Συμπληρώνω τον γραμματικό απολογισμό τού, εξουθενωμένου από τον καύσωνα και τις φωτιές, Αυγούστου, επιμένοντας στην απρόσβλητη Κω. Οπου παραμονές της Παναγιάς τιμήθηκε ο Μανόλης Φουρτούνης στη γενέτειρά του (κατάγεται από την Κέφαλο) για τα ογδόντα του χρόνια. Ασημος ίσως, αλλά καθόλου ασήμαντος πολίτης, ποιητής και μεταφραστής· ακαταλογράφητος εντούτοις στα γραμματολογικά και στα αντιστασιακά μας κιτάπια, αγνοούμενος ακόμη και στην ηλεκτρονική καρτελοθήκη του Αργυρίου. Η τοπική τώρα τιμή οφείλεται στην προθυμία των τριών δημάρχων του νησιού και στην ευαίσθητη επιμονή των Παναγιώτη Νούτσου και Τίτου Πατρικίου, οι οποίοι ανέλαβαν να συστήσουν τον βίο και το έργο ενός σεμνού ανθρώπου, παραβιάζοντας την ασκητική του αξιοπρέπεια.
Για να φανεί εξαρχής το ήθος της οριακής του αντίστασης στην αγοραία αυταρέσκεια, αντιγράφω την επόμενη, καρυωτακικής ίσως έμπνευσης, ποιητική ομολογία, θησαυρισμένη στη συλλογή «Η πληγή και το αλάτι» (Θεμέλιο 1985), που παραμένει η τελευταία, μέχρι στιγμής, δημοσίευσή του:
Τα χείλη που δίσταζαν, η γλώσσα / χτυπάει στα δόντια και πληγώνεται. / Τα χρόνια μου, είπε, / ποτέ δεν τα μέτρησα δικά μου, / χρόνια μ’ ένα φορτίο αίμα / πάνω από τον πρωινό ήλιο, / δεν μπορείς πια να ησυχάσεις, δεν θέλεις / πια να ησυχάσεις, ένας μικρός ποιητής, / άλλοι θα πουν ένα σκύβαλο / ανάμεσα σε δυο μυλόπετρες οργισμένες. / Τα λόγια μου δεν με δέχονται πια, / η όψη παραμορφωμένος καθρέφτης, / οι μικρές λεπτομέρειες μένουν, / σταγόνες ατμού που ψάχνουν να βρούν / ένα απόμερο τζάμι, / για να κυλήσουν σαν δάκρυα.
Απόρριψη εξάλλου όποιας αυτοπροβολής μαρτυρεί και το «βιογραφικό σημείωμα», που επισυνάπτεται στην πρώτη συλλογή με τον ενδεικτικό τίτλο «Βιογραφίες» (1972, εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ). Οπου παραλείπονται: η ριψοκίνδυνη συμμετοχή του Φουρτούνη στην κατοχική αντίσταση: η ανυποχώρητη άρνησή του να υπογράψει δήλωση στη μετεμφυλιακή Μακρόνησο· η βάναυση εξορία του στα χρόνια της επτάχρονης χούντας. Σημειώνονται μόνον ασχολίαστα: η ημερομηνία γέννησης (Οκτώβριος 1926)· η φοίτηση στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών· η πενταετής θητεία στη συντακτική επιτροπή της «Επιθεώρησης Τέχνης»· η πρώτη εμφάνιση (1950) στη λογοτεχνική στήλη της εφημερίδας «Ο Δημοκρατικός»· η πρώιμη (1962) συλλογή «Εγγραφές και Προσωπεία»· οι μεταφράσεις σε περιοδικά και εφημερίδες.
Θα πρέπει ωστόσο να εκτιμηθούν κάποτε αντάξια οι αυταπαρνησιακές προσφορές του Φουρτούνη στην Αριστερά και στα αριστερά μας γράμματα, ειδικότερα οι δημοσιευμένες μεταφράσεις του αιρετικών κειμένων των Γκράμσι και Ερενμπουργκ στην «Επιθεώρηση Τέχνης». Και βέβαια επείγει η δίκαιη αποτίμηση του ποιητικού του έργου, το οποίο σε κρίσιμα κεφάλαια ύφους και ήθους αποδείχνεται σήμερα προδρομικό, στο πλαίσιο ειδικότερα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς με τις επίμονες επιλογές της και τις οδυνηρές εμπλοκές της στο δίλημμα της πολιτικής και της ποιητικής ηθικής. Προκαταβάλλονται εδώ, πρόχειρα έστω, κάποιες προσωπικές προτάσεις:
Και οι δύο ποιητικές συλλογές (η πρωιμότερη του 1972 και η ωριμότερη του 1985) συστήνουν (με τον αποκαλυπτικό τους τίτλο και με τον εσωτερικό τους μερισμό) συνεχόμενο έργο, στοχαστικά συνταγμένο σε εξελισσόμενη πρόοδο, με οδόσημα τα ενεπίγραφα κεφάλαιά του, όπου υπάγονται κάθε φορά, με απλή αρίθμηση, τα επί μέρους ποιήματα. Σημειώνω για παράδειγμα τρεις επιγραφές εξαιρετικής ευρηματικότητας και τόλμης: «Φωνή μέσα στη θήκη της»· «Ποιος θα ζητήσει την αθώωση»· «Ολα γραμμένα στην παλάμη σου».
Δύο τουλάχιστον στοιχεία διακρίνουν την ποίηση του Φουρτούνη μέσα στον κύκλο τής, ομόθεμης και ομόκεντρης, πρώτης μεταπολεμικής γενιάς: η απόσταξη πρώτα της θεματικής αφορμής του ποιήματος και ο μετασχηματισμός της βιωματικής εμπειρίας σε ποιητική εμπειρία· η αποφυγή έπειτα του διδακτικού τόνου και του ελεγκτικού τρόπου, που χαρακτηρίζουν άλλους, σημαντικούς ποιητές, αυτής της κατηγορίας.
Το γεγονός ότι, μετά το 1985, ο Φουρτούνης αποσύρεται από τη λογοτεχνική δημοσιότητα, εξακολουθεί όμως να γράφει ποιήματα, δεν πρέπει να συγχέεται, πιστεύω, με τη διαφημισμένη σιωπή του Μανόλη Αναγνωστάκη. Η δική του αποχή αποτελεί μάλλον διακριτική αντίδραση στην αυθαίρετη αποξένωση της ποίησής του από όσους διαχειρίζονται τα λογοτεχνικά μας πράγματα.
Κλείνω το ενοχικό αυτό αφιέρωμα αντιγράφοντας ένα ακόμη ποίημα με δυσεύρετες αρετές: Η βροχή πέφτει στο συρματόπλεγμα, / στους καμένους ευκάλυπτους. Πληγώνεται και πληγώνει, / σίγουρη για τη βλάστησή της. Χώμα της νύχτας. / Στη στέγη σάπισαν οι ανεμοδείχτες, / έχοντας ψηλά το μέτωπο κατάντικρυ σε δρομολόγια και συναντήσεις. / Τα κλειστά βλέφαρα προπορεύονται. / Στις κόχες τους βιαστικά αμάξια, φύλα ημερολογίου, / γνώριμα χείλη, χέρια, οι παλμοί. / Μα τα κλειδιά χαμένα στην τσέπη μας. / Οι προβολείς σκαλίζουν τις σάρκες του λόφου. / Μια κουκουβάγια δεν σταματάει το λυγμό της. / πάντα προληπτική, φοβάται τη φωνή της, / τη μοναξιά και τα μνήματα.



