” Ο Ρόναλντ Ρίγκαν, ο 40ός πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ούτε ασήμαντος ως άνθρωπος ήταν ούτε ως πρόεδρος μιας υπερδύναμης παρέστησε τον καουμπόι, όπως τον χαρακτηρίζουν μερικοί, χωρίς να δίνουν φυσικά προσοχή στην πραγματικότητα. Δεν ήταν πνευματικά καλλιεργημένος σαν τον Κένεντι και τον Κλίντον, δεν ήταν υπερφίαλος σαν τον Τζόνσον και τον Νίξον, ήταν «άνθρωπος της καθημερινότητας», όπως του άρεσε να λέει ότι ήταν και ασφαλώς βρισκόταν πολύ μακριά από τον Κάρτερ που «ανένηψεν ως χριστιανός» ή τον ανεκδιήγητο Μπους τον νεότερο. Ο Ρόναλντ Ρίγκαν ήταν ένας ευθύς χαρακτήρας, ένας ευχάριστος άνθρωπος, με αυτοπεποίθηση, που δεν δίσταζε να παραδεχθεί δημόσια λάθη και παραλείψεις του.
* Ενας Αμερικανός στο Παρίσι
Τον Ιούνιο του 1984 πήγε στη Γαλλία για να τιμήσει τα 40 χρόνια από την «D-Day», την απόβαση στη Νορμανδία. Ηταν μία έκπληξη γιατί, όπως του επισημάνθηκε, τα 50 χρόνια ενός ιστορικού γεγονότος και όχι τα 40 συνηθίζεται να εορτάζονται. Σύμφωνοι, «αλλά ποιος με βεβαιώνει ότι θα ζω εγώ έπειτα από δέκα χρόνια;» απάντησε – παραλείποντας φυσικά να πει ότι δεν μπορούσε να είναι πρόεδρος το 1994, αφού η θητεία του ήταν το πολύ οκταετής. Επιστρέφοντας από τη Νορμανδία είχε στο Παρίσι συνομιλία με τον Φρανσουά Μιτεράν, ο οποίος επωφελήθηκε να του κάνει και λίγο σόου. Τον πήγε στις Βερσαλλίες και εκεί, στον κήπο και στο περιστύλιο όπου κάποτε κυκλοφορούσαν κρινολίνα και λιβρέες, οι δύο πρόεδροι έδωσαν συνέντευξη Τύπου σε περίπου τριακόσιους δημοσιογράφους.
Ηταν μια συνάντηση απολαυστική. Οχι γιατί ειπώθηκαν σπουδαία πράγματα είτε ανακοινώθηκαν σχέδια και η συνηθισμένη «ταυτότητα αντιλήψεων». Τα μέτρα ασφαλείας ήταν ασήμαντα και ο Ρίγκαν, ελαφρά μακιγιαρισμένος για την τηλεόραση, απαντούσε σε βροχή ερωτήσεων. Για μια στιγμή κάποιος τον ρώτησε για το εξοπλιστικό πυραυλικό πρόγραμμα της Αμερικής και αν η Γερμανία θα ελάμβανε κάποιον νέο τύπο πυραύλων. Ο πρόεδρος απάντησε με πολύ άνεση ομολογουμένως, αλλά ξαφνικά αντιλήφθηκε πως ήταν… σε άλλο ανέκδοτο. Αλλωστε, οι δημοσιογράφοι το κατάλαβαν ενωρίτερα, ο Ρίγκαν κάτι μυρίστηκε και σταματά αιφνιδίως, κοιτάζει το ακροατήριο, ρίχνει ένα βλέμμα στον Μιτεράν ο οποίος καθόταν δίπλα του και έδειχνε να γλεντά τη σκηνή, και ενώπιον όλων μπροστά στις κάμερες: «Δεν είναι αυτό, ε;» λέει γελώντας και συνεχίζει: «Σταθείτε, όμως, έχω εδώ κάτι σημειώματα. Θα σας πω…». Και βγάζει από την τσέπη του κάτι μικρές κάρτες – σκονάκια της πολιτικής, θα τα έλεγα – ψάχνει λίγο και, με ένα πλατύ χαμόγελο, δίνει απάντηση στο ερώτημα, αφού προηγουμένως έριξε μια ματιά στην κάρτα με την οποία τον είχαν εφοδιάσει οι πάντοτε προνοητικοί προεδρικοί γραμματείς.
* Ξενύχτια στον Λευκό Οίκο
Συνηθισμένο από τους ρυθμούς ζωής της Καλιφόρνιας το ζεύγος Νάνσι και Ρόναλντ Ρίγκαν έμενε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του στον Λευκό Οίκο ως και μετά τα μεσάνυχτα – κάτι σχεδόν μοναδικό για τη νυσταλέα δημοσιοϋπαλληλική Ουάσιγκτον. Στον χορό που επακολουθούσε απαραιτήτως ύστερα από κάθε επίσημο γεύμα στις κάτω αίθουσες του Λευκού Οίκου το ζεύγος έμενε χορεύοντας ως τις 10.30, όταν κατά το πρωτόκολλο αναχωρούσε και ο τελευταίος καλεσμένος. Δύο-τρία ζεύγη φίλων τους, κατά περίσταση, τους ακολουθούσαν στο μικρό σαλόνι του δευτέρου ορόφου. Ηταν, λοιπόν, φυσικό να μην ξυπνά πολύ νωρίς το πρωί ο πρόεδρος. Ελα όμως που το επέβαλε η γραφειοκρατική παράδοση. Στις 6 το πρωί ο πρόεδρος έπρεπε να ήταν έτοιμος για να δεχθεί τον απεσταλμένο της CIA να του δώσει αναφορά. Είχε καθιερώσει αυτή την ώρα ο Αϊζενχάουερ, από το 1952 που έγινε πρόεδρος, και τηρούσαν όλοι αυτό το πρωινό ξύπνημα. Ενοχλημένος ο Ρίγκαν ένα πρωί ρωτά τον απεσταλμένο. «Οταν θα είμαι στην Καλιφόρνια, τι ώρα θα έρθεις να μου δώσεις αναφορά;». «Την ίδια ώρα, στις 6 το πρωί». «Και τι ώρα θα είναι τότε στην Ουάσιγκτον;» ξαναρωτά ο Ρίγκαν. «Θα είναι 9, μίστερ πρέζιντεντ». «E, τότε από αύριο να έρχεσαι στις 9» του είπε. [H Ουάσιγκτον προηγείται κατά τρεις ώρες της Καλιφόρνιας.] H εντολή τηρήθηκε σχολαστικά, κανείς δεν ξυπνούσε τον Ρίγκαν ενωρίς το πρωί. Και είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι όταν κατερρίφθη πάνω από τη Σιβηρία το κορεατικό αεροπλάνο και η είδηση έφθασε στην Αμερική τα ξημερώματα ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Τζορτζ Σουλτς που ειδοποιήθηκε πρώτος από τη CIA και χειρίστηκε το ζήτημα. Ο πρόεδρος Ρίγκαν ειδοποιήθηκε αργότερα, όταν ξύπνησε.
* Ο «ξένοιαστος καβαλάρης»
Ο Ρόναλντ Ρίγκαν αποτελεί περίπτωση μοναδική για την Αμερική. Με εξαίρεση τον Αϊζενχάουερ, όλοι οι μεταπολεμικοί πρόεδροι είχαν μια σοβαρή πολιτική βάση. Ο Ρίγκαν είχε μόνο οκτώ χρόνια ως κυβερνήτης της πολυπληθέστερης αμερικανικής Πολιτείας, της Καλιφόρνιας, όπου εξελέγη με την υποστήριξη του πανίσχυρου οικονομικού και πολιτιστικού λόμπι του Χόλιγουντ. Ούτε σοβαρή πολιτική κατάρτιση είχε ούτε συγκεκριμένο κομματικό προσανατολισμό, μολονότι ήταν και ως κυβερνήτης και ως πρόεδρος φιλελεύθερος ρεπουμπλικανός, όπως έλεγε. Ο Ρίγκαν δεν είχε να «πουλήσει» στους Αμερικανούς ένα δικό του πολιτικό προϊόν. Ηταν ένας είδος πλασιέ που τους πούλησε κάποιων άλλων τα πολιτικά δόγματα και τις κυβερνητικές κατευθύνσεις.
Στη μετά το Βιετνάμ και το Γουότεργκεϊτ εποχή ο συντηρητικός πολιτικός κόσμος της Αμερικής βρισκόταν σε σύγχυση και διάλυση. Υπήρχαν όμως ομάδες και think tanks που είχαν «ανησυχίες», είχαν στόχους, αλλά και υποσχέσεις για σοβαρή οικονομική υποστήριξη. Είχαν ακόμη και προγράμματα που πίστευαν – και είχαν ενδείξεις γι’ αυτό – πως θα έβρισκαν θετική ανταπόκριση στον κόσμο που ζούσε μέσα στο πολιτικό χάος και στις παλινδρομήσεις της κυβέρνησης του δημοκρατικού Τζίμι Κάρτερ. Εκείνο το οποίο τους έλειπε ήταν κάποιος που να «πουλήσει» αυτά τα σχέδια και αυτές τις ιδέες στον λαό. Εψαξαν και, φυσικά, βρήκαν. Δεν τον αναζήτησαν ανάμεσα στους πολιτικούς – λίγο-πολύ όλοι τους, Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί, ήταν ανυπόληπτοι και πολιτικώς άχρηστοι. Ηθελαν έναν άνθρωπο χωρίς σοβαρό πολιτικό παρελθόν που να διαθέτει το χάρισμα της επικοινωνίας, που να μπορεί να «πουλήσει» τις ιδέες τους στο κοινό. Ο Ρόναλντ Ρίγκαν τα διέθετε. Μήπως δεν δούλεψε ως πλασιέ ηλεκτρικών συσκευών της General Electric και μάλιστα με τέτοια επιτυχία που ως «πλασιέ» τον προσέλαβε το Χόλιγουντ; Ετσι προωθήθηκε ο Ρόναλντ Ρίγκαν, έτσι «πούλησε» τις συντηρητικές συνταγές στον λαό και έτσι εξελέγη.
* Ο επαγγελματίας «πλασιέ»
Με πολύ ωραίο τρόπο, καθαρά επαγγελματικό, πέρασε στους ψηφοφόρους το μήνυμα της μείωσης των φόρων, της αμυντικής θωράκισης της Αμερικής και τα σχετικά. Το όπλο του στην οκτάχρονη προεδρία του ήταν ο πραγματικά αυθόρμητος προσωπικός χαρακτήρας που έδινε τα μέτρα και τις αποφάσεις της πολιτικής του. Ακόμη και την γκάφα του με την εισβολή στην απόλεμη Γρανάδα την «πούλησε» με μια κολοσσιαία ανακρίβεια, και για το σκάνδαλο Ιράν – Κόντρας, στο οποίο πραγματικά δεν είχε ανάμειξη, ανέλαβε ο ίδιος την ευθύνη – για να καλύψει τους ενόχους.
Ελληνοαμερικανός που είχε από πολύ παλιά σχέσεις με το ζεύγος Ρίγκαν μου διηγήθηκε κάτι χαρακτηριστικό για τις πολύ στενές σχέσεις που είχε μεταξύ του το αντρόγυνο. Από καιρού εις καιρόν, ωστόσο σπάνια, ο πρόεδρος είχε στιγμιαίες διαλείψεις της αμνησίας που του έφερε η αρρώστια του. Ενα πρωί πριν από τρία χρόνια «ξύπνησε» από τον μόνιμο λήθαργο, τα μάτια του ζωήρεψαν και έδειχναν να ψάχνουν κάτι, ήταν φανερά τρομαγμένος και τραυλίζοντας ψιθύρισε στον νοσοκόμο που του παραστεκόταν «πού είναι η Νάνσι;». Επί χρόνια, ακόμη και στον Λευκό Οίκο, το ζεύγος κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο, κάτι που βεβαίως δεν συνεχίστηκε από τότε που ο Ρίγκαν αρρώστησε. Δεν είχε δει τώρα τη γυναίκα του και πανικοβλήθηκε. Εχασε την επαφή με το περιβάλλον προτού πάρει κάποια απάντηση. ”



