είχε απέναντί του: «Μην ξεχνάς ότι για τον περισσότερο κόσμο είσαι ένα αλάνι και μισό…».

«Και; Αυτό μου αφαιρεί το δικαίωμα να κάνω κάτι έξω από την μπάντα; Δεν έχω καμία διάθεση να φύγω, απλώς θέλω να κάνω κάτι διαφορετικό…» κλαψούρισε σχεδόν ο άτιμος.

«Μάλιστα… Και πιστεύεις ότι έφτασε η στιγμή για κάτι τέτοιο τώρα που έχεις μπλέξει με αυτήν την ταινία… πώς τη λένε… “Performance;”…» γρύλισε, βυθίζοντας την υπόλοιπη φράση, – “… και το καθίκι τον Ντόναλντ Κάμελ, που βάζει εσένα και το γυναικάκι μου να μαστουρώνετε και να μπαλαμουτιάζεστε παρέα με τη Μισέλ Μπρετόν, μόνο και μόνο για να μου τη σπάσει! ” – στον πάτο του φινετσάτου μπουκαλιού από το Λίντσμπουργκ του Τενεσί.

«Επιτέλους, βρήκα έναν ρόλο που μου έρχεται γάντι… » τον άκουσε να λέει, ενώ μια σκέψη, που άρχισε ξαφνικά να αναβοσβήνει σαν επιληπτικό νέον, του τσουρούφλιζε τα μηνίγγια: «Μονά – ζυγά, δικά σου τα θες, δεν πήρα όμως την Ανίτα από τον Μπράιαν για να μου τη φας εσύ!».

«… Κάνω τον Τέρνερ, έναν ιδιόρρυθμο τραγουδιστή που έχει κλειστεί στον εαυτό του και την έχει δει κάπως…» τον άφησε να συνεχίσει και αισθάνθηκε το κάψιμο από την έξαψη που έσταζαν αυτά τα ηδυπαθή χείλια. «… Κανονικό φρικιό δηλαδή! Δεν είμαι έτσι εγώ, αλλά μπορώ να καταλάβω τι τον τρώει… Υπήρξαν φορές, δικέ μου, που ένιωθα μεγαλύτερος από όσο πραγματικά ήμουν…».

«Μικ, μιλάς σαν να ’χεις δημοσιογράφους απέναντί σου» αντιγύρισε γλυκά ζαλισμένος, εξαιτίας αυτού του αναπάντεχου συνδυασμού από ψυχοπλάνα ελιξίρια και πατσουλί προδοσίας. «Εγώ απλώς παίζω κιθάρα σε ένα ροκ εν ρολ συγκρότημα, σε περίπτωση που το ξέχασες…».

«Φυσικά και δεν το ξεχνώ, Κιθ, άλλωστε εγώ είμαι αυτός που επιμένει, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ότι μια φαμίλια είμαστε όλοι μας. Παρά το γεγονός λοιπόν ότι δεν θες, εσύ, ο κολλητός μου, να έχεις την παραμικρή σχέση με το τραγούδι που λέω στην ταινία, εγώ, και μην αρχίσεις να μου τσαμπουνάς διάφορα, τα ονόματα Τζάγκερ / Ρίτσαρντς θα βάλω, όπως πάντα άλλωστε, κάτω από τον τίτλο “Memo From Turner”!».

«Σου είμαι υπόχρεος… Αλλά, σόρι μάγκα μου, πρέπει κάπου να την πέσω… Αμέσως, τώρα…» ψέλλισε, εξουθενωμένος πλέον, από την προσπάθεια, όλη αυτήν την ώρα, να μη χιμήξει κατά πάνω του, και καθώς βολευόταν, με τα βλέφαρα ερμητικά κλειστά, στην άνεση της αγκαλιάς του Μορφέα, επέτρεψε στον εαυτό του ένα τελευταίο βουβό παράπονο – «Μα και συ, ρε κερατά, τον Ράι Κούντερ φώναξες να παίξει στη θέση μου; Για να δώσεις ακόμη περισσότερα δικαιώματα στα διάφορα τσογλάνια που με συκοφαντούν ότι και καλά του έκλεψα τα κόλπα; Εντάξει, τα σέβη μου στον τύπο, αλλά εγώ τα δούλεψα και έφτιαξα κάτι εντελώς δικό μου…» – καθώς και μια ταξιδιωτική οδηγία του στυλ: «Ρε, δεν πάτε όλοι από κει που ’ρθατε!», ολίγον τι πιο πρόστυχη…

Τελικά το πρώτο δισκάκι με μία αργών ταχυτήτων, πλην τσαμπουκαλίδικη, φάνκι ροκ τραγουδάρα στην πρώτη του πλευρά, κυκλοφόρησε, προς μεγάλη χαρά του Ρίτσαρντς, με καθυστέρηση μεγαλύτερη των δύο χρόνων για λόγους πέρα από τη θέληση των άμεσα εμπλεκομένων, δημιουργώντας έτσι ένα ζήτημα που έπειτα από τόσα χρόνια εκλιπαρεί ακόμη τη ρύθμισή του…

Επανήλθε μάλιστα λίαν προσφάτως στο προσκήνιο με αφορμή το φορμάρισμα των Superheavy, μιας, κυριολεκτικά, «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» εαρινής σύναξης, με τη συνυπαιτιότητα της νεοσόουλ ντίβας Τζος Στόουν, του γόνου της δυναστείας Μάρλεϊ, Ντέμιαν, του πάλαι ποτέ ημίσεως των Eurythmics, Ντέιβ Στιούαρτ, και του πλέον κερδοφόρου εξαγώγιμου προϊόντος του Μπόλιγουντ, Εϊ Αρ Ράχμαν, που όχι μόνο προσφέρει άλλοθι σε ένα ακόμη άστοχο παραστράτημα του τραγουδιστή – ή, πιο σωστά, νάζι για όσα του σέρνει ο κιθαρίστας στην αυτοβιογραφία του, «Life» – αλλά και φαντάζει πολύ πιο ενδιαφέρουσα στο χαρτί από ό,τι ακούγεται εν τέλει από τα ηχεία. Αυτό όμως είναι ένα εντελώς διαφορετικό παραμύθι, για κάποια άλλη φορά…

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk