Στόχοι και ιδιαιτερότητες
H φαρμακευτική βιομηχανία αποτελεί μια από τις πλέον ρυθμιζόμενες βιομηχανίες παγκοσμίως, γεγονός το οποίο απορρέει από τη φύση του προϊόντος που παράγει. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα φάρμακα θα είναι υψηλής αποτελεσματικότητας και ασφάλειας, η βιομηχανία υπόκειται σε σειρά αυστηρότατων ρυθμίσεων σε ό,τι αφορά τόσο την ανάπτυξη νέων φαρμάκων όσο και την παραγωγή και διακίνησή τους. Τα παραπάνω, εκτός από το να αυξάνουν το κόστος του τελικού προϊόντος, καθιστούν τη φαρμακοβιομηχανία μια βιομηχανία υψηλού ρίσκου (υπάρχουν παραδείγματα κραταιών φαρμακοβιομηχανιών που κατέρρευσαν υπό το βάρος μιας αποτυχημένης κλινικής δοκιμής τρίτης φάσης).
Στόχος της φαρμακοβιομηχανίας είναι η παραγωγή καινοτόμων φαρμάκων τα οποία είτε θα θεραπεύουν ανίατες ως σήμερα παθήσεις είτε θα θεραπεύουν «διαφορετικά» (με υψηλότερη αποτελεσματικότητα, με καλύτερη ανοχή, με καλύτερο τρόπο, π.χ., την αιτία και όχι το σύμπτωμα) ασθένειες που ήδη αντιμετωπίζονται. Οι καινοτομίες ωστόσο δεν συμβαίνουν κάθε μέρα. Είναι αποτέλεσμα συσσώρευσης γνώσεων σε βασικά πεδία βιολογίας και ιατρικής και η μετουσίωσή τους σε σκεύασμα που θα θεραπεύει αποτελεσματικά και χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες είναι διαδικασία χρονοβόρα και πολυέξοδη. Σύμφωνα με γάλλους και αμερικανούς αναλυτές, τα επόμενα τέσσερα χρόνια αναμένεται να φθάσουν στην αγορά 14 φάρμακα τα οποία έχουν την προοπτική να γίνουν βεντέτες (blockbusters), ενώ στην ίδια χρονική διάρκεια πρόκειται να λήξουν οι πατέντες για 35 τέτοια φάρμακα. Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό, κατά τους ίδιους αναλυτές, μιας επικείμενης περιόδου ισχνών αγελάδων με την οποία απειλείται η φαρμακοβιομηχανία και η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα.
H ανάγκη της φαρμακοβιομηχανίας για συνεχή τροφοδότησή της από τον τομέα έρευνας και ανάπτυξης, η οποία υπήρχε πάντα, έχει προσφάτως συντελέσει στη δημιουργία μιας τάσεως που γίνεται ολοένα και φανερότερη: τη μετακίνηση μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών προς τις ΗΠΑ, όπου αφενός υπάρχουν μεγάλα ερευνητικά εργαστήρια και αφετέρου φιλικότερο για τις επιχειρήσεις κλίμα. Μεταξύ άλλων, ως βασικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ κρίνεται η ευελιξία και η ταχύτητα του συστήματος των εγκρίσεων των φαρμάκων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα καλείται να κινηθεί και η ελληνική φαρμακοβιομηχανία με τις δικές της ιδιαιτερότητες. Στη χώρα μας δραστηριοποιούνται τόσο πολυεθνικές εταιρείες όσο και εταιρείες αμιγώς ελληνικών συμφερόντων.
Με μικρές ίσως εξαιρέσεις, στη χώρα μας δεν υπήρξε ποτέ σε άνθιση ο τομέας έρευνας και ανάπτυξης φαρμάκων. Υπήρχε ωστόσο μια μεγάλη δραστηριότητα παραγωγής και συσκευασίας φαρμάκων, η οποία συρρικνούται δραματικά. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΦΕΤ (Ινστιτούτο Φαρμακευτικής Ερευνας και Τεχνολογίας) κατά το έτος 1987, το ποσοστό των εισαγόμενων φαρμάκων αποτελούσε μόνο το 18,29% του συνόλου των πωλήσεων φαρμάκων στη χώρα. Το 2001 το ποσοστό αυτό έφθασε το 62,33%, ενώ σήμερα εκτιμάται ότι αγγίζει το 70%.
Προφανώς το ποσοστό των εισαγόμενων φαρμάκων αυξήθηκε εις βάρος των παραγομένων στη χώρα, τα οποία κάλυπταν ποσοστό 75,12% το 1987 και μειώθηκαν στο 24,8% το 2001. Ενα μικρό μέρος κατέχουν πάντα τα συσκευαζόμενα στη χώρα φάρμακα. H απροθυμία των φαρμακοβιομηχανιών να παράξουν φάρμακα αποδίδεται όχι απλώς σε παντελή έλλειψη κινήτρων αλλά, όπως το εκλαμβάνει ο κλάδος, στην υιοθέτηση μιας πολιτικής τιμωρίας της ελληνικής παραγωγής: για τα εγχωρίως παραγόμενα φάρμακα απαιτείται αναλυτικό κοστολόγιο με προκαθορισμένα από το υπουργείο Εμπορίου κόστη τα οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ξεπερνούν την τιμή που θα είχε το φάρμακο αν εισαγόταν και η οποία συμβαίνει να είναι, διά νόμου, η χαμηλότερη της EE. Εκτιμάται ότι η στροφή της φαρμακοβιομηχανίας στην εισαγωγή φαρμάκων έχει κοστίσει την τελευταία πενταετία 3.000 θέσεις εργασίας… H ελληνική φαρμακευτική αγορά φέρει επίσης δύο χαρακτηριστικά τα οποία σχετίζονται με τη μη ομαλή λειτουργία της. Το πρώτο αφορά την έγκαιρη και ομαλή πρόσβαση των ασθενών στα νέα φάρμακα.
Στις περισσότερες περιπτώσεις παρατηρείται καθυστέρηση στην έγκριση άδειας κυκλοφορίας, τιμολόγησης και έγκρισης για τη λίστα, με αποτέλεσμα να μη φθάνουν τα φάρμακα αυτά στον έλληνα ασθενή με την ταχύτητα που φθάνουν στους υπόλοιπους Ευρωπαίους. (H καθυστέρηση είναι ακόμη μεγαλύτερη για τα ουσιωδώς όμοια φάρμακα, τα φάρμακα που παράγονται όταν έχει λήξει η πατέντα του πρωτοτύπου και τα οποία αποτελούν το αντικείμενο πολλών αμιγώς ελληνικών συμφερόντων βιομηχανιών.)
Το δεύτερο πρόβλημα σχετίζεται με την τιμή του φαρμάκου, η οποία στη χώρα μας καθορίζεται με γνώμονα τα χαμηλότερα επίπεδα της EE.
Το γεγονός αυτό ευνοεί τις παράλληλες εξαγωγές, τις εξαγωγές δηλαδή φαρμάκων που εισήχθηκαν για κατανάλωση στη χώρα μας σε άλλες χώρες της EE. Αν και δεν είναι παράνομες, μια φαρμακαποθήκη χώρας της EE έχει δικαίωμα να πουλά φάρμακα σε μια άλλη χώρα της EE, ο μεγάλος όγκος παράλληλων εξαγωγών έχει ως αποτέλεσμα είτε να δημιουργούνται ελλείψεις είτε κάποια προϊόντα να μην εισάγονται καθόλου.
Με δεδομένη τη φθίνουσα ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής βιομηχανίας σε σχέση με αυτή των ΗΠΑ, η EE μελετά τη λήψη μέτρων (κινήτρων συμπεριλαμβανομένων) για την αντιστροφή αυτής της τάσης. Για την Ελλάδα ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να βελτιώσει τη θέση της στην ευρωπαϊκή φαρμακευτική αγορά…
Τι παίρνουν οι Ελληνες
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ (Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών), στη χώρα μας, κατά το 2002:
* Τα σκευάσματα για το καρδιαγγειακό σύστημα διατήρησαν την πρώτη θέση (20% των πωλήσεων σε αξία και 18% των πωλήσεων σε ποσότητα) στην κατανάλωση (θέση την οποία κατέχουν από το 1990).
* Δεύτερα σε πωλήσεις (13% σε αξία και 18% σε ποσότητα) ήταν τα φάρμακα για το κεντρικό νευρικό σύστημα.
* Την τρίτη θέση κατέλαβαν τα φάρμακα κατά των συστηματικών λοιμώξεων (12% σε αξία και 10% σε ποσότητα) και τα φάρμακα για το πεπτικό σύστημα και τον μεταβολισμό (11% σε αξία και 14% σε ποσότητα).
Σύμφωνα με τις έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών που πραγματοποιεί η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, την περίοδο 1998-99 η μέση μηνιαία ιδιωτική δαπάνη για την υγεία του νοικοκυριού ανερχόταν σε 94,3 ευρώ, ποσοστό 6,8% του συνόλου των αγορών του. Από τη δαπάνη αυτή το 15% αφορούσε αγορά φαρμάκων (το υπόλοιπο αφορούσε αμοιβές γιατρών 24%, οδοντογιατρών 32% και νοσοκομειακή περίθαλψη 12%).
H γλώσσα των αριθμών
* Οι φαρμακευτικές εταιρείες δαπανούν το 20% από τις πωλήσεις τους στην έρευνα και στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων.
* Το συνολικό κόστος για την ανάπτυξη ενός και μόνο φαρμάκου φθάνει τα 600 εκατ. δολάρια.
* Για να φθάσει ένα φάρμακο από τα αρχικά στάδια ανάπτυξης στα ράφια του φαρμακείου μπορεί να περάσουν και 12-15 χρόνια.
* Μόλις μία στις 5.000-10.000 ουσίες που ερευνώνται καταλήγει να γίνει εγκεκριμένο φάρμακο.
«TO BHMA» ευχαριστεί
Το παρόν αφιέρωμα στηρίχθηκε σε δεδομένα από τη γαλλική και την αμερικανική βιβλιογραφία καθώς και σε στοιχεία που παρασχέθηκαν από αρμόδιους φορείς. «Το Βήμα» επιθυμεί να ευχαριστήσει θερμώς όσους αφιέρωσαν τμήμα του πολύτιμου χρόνου τους για να βοηθήσουν στην έρευνα: (με αλφαβητική σειρά) τους κκ. Παναγιώτη Γερολυμάτο, πρόεδρο και γενικό διευθυντή της ομώνυμης φαρμακευτικής εταιρείας, Παύλο Γιαννακόπουλο, πρόεδρο του Συλλόγου Αντιπροσώπων Φαρμακευτικών Ειδών και Ειδικοτήτων και πρόεδρο του ΔΣ της εταιρείας Vianex, την κυρία Ζωή Νταϊφώτη, αναπληρώτρια καθηγήτρια Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρο της Επιτροπής για την Κατάρτιση του Καταλόγου Συνταγογραφούμενων Ιδιοσκευασμάτων, τους κκ. Χαράλαμπο Σαββάκη, καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και πρόεδρο του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), Γιώργο Συκιανάκη, πρόεδρο του ΔΣ του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) και γενικό διευθυντή της εταιρείας MENARINI, Θεόδωρο Τρύφωνα, πρόεδρο της Πανελλήνιας Ενωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ) και αντιπρόεδρο του ΔΣ της εταιρείας ΕΛΠΕΝ και Σπύρο Φωτεινό, γενικό διευθυντή Ερευνας και Καινοτομίας της εταιρείας Lavipharm.



